Όταν ήμουν παιδί είχα βρει έναν κήπο /για να κρύβομαι εκεί απ' τη ζωή όταν λείπω…

Όταν ήμουν παιδί είχα βρει έναν κήπο /για να κρύβομαι εκεί απ' τη ζωή όταν λείπω…  Σύρος - Γράφει η Λίτσα Χαραλάμπους

Γράφει η Λίτσα Χαραλάμπους

 
«Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής/ των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων..»
Νίκος Καββαδίας
 
ΝΑ ΛΟΙΠΟΝ που ο ποιητής των θαλασσών παραμένει επίκαιρος παρότι πέρασαν πάνω από 40 χρόνια από τότε που η δύναμη των στίχων του διαπερνούσε τον αναγνώστη και  συνεπαρμένος μάθαινε ναυτικούς όρους τραγουδώντας τη σκληρή ζωή των ναυτικών.
 
ΠΡΙΝ ΠΕΡΙΚΕΣ ΜΕΡΕΣ γιορτάσαμε όπως πάντα τον πολιούχο μας άγιο με κεντρικά πρόσωπα, αυτά των ναυτικών. Τα γνωστά της Ένωσης Συνταξιούχων Ναυτικών που μένουν και επιμένουν να τιμούν τον προστάτη άγιο Νικόλαο (οικείο πλέον το πρόσωπο του προέδρου Γιώργου Μηλιού) και τα νέα πρόσωπα του Συλλόγου Γυναικών Ναυτικών του οποίου η ίδρυση ξύπνησε μνήμες στην πάλαι ποτέ συριανή ναυτική οικογένεια καθώς τις προηγούμενες δεκαετίες είχε  δημιουργηθεί το Παράρτημα του ΠΣΓΟΝ (Πανελλήνιος Σύλλογος Γυναικών Οικογενειών Ναυτικών) όπου συμπεριελάμβανε μεγάλο αριθμό συριανών μελών.
 
ΚΑΙ ΟΙ ΔΥΟ τότε εν ενεργεία σύλλογοι (Συριανή Ένωση Ναυτικών και ΠΣΓΟΝ), ενωμένοι, οργάνωναν από κοινού εκδηλώσεις δίνοντας σαφείς εικόνες της ζωής των ναυτικών. 
 
ΤΙΣ ΔΕΚΑΕΤΙΕΣ ’50- ‘60 οι θαλασσινοί  σχημάτιζαν ουρά στην Ακτή Μιαούλη στον Πειραιά, έξω από τις ναυτιλιακές εταιρείες, για να μπαρκάρουν.
 
ΠΡΟΣΕΦΕΥΓΑΝ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ αφού δεν είχαν άλλη επιλογή επιβίωσης. Κι ήταν παιδιά 17 χρόνων αυτά που φορτωμένα το βάρος της οικογένειας έφευγαν σε σαπιοκάραβα, χωρίς να ξέρουν πότε και αν θα γυρίσουν.
 
ΚΙΝΔΥΝΕΥΕ Η ΖΩΗ του θαλασσομάχου, γιατί στα πλοία  οι συνθήκες ναυσιπλοΐας ήταν απλά δραματικές.
 
ΜΕΡΙΚΟΙ ΑΠΟ  ΑΥΤΟΥΣ  δε γύρισαν ποτέ.  Θάφτηκαν σε ξένο χώμα. Βρήκαν καταφύγιο στην ξενιτιά που, σαν άλλη Κίρκη, τους κράτησε, για πάντα, κοντά της, ενώ δεν ήταν λίγες οι φορές που το μαντάτο του ναυαγίου ή ο θάνατος του ναυτικού σε πλοίο έντυνε στα μαύρα όλο το νησί.
 
ΤΟ 1960 ΙΔΡΥΘΗΚΕ η Ακαδημία Εμπορικού Ναυτικού. Αυτή που θα φιλοξενούσε τους αυριανούς  πλοιάρχους, ενώ λειτουργούσε και Σχολή Μηχανικών Εμπορικού Ναυτικού. Σημειώνω ότι ο συνολικός αριθμός των εν ενεργεία ελλήνων ναυτικών στην Ελλάδα τη δεκαετία 1960-1970 ήταν περίπου 65.000.
 
Η ΜΑΝΑ ΚΑΙ ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΝΑΥΤΙΚΟΥ ήταν ηρωίδα. Φρόντιζε τα παιδιά της και ζούσε μήνες χωρίς καμιά επικοινωνία.
 
ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ μεγάλωναν με τη νοσταλγία του πατέρα.  Τον ένιωθαν να λειτουργεί ως εικόνα αφηρημένη. Μια ιδέα, μια φωτογραφία στο τραπέζι, μια νυφική φωτογραφία στον τοίχο. Τα παιδιά ήξεραν ότι είναι ζωντανός κάπου στη θάλασσα. Η μάνα μόνη στις αρρώστιες, στις δύσκολες ώρες, πατέρας και μητέρα μαζί αλλά δεν το έβαζε κάτω. Προχωρούσε με το κεφάλι ψηλά. Ωραία, γενναία και υπερήφανη.
 
ΣΗΜΕΡΑ Η ΣΤΗΛΗ κάνει σπονδή στην αφρόεσσα θεά του γαλάζιου. Διασχίζουμε τη θολή γραμμή των Οριζόντων και σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο, αλγερινό, κοινωνούμε τη ζωή των ναυτεργατών.. Μνημονεύουμε την ψυχοσύνθεσή τους και τη χρήση των κωδικών επικοινωνίας τους. Τρυπώνουμε στην κάμαρή τους και φανταζόμαστε  εικόνες αποχαιρετισμού με την αγαπημένη τους. Μέσα από τα φινιστρίνια του πλοίου παρακολουθούμε πώς κεντούν τα συναισθήματά τους. Με συντροφιά τη μονότονη βουή της μηχανής κάνουμε βάρδια με τον Πουνέντε από κοντά. Κρεμόμαστε με επιτηδειότητα στη κουπαστή ώσπου ν’ ανέβουμε στη γέφυρα για να δούμε θεαματικά τους ναύτες να χτυπούν της λαμαρίνας τη σκουριά. Κι όσο το καράβι  θ’άχει τη ρότα του, πιάνουμε ζεστή κουβέντα νοσταλγίας πίνοντας καφέ στη ρεσπέτζα.
 
ΩΣ ΟΙΚΟΔΕΣΠΟΙΝΑ σας προσκαλώ να ανεβούμε τον γκάνγκουη  για ένα μικρό μπάρκο, και η προσοχή μας ανοιχτά του πελάγου, να στραφεί στα φώτα πορείας. Κάθε άλλο παρά άσχετη  κι εγώ με τη ναυτοσύνη (αδελφή, σύζυγος ναυτικού και παρολίγο μητέρα αφού ο γιος μου αποφοίτησε από την Ανωτάτη Σχολή Εμπορικού Ναυτικού Σύρου) μπορώ να πω από ανάσας απόσταση ότι οι θαλασσινοί  είναι άνθρωποι συνεσταλμένοι. Σαν παιδιά που ντρέπονται, αλλά με βαρύ φορτίο ζωής.
 
Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΟΥΣ στη Ερμούπολη με τίτλο ο «Βατσιμάνης», στην οποία με ψευδώνυμο κάποτε έτυχε κι εγώ να αρθρογραφήσω, ήταν η απόλυτη καινοτομία στο νησί. Ήταν ο βράχος που έπεφτε με ορμή απίστευτη στην νηνεμία μιας κοινωνίας μίζερης, ανταγωνιστικής, άδικης και καταπιεστικής.
 
ΤΑ ΜΕΛΗ ΤΗΣ Σ.Ε.Ν αρθρογραφούσαν με γλώσσα που τσάκιζε κόκκαλα. Ήταν καταπληκτικό πώς κατάφερναν- ανάλογα με το ποιοι ήταν ξέμπαρκοι- να παίρνουν τη σκυτάλη από τους άλλους που μπάρκαραν, έτσι ώστε να γίνεται μια ανακύκλωση γραφής, η οποία «έγραψε ιστορία» στον έντυπο τύπο της Σύρου.
 
ΝΑΥΤΙΚΕΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΕΣ έχτισαν τη ζωή τους και πορευτήκαν. Ακολούθησαν πορεία με φουρτούνες, ράδες και απάνεμα λιμάνια.
 
ΜΠΟΡΕΙ ΣΗΜΕΡΑ η αλλαγή στην ποντοπόρο ναυτιλία να είναι εντυπωσιακή και ως προς τον αριθμό του ανθρώπινου δυναμικού και των πλοίων αλλά και ως προς την ποιότητα.
 
ΜΠΟΡΕΙ ΣΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ, τα ταξίδια να διαρκούσαν πολύ με κύριο σημείο επαφής τα γράμματα με την αγωνία του ταχυδρόμου σε αντίθεση με το παρόν όπου η πρόοδος της τεχνολογίας επιτρέπει την καθημερινή επικοινωνία και την μείωση του χρόνου διαμονής του πλοίου στο λιμάνι,(με πολύ αγχος) αλλά η μετουσίωση που απαιτεί τις επιστροφές της, παραμένει η ίδια. Τα πρόσωπα, ο κόπος τους, ο αγώνα τους αποτελεί την ολοζώντανη εικόνα μιας κοινωνίας.
 
ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΑ ΜΙΛΟΥΣΑΜΕ για το «Θαύμα της Ελληνικής Ναυτιλίας» που  δημιουργήθηκε από το φιλότιμο του έλληνα ναυτικού και το εφοπλιστικό δαιμόνιο. Μιλάμε ακόμη και τώρα για ελληνική εμπορική ναυτιλία  αλλά στην ουσία χωρίς Έλληνες ναυτικούς.
 
 ΕΔΙΩΧΘΗΣΑΝ από τα πλοία για οικονομικούς λόγους με τις ευλογίες φυσικά και του σάπιου πολιτικού συστήματος γιατί οι έλληνες ναυτικοί που υπήρξαν οι πρώτοι χρηματοδότες της ελληνικής κοινωνίας, συμβάλλοντας στην ανάπτυξη της Ελλάδας, όχι μόνο δεν αντιμετωπίστηκαν με σεβασμό αλλά θεωρήθηκαν και πολίτες δεύτερης κατηγορίας.
 
ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ υπεξαίρεσε  την σύνταξή τους, διέλυσε το Ν.Α.Τ. και τον Οίκο Ναύτου, κατασπατάλησε  όλα τα αποθεματικά του παρόλο που με τον ιδρυτικό του νόμο είχε το δικαίωμα να τα χρησιμοποιήσουν μόνο οι ναυτικοί και οι οικογένειές τους.
 
Η ΑΝΑΛΓΗΤΗ ΕΞΟΥΣΙΑ καταρράκωσε την υπερηφάνεια του ναυτεργάτη και τον κατάντησε ζητιάνο στερώντας του ακόμη και το δικαίωμα ψήφου, όταν ταξιδεύει.
 
ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ αυτά κληρονόμησε η σημερινή ναυτική οικογένεια καλούμενη  να τα αντιμετωπίσει έχοντας μια βαριά παρακαταθήκη.
 
 Η ΥΠΟΜΟΝΗ, η επιμονή, η πίστη, η ελπίδα, ο έρωτας, ο φόβος, η αδικία φανερώνονται χωρίς ταμπού με εκφραστικές, συγκινητικές, γήινες και λιτές εικόνες  που δίνουν το μέτρο του ναυτικού μόχθου σε μια Ελλάδα που παραμένει αχάριστη.
 
ΓΙΑΤΙ ο ναυτικός συνεχίζει να τιμά την οικογένειά του, τον τόπο του και την ελληνική εμπορική ναυτιλία.
 
ΜΠΟΡΕΙ να μην έχει σχέση με τον ναυτικό της ποίησης Καββαδία που αιχμαλωτίζει και μαγεύει με τους τύπους των λιμανιών, τη ζαλιστική μυρωδιά των σπιτιών των κοριτσιών, τις σκοτεινές διαδρομές των «κολασμένων» και καταδικασμένων, την ενοχή. Όμως παραμένει αυθεντικός στην αγωνία της φυγής και του άγχους. Λάτρης ενός ανθρώπινου και λιτού κόσμου.
 
Η ΕΛΠΙΔΑ ΤΟΥ ΓΥΡΙΣΜΟΥ καίει καντήλι αναμμένο στην ψυχή του. Του δίνει δύναμη να παλεύει και να ξεπερνά όλα όσα συναντά στο δρόμο της επιστροφής. Σαν τον Οδυσσέα μέχρι να δει «Καπνόν αποθρώσκοντα της Ιθάκης»: Ακόμα και τον καπνό της πατρίδας του να δει από μακριά….