«Ζλάτνα Μόμα…»

«Ζλάτνα Μόμα…» -  Σύρος - Ερμούπολη - Ένα πασχαλινό διήγημα από την Μαρία Κρόντη

Ένα πασχαλινό διήγημα από την Μαρία Κρόντη

 

Η αυλή του σπιτιού έλαμπε στο φως, καθαρή, συγυρισμένη, όλο ζωή.Tο φρέσκο, τρυφερό, ανοιχτοπράσινο χόρτο, το πρώτο της Άνοιξης, σκόρπιζε το άρωμα του. Γλυκόπιοτο φως, μελαχρινό και λείο, καθαρό σαν το τρυφερό χορτάρι που πατούσαμε ευχαριστημένα, ανέμελα… Η αυλή μας, πόσο τη λάτρεψα… μια ζωγραφιά.

   Σεργιάνιζα εκεί, χειμώνα-καλοκαίρι, από παιδί. Μάθαινα τα μυστικά της άνοιξης, μέσα στην ψυχή μου.

   Οι άνθρωποι της ο Τέλκου, η Ντρόνα, ο Πένος, η Λένω, η Λισάβα κι η «Μόμα» (:το κορίτσι).

   Η αυλή αυτή γεννήθηκε για τη «Μόμα» κι η «Μόμα» για την αυλή. Κύλησαν τα πιο όμορφα χρόνια της ζωής της εκεί. Ζυμωτό, ζεστό ψωμί χόρτασε, μεγάλωσε. Τα χελιδόνια, τις Άνοιξες, καθόταν στα σκαλάκια του σπιτιού, κι άκουγε, με αφοσίωση. Κουβέντιαζε μαζί τους. Ανέμελα χρόνια, ζωγραφιστά.

   Η Ντρόνα κι η Λένω περιποιούνταν την αυλή. Λουλουδικό να δουν τα μάτια σου, ομορφιές… Πάντα είχε τις ομορφιές της.Τι καλογινομένες πασχαλιές, τι ανάγλυφες τριανταφυλλιές, τι μεθυστικές βιολέτες! Τι πολύχρωμους πανσέδες, κίτρινους, φούξια, μελιτζανιούς.

   Ολόδροσοι βασιλικοί, σκουλαρικιές κοσμήματα, εντυπωσιακές βιγόνιες, πλούτιζαν τη συλλογή. Οι τελευταίες «ξεχειμώνιαζαν» στην αποθήκη για να μην «καούν» από το κρύο, σαν ευαίσθητα φυτά που ήταν. Τα φρόντιζε με την ψυχή της η Λένω, τα φύλαγε, τα λάτρευε.

   Άσε τις ντάλιες που φύτευε. Άνθιζαν τα καλοκαίρια σε διάφορα χρώματα. Τα λευκά κρίνα ξεχώριζαν. Οι βαθυκόκκινες, πορτοκαλιές μολόχες, με το φωτεινό κόκκινο, το πορτοκαλί τους κι οι ροζ μαστίχες καμάρωναν στις γλάστρες που αράδιαζε η Λένω, σ΄ όλη την είσοδο του σπιτιού.

    Μια γλάστρα με αρμπαρόριζα ήταν απαραίτητη για το γλυκό κυδώνι. Η μυρωδιά των φύλλων της γινόταν γεύση, άρωμα φίνο μέσα στο σιρόπι του όταν το έριχνε, δεμένο ματσάκι φυλλαράκια, στον ταβά, η Λένω! Τι χρώματα, τι αρώματα, τι χάρη… είχε αυτή η αυλή. Ήταν ο πολύχρωμος κόσμος τους, η ζωή τους. Την αγαπούσαν την αυλή, σαν τον εαυτό τους.

   Ο Τέλκος φρόντιζε τα ζώα της αυλής κι ο Πένος τα δέντρα της. Μεγάλη αυλή. Στη μέση, η δαμασκηνιά με τα ωραία κιτρινοπράσινα, τραγανά, σιροπιασμένα, δαμάσκηνά της. Σου έτρεχαν τα σάλια όταν τα δοκίμαζες.

    Μετά από χρόνια, όταν μεγάλωσε πια η «Μόμα», η δαμασκηνιά γέρασε, μια  νεαρή κερασιά πήρε τη θέση της και λίγο πιο πέρα μια θαυμάσια αχλαδιά, κρατούσε δροσερό ίσκιο τα καλοκαίρια, μπροστά στο πατρικό σπίτι. Θρόιζε τα φύλλα της το αεράκι κι έφερνε μέσα στην κουζίνα την αύρα της, τη φρεσκάδα της, το μουρμούρισμα της το σιωπηλό, ξεκούραζε την ψυχή.

   Η κληματαριά φορτωμένη σταφύλια, κίτρινα, κόκκινα, ροζακιά, σκέπαζε την πίσω μικρή αυλή, σαν ένας άλλος ουρανός, πιο κοντινός, πιο δικός τους. Μέχρι κι ελατάκι, που με τα χρόνια μεγάλωνε κι ομόρφαινε, είχε φυτέψει, ο μερακλής, ο Πένος.

   Θυμάμαι τα κουνελάκια του παππού, καθαρά, κάτασπρα, πιο απαλά κι απ’ το μετάξι! Τα ‘παιρνα στα χέρια μου και τα χάιδευα με πολύ στοργή, τρυφερούδια κι αυτά, σαν την παιδική ψυχή μου.

   Ο γαιδαράκος, ο «Μαγκάρε» (:γάιδαρος), ο αγαπημένος του παππού και δικός μου, ήταν ο φύλακας της αυλής. Μόλις ερχόταν  ο παππούς Τέλκος κι άνοιγε η σιδερένια πόρτα της μπροστινής εισόδου του σπιτιού, στο πίσω μέρος, σε σχέση με την αυλή, ο «Μαγκάρε» καταλάβαινε ότι ερχόταν ο παππούς στο σπίτι, κι άρχιζε το τραγούδι της υποδοχής. Ατελείωτο τραγούδι…

   Όλοι λέγανε: «Ουφτασά Τέλκου» (:έφτασε ο Τέλης). Το τραγούδι επαναλαμβανόταν καθημερινά, ανελλειπώς με την ίδια έμφαση και διάρκεια, κατά την άφιξη του παππού. Γνώριζε το βήμα του, το αφουγκραζόταν, ήξερε το δικό του άνοιγμα. Αν άνοιγε οποιοσδήποτε άλλος την πόρτα, δεν σήμαινε απολύτως τίποτα γι’ αυτόν. Όταν όμως ερχόταν ο Τέλκος, αυτό σήμαινε τάισμα, περιποίηση του ζώου, φρέσκο χορταράκι λαχταριστό, νεράκι δροσερό, κρυστάλλινο. Οπότε πώς να μην τραγουδήσει από χαρά ο Μαγκάρε (:ο γάιδαρος), πώς να μην υποδεχτεί, πώς να μην καλοπάρει τον παππού.

   «Ουφτασά ντέα του…» (: έφτασε ο παππούς) έλεγε η Λένω στη Ντρόνα και στη «Μόμα» (:κορίτσι) που κάτι έφτιαχναν όλες μαζί.

   «Άιντα ντα όντουμ ντόμα ζα σιό κι μα σάκα, κι όντουμ… κι πτσούια.» (:άντε να  πάω σπίτι γιατί θα με θέλει, θα πάω… θα βρίζει).

   Και ξεκινούσε η Ντρόνα να ετοιμάσει το μεσημεριανό του, να τον περιποιηθεί υποτακτικά. Τον φοβόταν και λιγάκι. Δεν προλάβαινε ν΄ ανέβει τα σκαλιά του σπιτιού, κι εκείνος, είχε ήδη βγει στην αυλή.     «Ντρόνω, Ντρόνω…» φώναζε συνεχόμενα, επίμονα, επιτακτικά, χωρίς να περιμένει να λάβει απάντηση.

 «Κι ντόιντουμ μπρε, σέγκα, ουστάνι μάλτσα, κι ντόιντουμ… ίτσ νε μόζις ντα τσιέκις… ουου» (: θα έρθω βρε τώρα, σταμάτα λίγο, θα έρθω,  καθόλου δεν μπορείς να περιμένεις…ουου).

   Η Λισάβω από κοπέλα δεν εγκατέλειπε τη συνήθεια να τυλίγει τα μαλλιά της με συρμάτινα ρολά. Βουτώντας, με πολύ επιμέλεια, τα δυο της ντελικάτα δάχτυλα, μέσα σε χυμό φρέσκου λεμονιού που είχε σε ένα φλιτζανάκι, έβρεχε τουφίτσα-τουφίτσα τα μαλλιά της, πριν τα τυλίξει, γύρω από τα ρολά, για καλύτερο αποτέλεσμα. Ήταν πάντα πολύ κοκέτα. Περιποιόταν τον εαυτό της, πρόσεχε την κάθε λεπτομέρεια στην εμφάνιση της. Μαλλιά, πρόσωπο, νύχια, στην εντέλεια. Πάντα μοσχοβολούσε μια υπέροχη κρέμα που έκανε το πρόσωπό της να γυαλίζει σαν αλουμινόχαρτο, όμως, μοσχοβολούσε. Μεγαλοκοπέλα η Λισάβω πια, ήταν πάντα άψογη, νόστιμη, εντυπωσιακή σαν τα μοσχοβολιστά μπουμπούκια της αυλής.

   Θυμάμαι τα τριαντάφυλλα… Τ’ αναζητώ. Τα βλέπω μπροστά στα μάτια μου, τα μυρίζω. Τ’ άσπρα μύριζαν διακριτικά, χορταστικά, τα ροζ ανεπαίσθητα, απαλά. Τα βυσσινί  καθόλου, μόνο όμορφα ήταν, ξεχώριζαν επιβλητικά, με το έντονο χρώμα τους. Τα κίτρινα ίσα- που μύριζαν, κάτι  από άρωμα λεμονιού είχαν. Απ΄ όλα περισσότερο μου άρεσαν τα κόκκινα, τα βαθυκόκκινα, τα τριανταφυλλί! Η τέλεια, βαθιά, γλυκιά μυρωδιά τους με μεθούσε. Δεν τα χόρταινα. Χάιδευα τα λεπτά, τρυφερά, βελούδινα πέταλα τους. Όταν άνοιγαν διάπλατα, μαδούσαν εύκολα, σαν πούπουλα που σκορπούσαν προς όλες τις κατευθύνσεις, μόνο μ’ ένα άγγιγμα, τη στιγμή που πήγαινες να τα μυρίσεις, σαν με το φύσημα ενός ελαφρού αέρα.

    Μ’ άρεσαν οι πασχαλιές. Ολόκληρο δέντρο είχαμε, δίπλα στην είσοδο της αυλής, στο σύνορο με το γειτονικό σπίτι της μπάμπου-Λιούμπας, της γιαγιάς μου. Μοσχοβόλαγε η αυλή, ταξίδευε το άρωμα γύρω, αποτυπωνόταν στη μνήμη, βάφτιζε τις καρδιές στη μαγεία  της αυλής μας, του ονείρου αυτού που λεγόταν ζωή μας!

    Η γιαγιά με λάτρευε, μάλλον γιατί της έμοιαζα στην εξυπνάδα, κι αργότερα στη διπλωματία. Αυτό όμως, που της έμοιαζα περισσότερο, ήταν η αποφασιστικότητα κι η τόλμη της. Τη θυμάμαι  ανύμπορη πια, σε μεγάλη ηλικία που έπαιρνε κι έφτιαχνε μόνη της, λίγο τσιμεντάκι να σοβατίσει τις τρύπες του εξωτερικού τοίχου του σπιτιού που είχε πέσει από την υγρασία του χειμώνα. Το σπίτι πεντακάθαρο, περιποιημένο πάντα.

   «Ντρόνω πραβίχ μλέτσνικ…» (:Αντωνία, έφτιαξα γαλατόπιτα) η Λένω τη φώναζε να βάλουν την πιροστιά, για το ταψί. Θα έψηναν την πίτα με ξύλα, με ειδικό στρόγγυλο καπάκι από πάνω σαν γάστρα (: βρ-σνικ). Κατακίτρινη από τα χωριάτικα, φρέσκα αυγά, ροδοκοκίνιζε η κρούστα, ξεροψηνόταν το φύλλο, μύριζε όλη η αυλή, πίτα. Μόλις κρύωνε λίγο, την έκοβαν σε τρίγωνα μεγάλα κομμάτια, σαν μερίδες που γέμιζαν όλο το πιάτο. Το πάνω μέρος του κομματιού ήταν τυρόπιτα (φύλλο τυλιγμένο με τυρί, το λεγόμενο κρ-σνικ) συνδιασμένη με γαλατόπιτα.

   «Τσέκι, κι τι ζαπάλιουμ όγκιν… ί ακού νε σάκις, κι  τι ντόντσουμ πρ-τσκι, ντ-ρβα… ζα ντα ζαπάλις τι…» (:περίμενε θα σου ανάψω φωτιά… ή αν δεν θέλεις, θα σου φέρω βέργες, ξύλα… για να ανάψεις εσύ…).

   Το γλυκό κεράσι το έφτιαχναν πάντα μαζί, το κυδώνι, το σύκο, τις μαρμελάδες ροδάκινο. Η «Μόμα»(:κορίτσι) καμάρωνε τις νοικοκυρές της αυλής, με τα μεράκια και τις περιποιήσεις τους, κι έπαιρνε καλά μαθήματα μαστοριάς και τέχνης. Έκαναν μ’ αγάπη, τα φαγητά, τα γλυκά τους, επιδίωκαν άψογο, άριστο, επαγγελματικό αποτέλεσμα, όχι μέτρια πράγματα. Δοκίμαζαν με τις ώρες το σιρόπι των γλυκών του κουταλιού. Έβαζαν μικρή ποσότητα σιροπιού στο πιάτο. Το κρύωναν αργά- αργά, τελετουργικά, ανακατεύοντας το με ρυθμικές κινήσεις και μαεστρία. Το παρακολουθούσαν. Να κρυώσει, να δέσει σωστά… να το κατεβάσουν από τη φωτιά, την κατάλληλη στιγμή. Να μην είναι ούτε πολύ νερουλό, αραιό, ούτε πολύ πηχτό και παραγινωμένο, αλλά δεμένο, όσο πρέπει! Με ζάχαρη, όχι σε πολύ μεγάλη ποσότητα,  ώστε να λιγώνει, αλλά, όση χρειαζόταν ώστε να κυριαρχεί η γεύση του φρούτου, να μην καλύπτεται απ’ αυτή, της ζάχαρης. Να ξεχωρίζει.

   Η αυλή μας μύριζε πασχαλιές, ασημένιες, περήφανες πασχαλιές. Μωβ βιολέτες και γλυκό κεράσι. Αρμπαρόριζα και γλυκό κυδώνι. Σιρόπια έσταζαν οι βρύσες, μοσχοβολιστά. Άνθη γέμιζαν οι καρδιές, άνθη κερασιάς, δαμασκηνιάς. Οι ήχοι της καμπάνας του Πάσχα έσμιγαν με τις μυρωδιές της, πλεγμένα σε πλεξίδες τα κουλουράκια της μαμάς, τα τσουρέκια, της γιαγιάς Ντρόνας, φουσκωμένα, περήφανα, λαχταριστά, αφράτα.

   «Ωχ μωρέ Μόμω… ωχ μωρέ Μόμω!» (Ωχ μωρέ Κορίτσι… ωχ μωρέ Κορίτσι!) την έπαιρνε στη ζεστή αγκαλιά της η Ντρόνω, τη μοσχοβολιστή. Τη λάτρευε τη «Μόμα». Κι άμα έκανε καμιά αταξία και τη μάλωνε η Λένω… την έλεγε «Τζότκο! Σιό πραβί ;» (:άτακτο! Τι έκανες;). Κι ύστερα πάλι την καλόπαιρνε «Ζλάτνα Μόμα…» (:Γλυκό Κορίτσι) της έλεγε, «Τζαχανούμ…» (:Χανουμάκι).

   Σκέφτομαι πόσο όμορφα γίνονται τα χρόνια σαν χαθούν. Οι μυρωδιές, τα χρώματα, όπως τ’ αφήσαμε εκεί μείνανε… στο καλύτερο μέρος της καρδιάς, γλυκά, σαν τη «Ζλάτνα Μόμα», ζεστά σαν την αγκαλιά της γιαγιάς Ντρόνας.

Υποσημείωση: Οι λέξεις που χρησιμοποιούνται στους διαλόγους είναι από το τοπικό ιδίωμα της πατρίδας μου, της Γουμένισσας στη Μακεδονία.

Ερμούπολη, 15-04-2017                                        Μαρία Π. Κρόντη