Αλκοόλη

  Αλκοόλη  ΣΥΡΟΣ ΕΡΜΟΥΠΟΛΗ Ναυτική ποίηση
Ναυτική ποίηση

 

Και  ξαφνικά...,  τα πράγματα γυρίζανε τρελά...
περιστρεφότανε   κουλούρα   το   ταβάνι...!
Ένας   εργάτης  του τρυπούσε  τα   μυαλά
σαρκαστικά,   με   κρουστικό   τρυπάνι.
 
Στη   πλάτη... ένας δαίμονας τραχύς, κακεντρεχής,
 του είχε χώσει το σκαρπέλο στο κεφάλι,
κρατούσε   στάση   μοχθηρής  υπεροχής,
 στα δύο να τ’ ανοίξει, με τ’ ατσάλι.
 
Μαζί  παράλληλα, καινούργιο δρόμο στα τυφλά
 άνοιγαν   μες τα μάτια, δύο λιθοξόοι
 με τις γαμψές τους σμίλες...! Σάτυρος τριπλά
ξύδι  τον   πότιζε... με  οινοχόη.
 
Πιο   κάτω, συμμορία με κακοποιά  στοιχειά,
τη γλώσσα είχαν δέσει κόμπο στους κοπτήρες
 και  παραπίσω... ξωτικό με μια τριχιά
λυγούσε την ανάσα με σφιγκτήρες.
 
Με  τους   βασανιστές... σε   μανιακή επιβολή,
 την έκβαση του χρόνου είχαν καθορίσει,
με το στομάχι του που κέρναγε χολή
κι η αναγούλα, που χε εφορμήσει...!
 
Κλαυτά... σε παρακάλι σιγανό είχε αφεθεί,
σ' όποιον θεό είχε διάθεση ν’ ακούσει,
στα πόδια  προσπαθούσε  κάπου να σταθεί
μα... το κορμί, αρνιόταν να υπακούσει.
 
Προσπάθησε με κόπο προς το μπάνιο να συρθεί..
του φάνηκε η διαδρομή θανατηφόρα...
κι ήθελε πια, τόσο... πολύ να κοιμηθεί
κι είχε διαβεί για τα καλά η ώρα...!
 
Τότε αιφνιδιαστικά, του άνοιξε   η πληγή...,
τα λόγια κάποιου ναυτικού απ’ την Ανάφη...,
 πως είναι το πιοτό μια συνεχής φυγή,
ταξίδι που κανείς δεν περιγράφει.
 
Όσο κι αν τις αισθήσεις σου θα αδρανοποιείς
όμως, το πρόβλημα θα βρίσκεται μπροστά σου,
ακόμη πιο ευάλωτος προτού να πιεις,
θα φύγουνε πολλοί από κοντά σου.
 
Πόλη... θα μοιάζεις του ‘λεγε, που ‘ναι σε παρακμή…!
Ιστιοφόρο, με   σπασμένο   το κατάρτι...!
Έρημο σπίτι, που δεν έχει πια ψωμί...!
Πλοίο ... δίχως πυξίδα, μήτε χάρτη ...!
 
Χωρίς εργάτες άδειο, εργοστάσιο παλιό
με σκουριασμένες μηχανές, που έχει κλείσει...!
Δίχως παιδιά και μαθητές ένα σχολειό...!
 Χωρίς τον άγιο του, μικρό   ξωκλήσι...!