«Ο Ροβινσών μπορεί να περιμένει…», η Τράπεζα όχι…

«Ο Ροβινσών μπορεί να περιμένει…», η Τράπεζα όχι… Σύρος - Ερμούπολη - του  ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΛΙΤΣΑ
του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΛΙΤΣΑ

 

«Ένα βιβλίο! Πώς βρέθηκε εδώ;»

Αυθόρμητα τού βγήκε η απορία από τα χείλη, όταν θέλοντας να κρύψει στο ντουλάπι μαζί με τις καλοκαιρινές του αναμνήσεις το σακίδιο- αχώριστο σύντροφο των διακοπών-  βρήκε μέσα ένα …βιβλίο!

Του φάνηκε περίεργο, γιατί σπάνια έπαιρνε βιβλία στις διακοπές του!

Τότε –«θεία φωτίσει»- θυμήθηκε! Ναι, το είχε βρει ξεχασμένο στην αμμουδιά ένα μεσημέρι. Το ελαφρύ αεράκι που γύριζε βιαστικά τις σελίδες του, λες και κάποιος …αόρατος άνθρωπος το διάβαζε, το γέμιζε με κόκκους άμμου, «ενθύμιο» για τις ημέρες του χειμώνα που θα ερχόταν…

Ναι, τώρα θυμάται καλά! Το βρήκε την ώρα που μάζευε τα πράγματά του και μια που δεν υπήρχε κανείς κοντά του να το αναζητήσει, το έβαλε βιαστικά στο σακίδιό του. Ούτε τον τίτλο του δεν είχε σκεφτεί να κοιτάξει…

Άφησε γι’ αργότερα το νοικοκύρεμα και κάθισε στην καρέκλα ξεφυλλίζοντας από περιέργεια το καλοκαιρινό λάφυρο…

Όμορφη ζωγραφιά στο εξώφυλλο! Τίτλος του: «Ο Ροβινσών Κρούσος»-Συγγραφέας Ντάνιελ Ντεφόε… Πρώτη φορά έβλεπε και τον τίτλο και το όνομα του συγγραφέα! Εδώ που τα λέμε, δεν ήταν και από τους fan του βιβλίου! Αραιά και πού διάβαζε κάποιο βιβλίο, από αυτά που έβρισκε προσφορά στην κυριακάτικη εφημερίδα του!

Άρχισε να το ξεφυλλίζει βιαστικά και να διαβάζει μερικές φράσεις στην τύχη…

«…Βρισκόμουν ολομόναχος καταμεσής ενός έρημου νησιού… Δεν είχα εντοπίσει το παραμικρό σημάδι ανθρώπινης παρουσίας…»

Κοίταξε αφηρημένα γύρω του… Έπιπλα,  πίνακες στους τοίχους, τραπέζια, τηλεόραση, στερεοφωνικό, ένα μικρό μπαρ γεμάτο ποτά, καναπέδες και καρέκλες, πολλές άδειες καρέκλες… Τα παιδιά στο δωμάτιό τους διαβάζουν… Η σύζυγος «κολλημένη» στο FaceBook… Από το δρόμο ακούγονται ενοχλητικοί  θόρυβοι από αυτοκίνητα και μηχανές, δεκάδες αυτοκίνητα και μηχανές που εκνευριστικά κορνάρουν, γιατί προφανώς, οι οδηγοί τους –άγνωστοι μεταξύ αγνώστων-βιάζονται να κερδίσουν μερικά λεπτά χρόνου…

«Ναυάγησα σ’ ένα έρημο νησί. Δεν υπάρχει ελπίδα να φύγω από τούτο τον τόπο… Μοιάζει με εξορία… Είμαι καταδικασμένος να περάσω μια ζωή μοναχική…»

Κάποιες φωνές τον έκαναν  να στρέψει το βλέμμα στο παράθυρο… Άνθρωποι βιαστικοί  προσπαθώντας να προσπεράσει ο ένας τον άλλο σπρώχνονται μεταξύ τους, άλλοι μιλούν δυνατά στο κινητό τους και χειρονομούν, θαρρείς και ο συνομιλητής τους βλέπει!  «Τι παράξενο», σκέφτηκε! «Τόσοι πολλοί άνθρωποι  στους δρόμους και τα πεζοδρόμια κι όμως ζουν, αναπνέουν και κινούνται σαν να είναι ο καθένας τους εντελώς μόνος, σαν να μην υπάρχουν άλλοι γύρω του… Τι ζητούν; Τι κυνηγούν με τόση βιασύνη κι ωστόσο δεν προλαβαίνουν να το φτάσουν;»

«Η ελπίδα να φύγω απ’ το νησί ήταν αχνή, ωστόσο είχα αρχίσει να νιώθω κάποια ηρεμία, ακόμη και ικανοποίηση… Επιπλέον αισθανόμουν λιγότερο μόνος…»

Έκπληκτος σταμάτησε προς στιγμή το …ζάπινγκ στις σελίδες του βιβλίου! Ηρεμία και ικανοποίηση σε ένα έρημο μέρος; «Πώς γίνεται», απόρησε και συνέχισε να διαβάζει όλος περιέργεια…

«Αντιμετώπιζα την κατάσταση με μεγαλύτερη αισιοδοξία και γαλήνη. Διέθετα ό,τι χρειαζόμουν για να επιβιώσω… Είχα μάθει να ικανοποιούμαι με όσα είχα, αντί να θλίβομαι για όσα μου έλειπαν…»

Άφησε ξανά το βλέμμα του να περιπλανηθεί στο χώρο του… Έπιπλα,  πίνακες στους τοίχους, τραπέζια, τηλεόραση, στερεοφωνικό, ένα μικρό μπαρ γεμάτο ποτά, καναπέδες και καρέκλες, πολλές άδειες καρέκλες… Τα παιδιά διαβάζουν… Η σύζυγος στον καναπέ  αγκαλιά με το tablet…  Από το διπλανό διαμέρισμα ακούγεται με μεγάλη ένταση η τηλεόραση της πάντοτε κακόκεφης κυρίας Ευφροσύνης… «Πολεμικές συγκρούσεις στη Συρία… Χιλιάδες  πρόσφυγες… Νέες πυρηνικές δοκιμές… Πολύνεκρο αυτοκινητικό δυστύχημα…  Προαπαιτούμενα της «τρόικας» για τη νέα δόση… Νέοι στόχοι της  NASA…» και …ΦΑΠ! Διαφημιστικό διάλειμμα, για πολλοστή φορά!  Ακόμη κι οι διαφημίσεις είναι μια παρηγοριά για τη μοναχική κυρία… «Μήπως, ώρες ώρες το ίδιο δε νιώθω κι εγώ;» μονολογεί μελαγχολικά…

Συνέχισε να γυρίζει  μηχανικά τις γεμάτες άμμο σελίδες του βιβλίου…

«…Χιλιάδες μίλα με χώριζαν από τις μικρότητες και τις κακίες της ανθρωπότητας και δε φοβόμουν πλέον τίποτα…»

«Τίποτα; Πώς γίνεται;»

«…Ήμουν βασιλιάς μιας μικρής επικράτειας, στην οποία κανείς άλλος, εκτός από μένα, δεν κατοικούσε… Κανείς δεν διεκδικούσε το θρόνο μου και κανείς δεν με ζήλευε…»

Άλλη μια γρήγορη ματιά γύρω… Μήπως κι ο ίδιος δεν είναι «βασιλιάς» και «κυρίαρχος» στο χώρο του; Ποιος θα μπορούσε  να διεκδικήσει το «βασίλειό» του, το σπίτι του, που απέκτησε με τόσους κόπους και στερήσεις;

Ένας χαρακτηριστικός, διαπεραστικός ήχος υπενθύμισης διέκοψε τις σκέψεις του. Ευτυχώς που μπορεί να βασίζεται στον υπολογιστή του, γιατί, με τόσες ασχολίες και υποχρεώσεις, ποιες θα μπορούσε να πρωτοθυμηθεί για να είναι συνεπής; Κοίταξε απορημένος στην οθόνη: «SOS! ΝΑ ΜΗΝ ΞΕΧΑΣΩ ΜΕΧΡΙ ΑΥΡΙΟ ΝΑ ΠΛΗΡΩΣΩ ΣΤΗΝ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗ ΔΟΣΗ ΤΟΥ ΔΑΝΕΙΟΥ!»

Κοίταξε αγχωμένος το ρολόι στον απέναντι τοίχο: 1.12΄! Μόλις που προλάβαινε να πεταχτεί μέχρι την Τράπεζα για να πληρώσει τη δόση! Αύριο, τελευταία ημέρα,  θα γίνεται χαμός από όλους εκείνους που, όπως πάντα, θα τρέξουν την τελευταία στιγμή  να πληρώσουν τις δόσεις του χρέους τους… Στριμωξίδι, διαπληκτισμοί, χάσιμο χρόνου… Τι μπελάς κι αυτή η δόση!

Έκλεισε το βιβλίο βιαστικά και το έχωσε ξανά στο σακίδιο με τις καλοκαιρινές αναμνήσεις… Μια άλλη φορά που θα είχε χρόνο, θα το διάβαζε… Όχι τώρα!

«Ο Ροβινσών μπορεί να περιμένει! Η Τράπεζα, όχι!»