Η πλατεία Μιαούλη

Η πλατεία Μιαούλη ΣΥΡΟΣ ΕΡΜΟΥΠΟΛΗ ποίημα Δημήτρη Νικολιά
ποίημα Δημήτρη Νικολιά
 
Στην πλατεία του Μιαούλη, περπατούσαν δύο ξένοι
και πιο πίσω σεργιανούσαν, ή Βιβή κι η Πολυξένη.
Όταν γύρισαν για άνδρες κι ανταμώσαν οι ματιές
ο Ερμής ρίχνοντας βέλη, ένωσέ τους τις καρδιές.
 
Στο παγκάκι της εξέδρας κάθονταν δύο παιδάκια
που φορούσαν τα καλά τους και κατάλευκα βρακάκια.
Περιμέναν με λαχτάρα, να ‘ρθει η παρέα όλη
και να παίξουν ως το βράδυ, αφού τώρα, είχαν σχόλη.
 
Στου κυρ Μαύρου και στου Στέλλα, παραγγέλνανε Σφολιάτα
και πιο πέρα στου Συρίγου, το κρασί με την κανάτα.
Είχε δόξες η πλατεία, έσφυζε ζωής και σφρίγους
συγκινούσε πέρα ως πέρα, τους πολλούς μα και τους λίγους.
 
 Τώρα πέρασαν τα χρόνια, τίποτα δεν μένει αιώνια 
κι η πλατεία είναι μόνη, σαν δεντρί χωρίς τα κλώνια.
Έχει χάσει την ψυχή της, των ανθρώπων την ελπίδα
που στα μάτια τους φαινόταν, σαν μικρή πυγολαμπίδα. 
 
Τι μου έμελλε να πάθω, πώς πονούν οι αναμνήσεις
πόσο άλλαξε η ζωή μας, μ’ εξοργίζουν κι οι ειδήσεις
γι’ αυτό κρύβομαι και φεύγω και θυμάμαι και δακρύζω
όταν μέσα στα βιβλία, άλλο κόσμο αντικρίζω…! 
 
Είχε γράψει ο ποιητής μας και δεν λέει να μου περάσει…
«στο χωριό μου που δεν έχει ωραιότερο η πλάση...»