«Έτσι ανθίζει ο πόνος μάνα…και γίνεται ζωή (!) »

«Έτσι ανθίζει ο πόνος μάνα…και γίνεται ζωή (!) »  - Σύρος - Ερμούπολη -Ένα λογοσχόλιο από την Μαρία Κρόντη
Ένα λογοσχόλιο από την Μαρία Κρόντη

 

«Μάνα…ήθελα να σου πω… πόσο σ’ αγαπώ και ας μην είσαι κοντά μου…πια. Κι ας μην ήσουν ποτέ κοντά μου. Πέρασαν έξι μήνες από το χαμό σου. Για μένα…αιώνας…Πόσο μακρινή ήσουν…πόσο άπιαστη…πόσο «ανύπαρκτη»…Αν δεν “ζήσει” κανείς τη μάνα του είναι σαν να μην έχει ζήσει τη ζωή του…(;). Γιατί σου γράφω πάλι ; Τι να σου πω; Εσύ στον άλλο κόσμο κι εγώ εδώ. Για μένα δε συμβαίνει τίποτα απ΄ όλα αυτά. Δε πενθώ γιατί «πενθούσα» πάντα. Η φωτογραφία σου ακριβώς δίπλα στην εξώπορτά  του σπιτιού - εκεί επέλεξα να είναι, να σε χαιρετώ κάθε στιγμή που φεύγω, κάθε στιγμή που έρχομαι - μου χαμογελά κάθε μέρα. Είσαι «εδώ» κάθε μέρα… Υπάρχεις μέσα στην καρδιά μου, όπως υπάρχεις παντού, όπως υπήρχες...πάντα, χωρίς να το ξέρω, όπως θέλω να υπάρχεις για πάντα.

 Φοράω μαύρα. Έτσι νιώθω. Δεν ήμουνα «μαζί σου» να σε φροντίσω ούτε μια στιγμή, κι εσύ… δεν ήσουνα «μαζί μου» μια ολόκληρη ζωή (!)… «Ήσουν» όμως «δίπλα μου»…Κι εγώ «ήμουν» εκεί… «δίπλα σου», κάθε μέρα, στο κρεβάτι του πόνου, του τελευταίου της ζωής σου. Πονούσα μαζί σου… Κάθε στιγμή σε σκεφτόμουν… Κανείς δεν το ‘ξερε… αλλά «ήμουν» εκεί…δίπλα σου… Πώς είναι δυνατόν να ήμασταν κι οι δύο παρούσες με την απουσία μας; Ναι. Είναι. Ήμασταν παρούσες διαρκώς με τη σκέψη μας, με τη σιωπή μας. Όταν έμαθα την αλήθεια… έμαθα τι σήμαινε για σένα σιωπή. Η «ηχηρή» σιωπή σου ! Ναι η σιωπή μπορεί να είναι «ηχηρή», «εύηχη» ουσιαστική, εκφραστική, δυνατότερη από οποιαδήποτε λέξη ! Πιο πολλά ζεις… λες… με τη σιωπή παρά εκφράζοντας το με λόγια…Η σιωπή… (!) μια άλλη  «γλώσσα» ! Σοφοί αυτοί που ξέρουν να σωπαίνουν, όπου κι όταν χρειάζεται. Λένε πιο πολλά έτσι…

 Έτσι κατάλαβα … γιατί σου άρεσε να διαβάζεις... Άρεσε και σε μένα… Μια ζωή είχες μάθει να σωπαίνεις…Σκεφτόσουν και ζούσες…σώπαινες και ζούσες…, «μιλούσες» με τη σιωπή σου…Έμαθα από σένα να σκέφτομαι κι εγώ περισσότερο, μ’ έκανες να σκεφτώ πιο πολύ έτσι…με τη σιωπή σου αυτή να δώσω απαντήσεις (;) στον εαυτό μου. Έστω κι αν δεν την επέλεξες, έστω κι αν δεν μπορούσες να κάνεις αλλιώς, αλλά κι αν μπορούσες,  το ίδιο θα έκανες… Δεν έμαθα όμως ακόμα να σωπαίνω… Σκεφτόσουν και ζούσες… σώπαινες μάνα. Πάντα… σιωπηλή μου (!) μάνα…

   Κάθε μέρα  μου γελούσες. Στο τηλέφωνο έλεγες πως ήσουν καλά, κι ας μην ήσουν, κι ας  βρισκόσουν - βαριά άρρωστη-  στο νοσοκομείο. Μεγάλωσες, κουράστηκες… Δεν θα άντεχες πια...  Η σκέψη μου, όλη τη μέρα, σ’ εσένα… Ήμουν μαζί σου κι ας ήμουν απούσα. Έτσι μάθαμε εμείς οι δυο…να είμαστε «απούσες» -«παρούσες».

   Ήμουν  εκεί, κάθε λεπτό. Σε μια καθημερινότητα άλλη βρισκόμουν,  η σκέψη μου όμως, ήταν εκεί…, το ήξερες…Όπως το ήξερα κι εγώ, για σένα, για τη δική σου σκέψη…Ρωτούσες κάθε μέρα αν τηλεφωνούσα.

   Σιγά- σιγά θα βγάλω τα μαύρα. Αρχίζω δειλά να φοράω σκούρα ρούχα ή με λίγα λουλουδάκια σε μαύρο φόντο… Έτσι ανθίζει ο πόνος μάνα… και γίνεται ζωή ! Ζωή που συνεχίζεται...Συνεχίζω να ζω και να είμαι χαρούμενη όπως ήθελες πάντα να είμαι. Συνεχίζω να σ΄ αγαπώ πιο πολύ τώρα που έφυγες… που από καιρό είχες «φύγει». Δεν μπόρεσα να «σε ζήσω». Ευτυχώς δεν ήξερα την αλήθεια. Δεν ξέρω… τότε που ήμουν παιδί, αν θα την άντεχα…

   Δε μ’ άφηνες τότε να καταλάβω τον πόνο σου. Όμως τον καταλάβαινα. Ήξερα… όταν σε αποχαιρέτησα - πριν μπεις στο νοσοκομείο για την εγχείρηση - το ‘νιωθα ότι δε θα σε ξαναδώ.  Εκείνη τη στιγμή - χωρίς να το δεις - δεν μπόρεσα να συγκρατήσω τα δάκριά μου. Απαρηγόρητα δάκρυα… δάκρυα πόνου, δάκρυα σιωπής ! Πόσο λίγο σε είχα ζήσει και…δεν θα σε ξανάβλεπα πια. Το ‘νιωθα… ήταν το τελευταίο αντίο (!) . Παρακαλούσα σιωπηλά μέσα μου να μην ταλαιπωρηθείς. Δυο μήνες μόνο πάλεψες με την αρρώστια.  Κι αυτό το διάστημα ήσουν δυνατή, όπως ήσουν στη ζωή.

   Εσένα πως να σε ξεχάσω…Πώς να μη θυμηθώ εσένα; Πώς να ξεχάσω αυτό που δεν μπορώ να θυμηθώ ; Ευτυχώς σε «κουβαλάω» μέσα μου, είμαι δική σου, είμαι κομμάτι σου, αίμα απ’  το αίμα σου… Μου ‘δωσες τη ζωή, μου «παραχώρησες» τη ζωή σου…απαρνήθηκες τον ίδιο σου τον εαυτό…

   Έλαμπες από χαρά όταν μ’ έβλεπες. Στο τέλος κάθε βδομάδας ερχόσουν να με δεις. Άστραφταν τα μάτια σου όταν με κοιτούσες… Το βλέμμα εκείνο… μια αγκαλιά…Το ‘βλεπα. Το ‘βλεπαν όλοι. Έλεγα…  «ένας άγγελος είναι αυτός ο άνθρωπος» ! Τι καλή που ήσουν, έλεγα μέσα μου, παιδάκι. Δεν ήξερα ότι ήσουν εσύ (!)…ή μπορεί και να το ‘ξερα… Κι ήσουν… η μάνα μου! Ήσουν ο άγγελός μου ! »

   Η Σοφία δάκρυσε… έκλαψε πολύ…ξεθύμανε. Πως της συνέβη αυτό ;  Όταν το ‘μάθε θυμάται…ένας ολόμαυρος ουρανός «έπεσε» πάνω στην καρδιά της και την πλάκωσε - έτσι σε μια μόνο στιγμή (!) -  ένας τεράστιος ολόμαυρος ουρανός ! Κουράστηκε να τον «σηκώνει», κουράσθηκε να  θέλει να τον «βγάλει» από πάνω της και να μην μπορεί…να φύγει ο πόνος…να ξαλαφρώσει η ψυχή. «Αυτά δε γίνονται ούτε στα παραμύθια…» ψιθύρισε. «Όλα γίνονται όμως στη ζωή… ακόμη κι αυτά που γίνονται στα παραμύθια.», σκέφτηκε, ώριμη πια.

    Τα γράμματα που έγραφε τώρα,  τη λύτρωναν, είχε κλειστεί στον εαυτό της, ήταν ίσως ευτυχισμένη που τη «συναντούσε»… έτσι…μ’ ένα δικό της τρόπο. Πάντα είχαν οι δυο τους τον τρόπο τους (!).  Πόσο το είχε ανάγκη αυτό… Ήθελε να «ζήσει» σαν σε όνειρο…όπως όνειρο στη ζωή της ήταν κι η μάνα της…Είχε δικαίωμα να κάνει ό,τι θέλει και να παραλογίζεται ακόμη είχε δικαίωμα, αφού δεν τρελάθηκε τότε, όταν το έμαθε…Της απόμεινε τώρα  μια ακόμα «γλυκιά» μάνα ή  η πιο πικρή (;) που δεν είχε ποτέ…

   Πώς να ξεχνούσε αυτά που δε μπορούσε να θυμηθεί… Αυτό την τυραννούσε. Η μάνα της ήταν άγιος άνθρωπος (!). Ήταν περήφανη η Σοφία που ήτανε παιδί της. Πόσος πόνος είχε περάσει μέσα από ‘κεινη την ψυχή που δε χάρηκε το παιδί της… Της τον είχε «δείξει» η ίδια με το παράδειγμά της. Και… τον δικό της πόνο, η Σοφία έμαθε να τον «αλλάζει», να τον «ακούει», να τον «ξέρει», να τον «αγαπάει» τον πόνο αυτό, να μην τον φοβάται πια…Πέρασε κιόλας μια ζωή…δε θα ξανάβλεπε το γλυκό χαμόγελο, παρά μόνο σε μια φωτογραφία. Κι η μνήμη - πιο δυνατή παρά ποτέ - θα την έφερνε μπροστά της, να συνεχίζει να της «μιλάει» μ’ έναν τρόπο μαγικό… Ήταν αστείρευτο το ποτάμι της σιωπής της...

 

(Τέταρτη συνέχεια του αφηγήματος «Δρόμοι») Ερμούπολη, 23-10-2016

                                                                                     Μαρία Π. Κρόντη