«Η ζωή θα είχε το χρώμα και το άρωμα, που της έδινε εκείνη…»

«Η ζωή θα είχε το χρώμα και το άρωμα, που της έδινε εκείνη…»  - Σύρος - Ερμούπολη - H 16η και τελευταία, συνέχεια του αφηγήματος «Δρόμοι» της Μαρίας Κρόντη

H 16η και τελευταία συνέχεια του αφηγήματος «Δρόμοι» της Μαρίας Κρόντη

 

Όλα όσα έζησε η Σοφία, θα τη συνόδευαν… μόλις οι πληγές θα έκλειναν… σαν συνέχεια «γλυκιά» της ζωής της, μετά τον πόνο… θα ερχόταν μια άλλη χαρά - εκτός απ’ τη χαρά του παιδιού τους- «σοφή» χαρά… βαθυστόχαστη σκέψη, γαλήνη που μοιάζει με ευτυχία, πληρότητα… ανεξήγητη - η πληρότητα μιας ζωής, μιας σχέσης αληθινής (!) απέραντα όμορφης… χαραγμένης βαθιά. Κι η μητρότητα θα της έδινε το φως της, την ολοκλήρωση της ζωής της και του μεγάλου της έρωτα… θα έμεναν όλα κρυμμένα στη μνήμη της καρδιάς, ανέγγιχτα από οποιοδήποτε, ελάχιστο, συμβιβασμό ή ψέμα, ανώριμο μίσος για τον εαυτό, υποκρισία ή κατασκευασμένο« δήθεν», διευκόλυνση ή βόλεμα…

 Η Σοφία θα τα φύλαγε καλά τα «προικιά» της, τις στιγμές της… απείραχτα θα έμεναν από κάθε σκοτεινή σκιά…

        «Είσαι μια μέρα σαν κι αυτή

         που ‘χασα τη χαρά μου,

         συννεφιασμένη Κυριακή,

         μοιάζεις με την καρδιά μου…»

    θα θυμόταν… μ’ αυτούς  τους στίχους του Τσιτσάνη… τη συννεφιασμένη Κυριακή της που τον αποχαιρέτησε για πάντα… στην αρχή με πόνο βουβό, χαμένο μυαλό, αργότερα, μετά από χρόνια, σαν ένα συμβάν που θα τον έφερνε ακόμα πιο κοντά της, φύλακα άγγελό της!

  Το νησί πάντα θα την περίμενε, σαγηνεμένη απ΄ αυτό θα ήταν, το τοπίο του, το φως του, η φύση…  θα την μεταμόρφωναν… μια άλλη γυναίκα… θα την έκαναν, λίγο  περισσότερο σκληρή ίσως, δυνατή όμως, έξυπνη, γεμάτη, όμορφη… σιωπηλή, γλυκιά, γαληνεμένη, σαν τη θάλασσα που τα κύματά της θέριεψε, χτύπησε θυμωμένη το βράχο ξεριζώνοντας τον πόνο, το δάκρυ, τον στεναγμό της… κι ύστερα γαλήνεψε ήσυχα, το γλάρο της βρήκε, να τον ταξιδέψει… αιώνια, να τον περιμένει να ‘ρθει...

   …κι εκείνος να έρχεται, κάθε μέρα… στο ταξίδι τους… στ’ όνειρο… που έγινε πραγματικότητα… κάπως αλλιώς… με την παρουσία ενός παιδιού… Κάθε παιδί είναι ένα ζωντανό όνειρο…(!)

 …Θα ‘ρχόταν… θα ξαναρχόταν… πολλές φορές… ο Κωστής,  ακριβώς όπως θα έκανε, αν ζούσε… γιατί ποτέ δεν θα είχε φύγει… εκείνος θα την «αγαπούσε» από ‘κει που ήταν, κι εκείνη δεν θα τον ξεχνούσε ποτέ, θ’ ακολουθούσαν βέβαια, χρόνια δύσκολα για τη Σοφία… στιγμές που θα έπρεπε ν΄ αποφασίσει. Θα γεννούσε φυσιολογικά, το παιδί τους, που θα έμοιαζε σ’ εκείνον… ίδια ο πατέρας της θα ήταν η Φωτεινή της... Θα της έδινε τ’ όνομα της αγαπημένης της… εκείνης της μάνας που δεν χάρηκε, της φυσικής της μητέρας. Ένα γλυκό φως στη ζωή της… νόημα, μια νότα χαράς αιώνιας, αφημένη από ‘κεινον… από την άδικη, αλλά, αναπάντεχα όμορφη ζωή… που είπε, να μην της φερθεί τελικά τόσο… αχάριστα.

   Τη λάτρευε τη ζωή η Σοφία, στο παιδί της θα έδινε τον καλύτερο εαυτό της… να του μάθει να την αγαπήσει τη ζωή κι εκείνο, ν’ ακολουθήσει δρόμο καλό, δρόμο ευγενικό… τον πιο ευγενικό… της τέχνης! Θα της μάθαινε από μικρή ν’ αγαπά την τέχνη… τη μουσική, τα παραμύθια, κι αργότερα τη λογοτεχνία… Η Φωτεινή θα γινόταν πολύ καλή στην κιθάρα, κι έμπειρη αργότερα τραγουδίστρια του ρεμπέτικου, με μοναδική φωνή, θα έβρισκε τον πατέρα της, στους δρόμους του μπουζουκιού και της κιθάρας, στους δρόμους τους ευγενικούς, τους αρχοντικούς, τους ωραίους… του ρεμπέτικου!

 Θα της μάθαινε ν’ αγαπήσει τον τόπο που ζούσε… την ιστορία της πόλης τους, από μικρή θα της έλεγε… για το θαύμα της μαγικής πόλης, της Ερμούπολης… θα της περιέγραφε... με ανεξίτηλες εικόνες τα χρόνια της άνθισής της, του μεγαλείου, που η ίδια η αρχιτεκτονική της μαρτυρά- τα υπέροχα μαρμαροσκάλιστα μπαλκόνια, τα μεγάλα παράθυρα με το φινίρισμά τους, τα περίτεχνα ζωγραφισμένα, με  τ’ αναλλοίωτα στο χρόνο χρώματα,   στα ψηλά ταβάνια και τους τεράστιους τοίχους, μοναδικά διακοσμημένων μεγαλόπρεπων κτιρίων, ζηλευτής ομορφιάς!

 Ο Θωμάς, ο παππούς της, όταν θα την πρωτόβλεπε – θα προλάβαινε να την δει- θα δάκρυζε από συγκίνηση κι απέραντη χαρά… Η μικρή Φωτεινή θ’ αγαπούσε και θα φρόντιζε μ΄ όλη της την ψυχή τον παππού- τον μοναδικό παππού που θα είχε γνωρίσει- έως τα στερνά του. Για πάντα στην καρδιά της θα τον κρατούσε ζεστά, για την ανείπωτη καλοσύνη… τη στοργική φροντίδα, τα μεράκια του… Θα της έλεγε τραγούδια της Φωτεινής, παραμύθια παλιά… με την σοφή, μακρόσυρτη, τρυφερή, παραστατική φωνή του, θα τα ζωντάνευε όλα, μπροστά στα παιδικά της μάτια… «ο πιο καλός παππούς του κόσμου…» θα έλεγε η Φωτεινή, όταν θα τον έσφιγγε μ’ όλη της τη δύναμη, στην αγκαλιά της.

 Το είχε η μοίρα της Σοφίας να μη γνωρίσει τον φυσικό της πατέρα- από ανακοπή είχε πεθάνει κι εκείνος, πριν γεννηθεί. Το ίδιο ακριβώς συνέβη και στο παιδί της τώρα... τραγική επανάληψη της μοίρας…κοινή μοίρα… ιστορία που επαναλήφθηκε με ανατριχιαστική ακρίβεια, ειρωνεία... Αχ, αυτή η ζωή… η ίδια επανάληψη πόνου και χαράς,  η ίδια εναλλαγή…  απ’ το γέλιο… στο δάκρυ… όσο για την ειρωνεία… αλύπητο, άπονο χτύπημα.

   Θα ήταν όμως, το ίδιο «τυχερές…» κι οι δύο, μέσα στη μεγάλη ατυχία τους, για την ποιότητα των ανθρώπων που θα  γνώριζαν, που θ’ αγαπούσαν. Η Φωτεινή θα μεγάλωνε τα πρώτα χρόνια της ζωής της κοντά στον παππού της, «τον πιο καλόκαρδο άνθρωπο του κόσμου», έτσι τον έλεγε η Σοφία, και θα είχε στο πλευρό της το Νίκο, φίλο καρδιακό της Σοφίας, άνθρωπο σπάνιο, ζεστό κι ειλικρινή, που θα βρισκόταν στο πλάι τους, σαν αδερφός για τη Σοφία, σαν πατέρας για τη Φωτεινή… 

   Η Σοφία ποτέ δεν θα πρόδιδε τον Κωστή, θα ήταν από την αρχή ξεκάθαρη με το Νίκο… δεν θα είχε να περιμένει τίποτ’  άλλο από ‘κεινη, μόνο τη καθαρή φιλία της, την αληθινή ψυχή της… Θα δινόταν στους ανθρώπους μ’ όλο της το είναι… ξένοιαστη, χαμογελαστή πάντα –παρόλο τον πόνο της- καλόβολη, καλοπροαίρετη, σεμνή παρουσία, διακριτική, μ΄ ένα καλό λόγο για όλους και… για το παιδί της «παράδειγμα…»

  Η απουσία του Κωστή, συνεχής παρουσία θα γινόταν, ανάσα… δίπλα της… όλα τα χρόνια που θα ακολουθούσαν, έστω κι αν στο πλευρό τους θα βρισκόταν συνεχώς ο Νίκος. Ο Νίκος ήταν… ο αδερφός που πάντα θα ήθελε να ‘χει η Σοφία… Με τρόπο καλό και διακριτικό θα του φερόταν και θα της φερόταν, θα την κατανοούσε, θα μπορούσε να νιώσει τον πόνο της, κι από την αρχή να τον σεβαστεί. Θα ήταν δίπλα της στη γέννα, σε κάθε αρρώστια του παιδιού, σε κάθε δύσκολη στιγμή της, κι όταν θα έχανε τον πατέρα της, φίλος αληθινός! Ο Νίκος είχε το ταλέντο να είναι πατέρας γιατί αγαπούσε πολύ τα παιδιά… έστω και αν η Φωτεινή δεν ήταν δικό του παιδί, όχι σαν κάτι άλλους… που δεν έμαθαν ποτέ να είναι…

  «Μόνο όταν χάνουμε κάτι… δεν το έχουμε καθόλου ή δεν το έχουμε σίγουρο…  τότε το εκτιμάμε, μας λείπει…  κι όταν ποτέ δεν το αποκτήσουμε, όταν το θέλαμε... Όταν το έχουμε, στην καθημερινότητα μας, το “ξεχνάμε”, ή δεν το υπολογίζουμε, δεν μπορούμε ή δεν θέλουμε, να το αγαπήσουμε, ή το θεωρούμε “δεδομένο”, από τη σιγουριά που το ίδιο μας δίνει, ξεχνάμε να είμαστε πιστοί, τρυφεροί μαζί του, να το ευγνωμονούμε γι’ αυτό που είναι, γινόμαστε σκληροί κι αμείλικτοι… μισούμε αντί ν’ αγαπάμε… “Υπάρχει”… όταν δεν το ΄χουμε, σπάνια “υπάρχει”, όταν το ‘χουμε… έτσι είμαστε οι άνθρωποι…(!)» αυτές τις σκέψεις έκανε η Σοφία. Όλα αυτά τα είχε νιώσει, μέσα σ’ όλες τις ανατροπές της μοίρας της, της ζωής, που όσο γλυκιά  κι αν ήταν, άλλο τόσο άδικη και σκληρή γινόταν…

 «ο πόνος πάντα σου μαθαίνει… αρκεί να μη σε κακιώνει, να μην καταστρέφει “το καλό” μέσα σου, αρκεί να μπορείς να τον ημερέψεις, να συμφιλιωθείς μαζί του…» μονολόγησε…

   Ο Κωστής ποτέ δε θα ‘ρχόταν να ζήσει για πάντα στη Σύρα μαζί της- όπως ήθελε- ο όμορφος ο τόπος που θα έθρεφε την αγάπη τους, θα εξακολουθούσε να υπάρχει… για ‘κεινη, «για ‘κείνον», για τις σκέψεις της… που θα τη βοηθούσαν να τον φέρει κοντά της… Αν ζούσε… θα την κρατούσε δυνατή, ως τα βαθιά γεράματα, θα τη λάτρευε, και τότε… το ίδιο τρυφερά θα την αγκάλιαζε… όπως τότε… πριν την αποχαιρετήσει για πάντα, στο Βόλο… το ήξερε η Σοφία… τη θέση του κανείς ποτέ δεν θα έπαιρνε, ούτε στη ζωή, ούτε στην καρδιά της… για πάντα δοσμένη σ’ εκείνον και δεμένη μ’ εκείνον θα ήταν… αιώνια… μ’ έναν μυστικό, άρρηκτο δεσμό! Με την ίδια ζεστή αγκαλιά, θα της «έλεγε…» πόσο τη χρειαζόταν, πόσο την ευγνωμονούσε, πόσο της ανήκε…  όταν θα εμφανιζόταν ξανά και ξανά, στα όνειρά της, που θα τον φιλοξενούσαν, όπως τότε… που ήταν παιδί… Θα έμενε για πάντα δικός της… να την επισκέπτεται μέρα και νύχτα…

   Ευτυχώς για ‘κείνη, θα είχε προλάβει να το ζήσει… τ’ όνειρο… όσο το έζησε, απλά, όμορφα, ζεστά, μ’ όλη της όμως την καρδιά… έστω, για λίγο…  για περισσότερο όμως, απ’ ότι η ζωή είχε αποφασίσει πριν… τότε που πήγε να τον βρει… αν δεν είχε πάει…(;) σκεφτόταν… δεν θα είχε προλάβει να του πει, αυτά που ήθελε πάντα να του πει, να ζήσουν τις στιγμές που έζησαν… Κυριολεκτικά, αυτές άξιζαν… (!), ούτε θα γεννιόταν το παιδί τους… (!). Τώρα καταλάβαινε ακόμα περισσότερο την αξία των στιγμών…

   «Να τις ζούμε μ’ όλη μας την καρδιά, μ’ όλο μας το είναι… γιατί αυτή, πότε δεν ξέρουμε πότε θα σταματήσει, ποτέ δεν ξέρουμε… αν θα μας ακολουθήσει… δεν ξέρουμε ποτέ, πότε θα φύγουμε για το μεγάλο ταξίδι… » ψιθύρισε, όπως συνήθιζε μόνη…

   Τους ίδιους δρόμους βάδιζε και θα συνέχιζε να βαδίζει… τους ονειρεμένους τους…   τους δικούς τους δρόμους, τους ταξιδιάρικους… της μουσικής, της λογοτεχνίας… Θα έγραφε πολλά βιβλία η Σοφία, θα πραγματοποιούσε τ’ όνειρό της, οι  παλιές  της πληγές ήταν πια ασήμαντες… μπροστά σ’ αυτή… εκείνες… θα έκλειναν για πάντα…

   Στο φως της ζωής και των ανθρώπων, θα έλαμπε ξανά καθαρή, δυνατή, γεμάτη, η καρδιά της… η καρδιά της που θα χτυπούσε και για την καρδιά εκείνου…  και για την καρδιά αυτών που αγάπησε αληθινά… Η ζωή θα είχε το χρώμα και το άρωμα που της έδινε πάντα, εκείνα… που είχε διαλέξει μόνη της, πιστεύοντας στον εαυτό της... το χρώμα κι το άρωμα που δεν αλλοιώνει η μοναξιά, γιατί η μοναξιά, δεν είναι μοναξιά… δεν χωράει «στην ψυχή της τέχνης…» μόνο στην μικρή ψυχή, τέτοια όμως, δεν είχε η Σοφία… »

   Τι είναι η ζωή; Σκεφτόταν, μια συνεχής δοκιμασία, ένα ψάξιμο για το «που ανήκεις… (;)», στον εαυτό σου; στο χρόνο; στον τόπο; στην αλήθεια; στη σεμνότητα; στης απλότητας το μεγαλείο;  ή στον συμβιβασμό; στην ουσία; στην τέχνη; στη φύση; στη στιγμή; στο τώρα; στην ιστορία; στην έκφραση; στην ψυχή σου; που ανήκεις; που βρίσκεσαι; που ζεις; κι αν συνειδητά υπάρχεις… αν ξέρεις αυτό που είσαι; Κι αν αυτομάτως καταλαβαίνεις που δεν ανήκεις, που δεν «είσαι»… και φεύγεις… από ‘κει… απ’ το ψέμα… ξεκλειδώνοντας τα μυστικά της καρδιάς σου, ακολουθώντας τους δρόμους της… εκεί όπου ακούς τους χτύπους της… τους ίδιους… σαν κι αυτούς που για πρώτη φορά άκουσες από ‘κεινη, τους «δικούς σου»… τους μοναδικούς… τους αληθινούς, κι εκείνη σε οδηγεί αλάνθαστα…

   Κι αν θυσίες χρειαστεί να κάνεις, λάθη, πόνο να γευτείς, απουσίες να πονέσεις, αν χρειαστεί να κατανοήσεις… να συγχωρέσεις, εσύ εκεί… στους παλμούς της… θα είσαι… κι εκείνη… κοντά σου… όλη δοσμένη… δυνατή… έξω απ’ το χρόνο… μέσα στ’ όνειρό της, γεννημένη για σένα, θα χτυπά…, γεμάτη, ζεστή, σίγουρη, γαλήνια, όμορφη…

   Περίπατους… πλάι στις ζεστές αγαπημένες ματιές, την ονειρεμένη φύση… συνεχώς θ’ ανακάλυπτε, μόνη της η Σοφία, στο μαγικό νησί της καρδιάς της, τη Σύρα… Δεν θα τέλειωναν ποτέ οι περίπατοι… ακόμα κι όταν τα βλέμματα της θα έφταναν να ταξιδεύουν… μόνα τους, μα πάντα «μέσα στο δικό του βλέμμα», του αιώνιου αγαπημένου της… και «μαζί…», από ένα μπαλκόνι της Σύρας, με θέα τη θάλασσα, το γαλάζιο του πελάγους, το φως του Αιγαίου…  θ’ ακολουθούσαν…  το γλάρο τ’ ονείρου, το ελεύθερο πέταγμα του… που ξέρει η ψυχή ν’ ακολουθεί, για να πετάξει κι εκείνη, ακόμα πιο ψηλά, να συναντήσει, να ξαναζήσει, να μιλήσει, να κρατήσει  ζωντανές μνήμες-στιγμές… κι όταν το σώμα φτάσει πια, να μην μπορεί… εκείνη πάλι με την ίδια ζωντάνια και λαχτάρα, ν’ ακολουθεί… να ταξιδεύει…

 Όταν η Σοφία είχε πάει να βρει τον Κωστή, ήξερε καλά πως δεν είχε κάνει λάθος, οι συγκυρίες τη βοήθησαν – ήταν τα χρωστούμενα της ζωής, που λέγαμε- και βρήκε μια ζεστή αγκαλιά να την περιμένει… πονεμένη κι εκείνη, γι’ αυτό και ζεστή(!).

 «Εμείς αλλού ανήκουμε…», είχε πει στον Κωστή, «στη σκέψη τη δική μας, στον εαυτό μας, όπως τον ορίσαμε, κι όπως είναι, όπως τον δεχόμαστε, κι όπως τον ακολουθούμε… Σ’ αγαπώ Κωστή… θα σ’ αγαπώ για πάντα… στο δικό μας τώρα θα ζω, στους δικούς μας δρόμους θα βαδίζω, τους δικούς μας δρόμους θ’ ακολουθώ και… δε θα βιάζομαι να φτάσω… αχ… τα πιο ωραία ταξίδια… στα μέρη που διαλέξαμε να σταθούμε, θα κάνουμε…, ώσπου να τα βρούμε ξανά… στα βιβλία…, στα γραπτά…, στις μουσικές…, στα τραγούδια, στους χορούς, στις λέξεις, στις μαγικές στιγμές… εκείνες που ζούμε, εκείνες που είμαστε κοντά… που νιώθουμε κοντά…, που σκεφτόμαστε ο ένας τον άλλο…, που πονάμε, που παραχωρούμε ένα κομμάτι του εαυτού μας, που επικοινωνούμε…  με μια ανάσα(!)…  ερχόμαστε τόσο κοντά, που γινόμαστε «ένα»… εκείνες που… ένας σπουργίτης τιτιβίζει στους δρόμους κι ένας κοκκινολαίμης προαναγγέλλει έξω από το παράθυρο…  τον ερχομό του χιονιού, της κακοκαιρίας…, τις ανέμελες, τις ήσυχες, τις γαλήνιες… μέρες, δε θα σταματήσω Κωστή ποτέ να σ’ αγαπώ, ν’ ακολουθώ τους δρόμους μας… στο ατέλειωτο ταξίδι… στα πέρατα της ομορφιάς της ζωής, της σκέψης, της καρδιάς… κι εσύ να μ’ ακολουθείς… σαν να είσαι εδώ… να μου κρατάς ζεστά το χέρι, να φυλάς την καρδιά μου… να πάμε…  να πάμε… όλο να πηγαίνουμε… χωρίς να φτάνουμε ποτέ…»     

Δ ρ ό μ ο ι… δέκατη έκτη και τελευταία συνέχεια του αφηγήματος.

Ερμούπολη, 21/02/2017                                                Μαρία Π. Κρόντη