Άνθρωποι και λύκοι

Άνθρωποι και λύκοι  - Σύρος - Ερμούπολη - Σχολιάζει ο Αντώνης Μοσχούτης

Σχολιάζει ο Αντώνης Μοσχούτης

 
Ανταριάστηκα. Άνοιξα τα ματιά, ένοιωθα ότι ήμουν σούφτα από το ιδρωτάρι. Διαπίστωσα πως ήταν ακόμη αξημέρωτα.  Τι όνειρο ήταν και τούτο πάλι. Ελόγου μου, μοναχός σ’ ένα δάσος, τίγκα στους λύκους και μάλιστα με κάτι δοντάρες...να (μετά συγχωρήσεως). Με είχαν περικυκλώσει με ανοιχτές τις στοματάρες τους, έτοιμοι να με κάνουν μια χαψιά. Σφάλισα πάλι τα μάτια μου και προσπάθησα να ματακοιμηθώ, αλλά που. Άρχισα να μετράω προβατάκια μπας και έρθει ο Μορφέας και με πάρει, αλλά που. Οι λύκοι, λύκοι. Που να φύγουν από το νου. Άσε που μου... τρώγανε τα ...προβατάκια και μου έλειπαν στο μέτρημα.
 
Είδα και αποείδα πως δεν γίνεται τίποτα και έτσι αποφάσισα να σηκωθώ από το κρεβάτι. Κάθισα μπροστά από το χαζοκούτι να περάσει η ώρα μέχρι να φέξει. Έπαιζε την εκπομπή «Σαν Σήμερα» που πληροφορούσε πως, σαν σήμερα, έφυγε από τη ζωή ο μεγάλος Θεόδωρος Αγγελόπουλος. Χτύπησε καμπανάκι. «Ούπς», μου μονολόγησα, «ήλθε και έδεσε το κερασάκι». Τώρα θα μου πεις τι σχέση είχε η ψυχική μου διάθεση ελέω λύκων και ο Αγγελόπουλος... Άσε με να σου εξηγήσω.
 
Ελόγου μου, που λες αναγνώστη μου, δεν τα πήγαινα καλά στα μικρά μου με τον μεγάλο μας σκηνοθέτη. Οι ταινίες του δεν ήταν του γούστου μου. Μεγάλη μούγκα βρε παιδί μου. Για ν’ ακούσεις μια κουβέντα από έναν ηθοποιό ταινίας του, έπρεπε να κάνεις ευχέλαιο. Η αφεντιά μου ήθελε ταινίες δράσης με γρήγορο σενάριο. Τι να πω, τόσα ήξερα τότε, τόσα καταλάβαινα.
        
Η μεγάλη μας κόντρα έφτασε στην κορύφωσή της, το 1984, με την προβολή της μεγάλης του ταινίας «Ταξίδι στα Κύθηρα» και με μια ατάκα που ξεστόμισε πρωταγωνιστής της. «Ο άνθρωπος με τον άνθρωπο. Ο λύκος με τον λύκο». Στράβωσα, τι λέει ετούτος είχα σκεφτεί. Δηλαδή, η ιστορία με τον Ρωμύλο, τον Ρέμο και την λύκαινα δεν παίζει; Τον Μόγλη που τον πας; Την Αμάλα και την Καμάλα; Ήμουν και αρχηγός αγέλης λυκόπουλων στο 1ο Σύστημα Προσκόπων Σύρου και με τους λύκους εκεί υπήρχε άλλο κλίμα. Οργάνωση, αλληλεγγύη, δεξιότητες, μοίρασμα. Εκείνους τους λύκους, άλλους λύκους από εκείνους που εννοούσε ο καλλιτέχνης.
          
Έχοντας, όμως, κολλήσει στην ατάκα που προανέφερα, δεν έδωσα την απαιτούμενη προσοχή σε μια άλλη που προηγήθηκε.  Εκείνη που έλεγε «Μας βάλανε και πολεμήσαμε, βγάλαμε τα μάτια μας, εσύ από εδώ και εγώ από την άλλη μεριά. Χάσαμε και οι δυο», κάτι που πρόσεξα αρκετά αργότερα ή για να είμαι απόλυτα ειλικρινής κάτι που μου υπέδειξε να προσέξω νυν βουλευτής του εθνικού μας κοινοβουλίου.
              
Έκλεισα το χαζοκούτι και βυθίστηκα στις σκέψεις μου. Άνθρωποι και λύκοι. Άνθρωποι που έγιναν λύκοι. Λύκοι που ποτέ δεν έγιναν άνθρωποι.
              
Κάποτε, θυμάμαι, δεν υπήρχε «τα δικά μου», αλλά τα δικά μας». Κάποτε δεν υπήρχε το «εγώ» και η «πάρτη μου», αλλά το «εμείς». Κάποτε, θυμάμαι, τα χέρια χυμούσαν στις τσέπες, προς ανεύρεση των όποιων λιγοστών κερμάτων, για να τα απιθώσουν στην πεζούλα ή στο παγκάκι για ν’ αποφασιστεί αν φτουρούσαν για να αγοραστούν ένα χωνί τηγανητές πατάτες από τηγανιτζίδικο του Σπίνου ή μια σακούλα πασατέμπο από του Λειβαδάρα, στα οποία θάχαν όλοι πρόσβαση.
           
Οι εποχές, όμως, άλλαξαν. Όπως είπε ο Χάρρυ Κλιν δια στόματος Τραμπάκουλα: «Τα μα μα και τα σα μάσατα», πολύ απλά τα μα (τα δικά μας) μα (δικά μας) και τα σα (δικά σας) μάσατα, δηλαδή πάλι δικά μας ή  «Τα σα μα και τα μα μάσατα» ή ακόμη και «τα σα μα και τα ...Ταμεία μάσατα».
          
Τελικά, άνθρωποι όχι μόνο γίναν λύκοι, όχι μόνο πολλαπλασιάζονται με ρυθμούς γοργούς, αλλά η πείνα τους γίνεται συνεχώς μεγαλύτερη. Μια πείνα ακόρεστη όμοια με εκείνη του Ερυσίχθονα.
 
Οι άνθρωποι φαίνονται ανήμποροι να σταματήσουν την λυσσιασμένη τους επέλαση, φαντάζουν ανήμποροι, απλοί θεατές προσμένουν το δάγκωμα τους ευχόμενοι η δαγκωματιά τους να είναι τέτοια που δεν θα τους προκαλέσει τον θάνατο, αλλά θα τους επιτρέψει να ζήσουν μέχρι την επόμενη δαγκωματιά.
 
Οι άνθρωποι συνήθισαν να ζουν με δαύτους, έμαθαν να τους ανέχονται, έμαθαν να «χορεύουν με τους λύκους» σε ένα χορό που δεν έχει καμιά σχέση με εκείνο του ηθοποιού Κέβιν Κόσνερ, στην ομότιτλη ταινία του «Χορεύοντας με τους Λύκους».
 
Αναλογίστηκα σε εκείνο το όνειρο με τους λύκους, που τόσο με φόβισε, αν θα ήταν ίδιος ο φόβος μου ή μικρότερος, αν δεν ήμουν μόνος στο δάσος, αν είχα συντροφιά και άλλους ανθρώπους. Εξαιτίας αυτής της σκέψης αναρωτιέμαι αν μια καλή ή λύση είναι να υιοθετήσουμε μια συνήθεια των λύκων προκειμένου να τους αντιμετωπίσουμε. Να οργανωθούμε όπως εκείνοι. Όπως εκείνοι έχουν τις οργανωμένες αγέλες τους, έτσι και εμείς να οργανωθούμε ως άνθρωποι, όσο ακόμη παραμένουμε άνθρωποι.
Όνειρο και αυτό θα μου πεις. Γιατί οι λύκοι έχουν υιοθετήσει ένα τέχνασμα των ανθρώπων. «Μας βάζουν και πολεμήσαμε αναμετάξυ μας, βγάζουμε τα μάτια μας, άλλος  από εδώ και άλλος από την άλλη μεριά. Χάνουμε όλοι». Αυτοί κερδίζουν… Έως πότε;