Ο καναπές

Ο καναπές - Σύρος - αγρότες - Σχολιάζει η Αλκμήνη Ψιλοπούλου

Σχολιάζει η Αλκμήνη Ψιλοπούλου

 
«Έχουμε πολλές φορές το παράδοξο, να επιδοτούμε πλουσιοπάροχα «δήθεν παραγωγούς» ή παραγωγούς «του καναπέ» και να αφήνουμε χωρίς στήριξη άλλους ενεργούς και νέους αγρότες. Αυτούς δηλαδή που πρέπει να ενισχύσουμε κατά κύριο λόγο». (Υπουργός Αγροτικής ανάπτυξης Βαγγ. Αποστόλου σε συνέντευξή του στο ΕΘΝΟΣ)
 
Μαγική λέξη, μεγάλη εφεύρεση ο καναπές. Κάθεσαι, απλώνεις την αρίδα σου, βάζεις δυο μαλακά μαξιλάρια στο κεφάλι, μισοκλείνεις τα μάτια και περιμένεις. Τι περιμένεις; Τον από μηχανής θεό που θα σου φέρει μια σακούλα με ευρουλάκια, να έχεις όλα τα καλούδια στα πόδια σου, κι εσύ και τα παιδιά σου και τα εγγόνια σου. Έχεις ένα κτηματάκι, δηλωμένος αγρότης, με δυο τρία αμπέλια ή δυο ελαιόδενδρα, ή δυο τρια πρόβατα και παίρνεις τις επιδοτήσεις σου. Έχεις και μερικά ενοικιαζόμενα δωμάτια στο νησί, τα νοικιάζεις στους τουρίστες τους καλοκαιρινούς μήνες, και νάσου τα ευρουλάκια, χωρίς κόπο και ιδρώτα. Έχεις κι ένα ρετιρέ στην Αθήνα όπου περνάς ζάχαρη το χειμώνα και βλέπεις τα σόου στην τηλεόραση. Βλέπεις μικρά παιδάκια, 7 και 8 χρονών να παίρνουν μέρος σε διαγωνισμούς τραγουδιών, όπως ένα οκτάχρονο κοριτσάκι από την Κύπρο που τραγούδησε τη γκαρσόνα κουνώντας τα μικρά του οπίσθια με τσαχπινιά και χάρη, στέλνοντας λάγνα φιλιά στο ακροατήριο και όλοι είναι πανευτυχείς, το κοινό, η κριτική επιτροπή, οι γονείς. Αυτό είναι το θέαμα μιας χώρας κατεστραμμένης που έχει ξεπουλήσει τη γη της, το βιός της, ακόμα και τα παιδιά της.
 
Όχι τώρα, εδώ και χρόνια έχει πάρει το πάνω χέρι ο καναπές. Και ρημάζουν τα αμπέλια, ρημάζουν τα ελαιόδεντρα, ξερόχορτα στα κτήματα με τα βαμβάκια και τον καπνό. Κάποιοι ρομαντικοί νέοι έχουνε απομείνει στα χωριά να κοπιάζουν να επιβιώσουν με τις αγροτικές καλλιέργειες και να τους παίρνουν τον κόπο και τον ιδρώτα τους οι μεσάζοντες, οι εταιρείες, τα ολογοπώλια. Και οι περισσότεροι νέοι που έχουνε μάθει πέντε γράμματα, που έχουν ιδιαίτερες ικανότητες και ταλέντα, να έχουνε πάρει την άγουσα για το εξωτερικό.
 
Μια από τις κοπέλες που έχει μετοικήσει στο εξωτερικό, ερωτάται από έναν δημοσιογράφο, «θέλεις να ξαναγυρίσεις στην Ελλάδα;» «Όχι», απαντάει, «έτσι όπως την καταντήσανε. Η Ελλάδα είναι γι αυτούς που την κατάντησαν έτσι». Μάλιστα. Είναι γι αυτούς που την κατάντησαν έτσι.
 
Και τα χωριά πεθαίνουν. Και δεν παράγεται τίποτα σ’ αυτή τη χώρα του παραμυθιού, λεμόνια Αργεντινής, πατάτες Αιγύπτου, ψάρια από τη Σομαλία, φέτα από την Ολλανδία, ή δεν ξέρω κι εγώ από ποια χώρα της αλλοδαπής.
 
Και θέλουμε να θρέψουμε τους εκατοντάδες πρόσφυγες που προσφεύγουν ταλαίπωροι και θαλασσοπνιγμένοι από τα ύδατα στα πάτρια εδάφη.
 
Και η ακρίβεια να θεριεύει στα ράφια των σούπερ μάρκετ. Και να παίρνεις ένα κομματάκι φέτα και να το πληρώνεις χρυσό, και το λάδι να σου κοστίζει μισό μισθό.
 
Τι να κάνουμε; Η βαριά μας βιομηχανία μετατράπηκε σε τουριστικές υπηρεσίες. Οι αγροί και τα μποστάνια μας και οι λαχανόκηποι σε ενοικιαζόμενα δωμάτια, rooms to let που λένε. Και τα παιδιά μας φιλοδοξούν να μπουν σε καμιά δημόσια υπηρεσία, έστω εξαμηνίτες ή οκταμηνίτες, γιατί ουδέν μονιμότερον του προσωρινού και άλλα μικρότερα να γίνουν αστέρια του τραγουδιού ή παρουσιαστές ή να μεγαλουργήσουν σε κάποια γωνιά του τηλεοπτικού στερεώματος.
 
Κι όμως, σε κάποια μέρη αυτής της χώρας, τόπους χαρισματικούς και μοναδικούς, απομακρυσμένους και κοντινούς σε εχθρικά εδάφη, όπως στα νησιά του Βορείου Αιγαίου, βλέπεις  να κυοφορούνται θαύματα, σε πείσμα των καιρών του καναπέ. Στη Χίο για παράδειγμα, βλέπεις το μαστίχι να λάμπει κάτω από τους σχίνους και να το μαζεύουν οι γυναίκες των χωριών και να το λικνίζουν με τα χέρια τους και βλέπεις πώς γίνεται αυτή η ομαδική εργασία στο Μουσείο Μαστίχας, και περιδιαβαίνεις τον οπορώνα του Citrus στον Κάμπο της Χίου με τα μανταρίνια και τα πορτοκάλια και τα περγαμόντα να κρέμονται σαν ηλιόχρωμα κοσμήματα  από τα δένδρα, και έπειτα γεύεσαι αυτά τα υπέροχα γλυκά του κουταλιού και λες, Θεούλη μου τι παράδεισος είναι αυτός.
 
Και σκέφτεσαι, πώς θα γίνει να ξαναγυρίσουμε στις ρίζες, στα χωριά μας και στην όμορφη επαρχιακή ζωή, και να πάρουμε μια τσάπα να σκάψουμε το ιερό χώμα και την μυρωδάτη μας γη και να ξαναγίνουν όλα  απλά, ανθρώπινα και όμορφα με τον κόπο και τον ιδρώτα μας.