Μπενέτος Σκιαδάς Ένας αυθεντικός ιδαλγός της λαϊκής Τέχνης (Video)

Μπενέτος Σκιαδάς Ένας αυθεντικός ιδαλγός της λαϊκής Τέχνης - Πάρος - Σύρος - Γράφει η Λίτσα Χαραλάμπους

Γράφει η Λίτσα Χαραλάμπους

Πρωτοπόρος, με όλο το «ταπεινό» μεγαλείο της ελληνικής λαϊκής τέχνης  επαληθεύει τη ρήση του Μάρκου Αυρήλιου «Ήρωική άληθεία άρκούμενος».

(Να σου φτάνει να ζεις μέσα στον ηρωισμό που προϋποθέτει η κάθε αλήθεια)

 

ΜΑΣ ΥΠΟΔΕΧΤΗΚΕ ΜΕ ΕΝΑ ΦΩΣ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ λες και ήταν διαπερασμένες μέσα από αυτό απερίγραπτες αποχρώσεις όλων των χρωμάτων της ίριδας, αλλά και ομορφιά και φιλοξενία, που γεννά η καθαρότητα, η απλότητα, η λαϊκότητα της καλλιτεχνικής του «γλώσσας». 

ΑΥΤΗΣ ΠΟΥ ΡΕΕΙ ΣΕ ΟΛΑ ΤΑ ΕΡΓΑ του που αναβιώνουν την Κυκλαδίτικη ιστορία. Κατασκευάζει μεγάλες μινιατούρες σημαντικών πλοίων και κτιρίων δουλεμένες στο χέρι, με ανόθευτο υλικό του νησιωτικού αυτού συμπλέγματος της  Αιγαιακής γης και απλά εργαλεία από το φυσικό περιβάλλον που τα κατασκευάζει χωρίς κανένα προσχέδιο.

ΈΤΣΙ ΕΧΤΙΣΕ ΤΟ ΠΕΡΙΦΗΜΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΚΥΚΛΑΔΙΚΗΣ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑΣ Μπενέτου Σκιαδά "Σκορπιός" Πάρου.

ΠΡΙΝ ΤΟΝ ΣΥΝΑΝΤΗΣΟΥΜΕ διανύσαμε έναν απέραντο κήπο, φυτεμένο με δέντρα κάθε λογής αλλά που σε λίγωνε η μυρωδιά του αγιοκλήματος.

ΔΙΑΣΠΑΡΤΑ «ΞΕΚΟΥΡΑΖΑΝ» το μάτι αυτοσχέδια πέτρινα τραπεζάκια και παγκάκια.  Μείναμε με το στόμα ανοιχτό μπροστά στις μικρογραφίες της Κυκλαδίτικης Παράδοσης.

ΉΤΑΝ ΕΚΕΙ ΜΠΡΟΣΤΑ ΜΑΣ με σημείο κατατεθέν της εισόδου ολόιδιο το έργο που κατασκεύασε το 1844-47 ο Ι. Ερλάχερ σε μινιατούρα. Ο πέτρινος Φάρος της Ερμούπολης. Ο πρώτος φάρος με περιστρεφόμενο μηχανισμό στο Αιγαίο για τον οποίο η λαϊκή παράδοση λέει ότι η λάμψη του διακρινόταν ακόμη και από τη Σμύρνη. Είναι μνημειώδης ο χαρακτήρας του αφού συνδέεται με την πρώτη περιοδεία του Όθωνα στα νησιά του Αιγαίου το 1833 και την επιθυμία των Ερμουπολιτών να τονίσουν τη σημασία του λιμανιού και να κατοχυρώσουν τη θέση του στο εθνικό πλαίσιο.

ΜΑΣ ΚΑΛΩΣΟΡΙΣΕ λοιπόν πρώτα απ’ όλα η αρχόντισσα των Κυκλάδων. Η πρωτεύουσα του νομού.

ΜΕΤΑ, ΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ της Χοζωβιότισσας της Αμοργού, το  αντιτορπιλικό «ΕΛΛΗ» και η εκκλησιά της Παναγίας της Τήνου με πολλούς περιστερώνες, τα λιοντάρια της Δήλου και το Αρχαίο θέατρο της Μήλου. Έμφαση όμως περισσή ο καλλιτέχνης έδωσε στην γενέτειρά του. Είδαμε το Ενετικό Κάστρο της πρωτεύουσας της Πάρου που κτίσθηκε το 1260 από τα ερείπια του αρχαίου ναού της θεάς Δήμητρας, το πρώτο καφενείο της Πάρου, έναν παραδοσιακό ανεμόμυλο και ένα  παραδοσιακό  σιδηρουργείο με όλα του τα εργαλεία, το σπήλαιο της Αντιπάρου και τόσα άλλα. 

ΜΑΣ ΚΕΡΑΣΕ ΣΟΥΜΑ ΜΕ ΠΑΣΤΕΛΑΡΙΕΣ και το μελαγχολικό γαλάζιο βλέμμα του ήταν σαν τον ουρανό  όταν είναι ήρεμα θλιμμένος και αφήνει πού και πού μερικά μαβιά σύννεφα. Η θλίψη ήταν διάχυτη στην ατμόσφαιρα του μικρού χωριάτικου χαμηλοτάβανου- με ξύλινα δοκάρια- χώρου υποδοχής και τα χτισμένα πέτρινα καναπεδάκια…

ΓΑΛΑΖΙΕΣ ΗΤΑΝ ΒΑΜΜΕΝΕΣ και οι μικρές πόρτες οι στερεωμένες πάνω στους μισοβαμμένους τοίχους. Γαλάζιο και το μακό μπλουζάκι του.. «Σας περίμενα κατά το μεσημεράκι»  μας είπε «και κοιτάξτε τι χάλια έχω.. δεν πρόλαβα να συγυριστώ»…

ΉΤΑΝ ΟΛΑ ΣΑΝ ΝΑ ΤΑΞΙΔΕΥΑΝ στο απέραντο γαλάζιο ενός ωκεανού χωρίς ορίζοντα… Φιλόξενου αλλά θυμωμένου….

 ΊΣΩΣ Ο Κ. ΜΠΕΝΕΤΟΣ ΣΚΙΑΔΑΣ – σαν ευγενής μια άλλης εποχής- σ’ αυτήν την ηλικία με το πρόσφατο χαμό της αγαπημένης του «μπροστάρισσας» συντρόφου, να κρύβει κάτι από τον προπάππου του καλλιτέχνη Γεώργιο Σκιαδά στον οποίο απονεμήθηκε μετάλλιο το 1835 για τη συμβολή του στον αγώνα του έθνους το 1821. Καλλιτέχνης με ψυχή ευγενική και λεβέντικη.  Καυχάται γι’ αυτό: «Ο προπάππους μου ήταν ήρωας της επανάστασης…πήρε βραβείο  και μετάλλιο που κοσμούν τους τοίχους του Μουσείου».       

ΕΝΝΟΟΥΣΕ ΤΟΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΧΩΡΟ λίγα μέτρα πιο κάτω. Ένα χώρο που κατέγραφε 40 χρόνια εργασίας δίπλα στη μούσα του και εμπνεύστρια γυναίκα του.

ΑΥΤΗΝ ΠΟΥ ΜΑΖΙ πριν καιρό υποδέχονταν τους επισκέπτες και σήμερα τους καλωσορίζει  μόνο η φωτογραφία της… Και τι δε γράφει η μικρή πινακίδα για την αγάπη του κ. Μπενέτου για την λατρεμένη του Πόπη. Έφυγε πρόσφατα από τη ζωή και του πήρε κάθε ικμάδα δημιουργίας.

ΓΙΑ ΝΑ ΤΕΛΕΙΩΣΕΙ την Κυκλαδίτικη «καταγραφή» ομοιωμάτων χρειάζεται να απαθανατίσει ακόμη κάποιο χαρακτηριστικό γνώρισμα τεσσάρων νησιών (Ηρακλειάς, Σχοινούσας,  Δονούσας και  Κουφονησίου) αλλά ο πόνος του τον αποθαρρύνει.

«ΕΙΧΑ ΑΥΤΗ ΤΗ ΤΡΕΛΑ αλλά δεν σκεφτόμουν να την ακολουθήσω. Εγώ είχα την τρεχαντήρα μου, τα ψάρια μου, το ντουφέκι μου, τη δεσμίδα μου  αλλά η Πόπη ευθύνεται γι’ αυτό. Μ’ έβλεπε, όποτε είχε φουρτούνα που ασχολούμουν με διάφορες κατασκευές για τις οποίες επέμενα στην λεπτομέρεια…  και μου έλεγε κάνε κάτι που θα μείνει… Έπαιρνα το καράβι της γραμμής και μαζί της πήγαινα σε κάθε νησί. Με τίποτα δε δεχόμουν να κάνω την  μινιατούρα από φωτογραφία ή από κάμερα …ήθελα τίμιες δουλειές... Έβλεπα το κάθε αξιοθέατο το μελετούσα και ξεκινούσα… Εγώ ξεκίνησα απαλά- απαλά μόνο για την κυκλαδίτικη λαογραφία και μινιατούρα. Όπως καράβια, αργαλειά, κ.α . όλα τα έργα -μινιατούρες είναι αυθεντικότατα με μεγάλη μελέτη…αλλά τώρα δεν έχω πια όρεξη..»

ΤΕΛΕΥΤΑΊΟ του δημιούργημα είναι η εκκλησία της Παναγίας Εκατονταπυλιανής για την οποία δούλευε δυο χρόνια μέρα νύχτα «χωρίς αναπνοή» για να απαθανατίσει ακόμη και τις υδρορροές. Είναι το μοναδικό έργο που του πήρε τόσο χρόνο. Την έκτισε πέτρα -πέτρα με πίστη  στο θεό.

ΣΤΟΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΧΩΡΟ του Μουσείου παρελαύνει ένας μικρός στόλος από καράβια, εμπορικά, πολεμικά, αλιευτικά με τα πανιά τους και τον εξοπλισμό τους έτοιμα να σαλπάρουν. Στους τοίχους καδρωμένα αποκόμματα από δημοσιεύματα και φωτογραφίες με την Πόπη του νέοι και ωραίοι. Τιμητικές διακρίσεις και βραβεία.

ΣΤΟ ΤΑΠΕΙΝΟ ΤΟΥ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ απονεμήθηκε την Ναυτική Εβδομάδα το πρώτο βραβείο, αλλά και οι συμπατριώτες του Παριανοί ποικιλοτρόπως  τίμησαν τόσο τον ίδιο όσο και την αείμνηστη σύζυγό του.

«ΕΣΕΙΣ ΑΠΟ ΠΟΥ ΕΙΣΤΕ;» μας ρώτησε. «Από τη Σύρο» του απαντήσαμε και έγινε ολόκληρος ένα πλατύ χαμόγελο «Τι λέτε; Τη Σύρο την αγαπώ ιδιαίτερα. Εκεί υπηρέτησα την στρατιωτική μου θητεία και έμαθα ναυπηγική στον «Ταρσανά». Γι’ αυτό και τα καραβάκια μου «μιλούν».

ΠΡΑΓΜΑΤΙ, ανεμότρατες, ατμόπλοια, τρεχαντήρια, ιστιοφόρα, τριήρεις, το κάθε σκαρί αντίγραφο του πραγματικού, ναυπηγημένα με τελειότητα και παραδοσιακή ναυπήγηση. 

ΓΕΝΝΗΜΕΝΟΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ ο κ. Μπενέτος είδε το φως του κόσμου στην Αλυκή, ένα μικρό οικισμό της Πάρου.

ΜΕΓΑΛΩΣΕ ΠΟΛΥ ΣΤΕΡΗΜΕΝΑ σε μια πολυμελή οικογένεια και γνώρισε νωρίς την βιοπάλη. Ήδη από τα 11 χρόνια του δούλευε στην ψαρόβαρκα του θείου του και στη συνέχεια σε μαρμαράδικο λατομείου. Έγινε ναυτικός, σιδηρουργός, και στη συνέχεια επαγγελματίας ψαράς. Πηγαίος, ανεπιτήδευτος, αυτοδίδακτος,  πολύτροπος, στοχαζόμενος κι όμως πόσο «ταπεινός», γι’ αυτό τόσο μεγάλος και αυθεντικός καλλιτέχνης με βραβεία.

ΚΑΤΑΦΕΡΕ ΝΑ ΣΥΜΒΑΛΛΕΙ στην ανάπτυξη της Πάρου με τα εκπληκτικά ομοιώματα καραβιών όλων των ιστορικών περιόδων και σημαντικών κτιρίων, δημιουργώντας ένα από τα πιο αξιόλογα μουσεία στην Ελλάδα.

ΤΟ ΝΗΣΙ ΤΩΝ ΚΑΤΑΛΕΥΚΩΝ ΜΑΡΜΑΡΩΝ και του Αρχίλοχου μόνο υπερήφανο μπορεί να είναι για τον κ. Μπενέτο Σκιαδά που μας διδάσκει ότι το ταλέντο δεν γνωρίζει από εμπόδια και δυσκολίες, αλλά γιγαντώνεται μέρα με τη μέρα δίνοντας πάλη χωρίς να τον ενδιαφέρει η νίκη ή η ήττα αλλά ο αγώνας που δίνει ο καθένας. Πώς πολεμάει, τι σκέπτεται, τι αισθάνεται, τι ονειρεύεται, τι προσδοκά …. Και ο αγώνας εκείνου αναμφισβήτητα είναι πλήρης βιωμάτων, θαυμάτων και ανθρωπιστικών αξιών…