«Η μνήμη μαχαίρι…»

«Η μνήμη μαχαίρι…» - Σύρος - Ερμούπολη - Λογοσχόλιο από την Μαρία Κρόντη
Λογοσχόλιο από την Μαρία Κρόντη
 
   Οι γλάροι σχημάτιζαν όνειρα… Η Σοφία αναπολούσε τα παιδικά της χρόνια…Η ζωή δεν της είχε φερθεί καλά. Ο μόνος άνθρωπος που της είχε απομείνει ήταν ο πατέρας της, ο γλυκός της πατέρας ! Αυτόν τον άνθρωπο τον λάτρευε. Ο μονάκριβος αδερφός  εκείνης… Η «αιτία»… που η ζωή της είχε πάρει – άλλη από τη συνηθισμένη -τροπή. Η μοίρα της… Για χάρη του έγινε ό,τι έγινε… Ο κρίκος του αίματος που τη συνέδεε με τη μάνα που τη γέννησε. Μπήκε στο πλοίο. Το ταξίδι κοντινό. Μέχρι την Τήνο θα πήγαινε να τον δει. Εκεί καθόταν - σ’ ένα μικρό σπίτι, το πατρικό της – κάτω απο μια μεγάλη κληματαριά. Στον ίσκιο της έβρισκε συντροφιά κι αγαλλίαση. Δεν «έκανε» αλλού. Εκεί του άρεσε…ν’ αγναντεύει τη θάλασσα, να γαληνεύει η ψυχή του. Δεν ήθελε ποτέ του να είναι βάρος στη Σοφία. Την πρόσεχε. Τη φρόντιζε. Λαχταρούσε να τον δει αν και τον επισκεπτόταν συχνά. Ο Θωμάς, άνθρωπος του μόχθου, ξαπόσταινε τώρα απ’ τους κόπους και τα βάσανα της ζωής. «Καλημέρα πατέρα» φώναξε. Της χαμογέλασε.
 
Το γλυκό χαμόγελο ήταν χαρακτηριστικό της οικογένειας «εκείνης»…της μάνας της…της «μακρινής».  Ήταν «δικά τους» αυτά… το γεμάτο κατανόηση και σκέψη βλέμμα, η λυπημένη ματιά που  τ΄ αγκάλιαζε όλα γύρω με καλοσύνη, περίσκεψη, επίγνωση, εκείνη η ματιά που την εμπιστευόσουν, σου έδινε θάρρος.  Γιατί να πονέσουν έτσι (;)…Διάλεξαν ν΄ αντέξουν κι αυτά που δεν περίμεναν πως θα ήταν εύκολο ν’ αντέξουν. Όταν έτρεχε στην αγκαλιά του δεν υπήρχε για ‘κεινη πιο ζεστή στιγμή, ακέραιη, δική της, απέραντα όμορφη ! Άνοιγε τα χέρια του σαν φτερά – έτσι ένιωθε- να την κρύψει μέσα στην αγκαλιά του…το πέλαγος… Έμεναν αγκαλιασμένοι για αρκετά δευτερόλεπτα. Έκλεινε τα μάτια της η Σοφία, να κρατήσει στη μνήμη της εκείνη την ιερή στιγμή. Ο κόσμος όλος αυτός ο πατέρας…Σκεφτόταν τη στιγμή που θα τον χάσει. Πώς θα μπορούσε να τον χάσει. Η μνήμη μαχαίρι που χαράζει βαθιά στην ψυχή χαραγματιές άσβηστες, ακριβές ! Την έτρεφε αυτή τη μνήμη, τη ζωντάνευε,  την άφηνε να κυριαρχήσει μέσα της…τη θέριευε…να μείνει ζωντανή ! Σαν να ήταν δυνατό να μείνουν κι εκείνοι, οι αγαπημένοι, για πάντα ζωντανοί… (!). Η Σοφία δεν τον άφηνε... Έπεφτε πάνω του και τον κρατούσε σφιχτά με επιμονή και τρυφερότητα. Ήθελε καλά να τη φυλάξει στη μνήμη της αυτή τη στιγμή, στην πιο καλή θέση της καρδιάς της. Και την κράτησε…
 
«Τι κάνεις πατέρα ;  Πονάνε τα πόδια σου εε ; » τον κοιτούσε στα μάτια. «Δεν μπορώ να περπατήσω καθόλου παιδί μου, τρίβονται τα γόνατά μου. Να σταθώ δεν μπορώ, μισό μέτρο να πάω πιο πέρα δεν μπορώ…». Ο παλιός αμπελουργός, το παλικάρι…(!) που είχε πάει…Ο πιο εργατικός άνθρωπος του χωριού του ήταν! «Έστιβε την πέτρα…». Σβέλτος, δυνατός, ακούραστος… Τον κοιτούσε βαθιά μεσ’ τα μάτια. Εκείνος έσκυβε το βλέμμα του…και συλλογιζόταν… Ήθελε να ζήσει… Αγαπούσε πολύ τη ζωή, παρόλες τις πίκρες της. Ήξερε - το διαισθανόταν - πως ερχόταν η ώρα που οι δυνάμεις του θα τον άφηναν. « Όταν  αργότερα θα αρρώσταινε θα ψιθύριζε… «Δεν έλεγα τον Θωμά τον θέλω…μ’ έφαγε η δουλειά κι η κούραση παιδάκι μου…». Είχε δίκιο. Δεν ήταν που δεν ένιωθε ευχαριστημένος με τον εαυτό του, δεν θα μπορούσε να ήταν άλλος από αυτόν που ήταν σ’ όλη του τη ζωή… -το είχε δει η Σοφία - δεν θα μπορούσε να μη δουλέψει σκληρά, ανελέητα… Αν υπήρχε δεύτερη ζωή ίδιος θα ήταν, τα ίδια θα έκανε. Ήταν που «ξέσπασε» πάνω στη γη μ’ όλη τη μανία την πίκρα του πονεμένου ανθρώπου,  του δυστυχισμένου που ήξερε γιατί ήταν δυστυχισμένος κι απεγνωσμένα έπρεπε να κρατηθεί από κάπου, να παρηγορηθεί, να ζήσει. Εκείνου που έπρεπε να καταλάβει τον εαυτό του –  τον σεβόταν τον εαυτό του, σεβόταν και τους άλλους - να αντλήσει το κουράγιο, τη δύναμή που του ανήκει. Ν΄ αντέξει… Να δαμάσει εγωισμούς και σκληρές συμπεριφορές, απερισκεψίες, ειρωνίες και μίση, ελαφρομυαλιές κι «αδεξιότητες» μιας διαλυμένης ψυχής, της γυναίκας του (! ). «Τι περιμένεις από μας τώρα παιδάκι μου… εμείς πάμε προς τα κάτω… εσείς να ‘στε καλά…», της έλεγε. Δε φοβόταν το θάνατο, δεν τον φοβήθηκε ποτέ. Τον περίμενε σιωπηλά… Τον περίμενε αγαπώντας τη ζωή μέχρι το τελευταίο λεπτό της…ξέροντας ποιοι είναι… κι εκείνος, κι ο θάνατος (!).
 
Είχε πλήρη επίγνωση της ζωής και της πορείας της. Το τέλος το ήξερε και το αποδεχόταν με σοφία. Γνώρισε την αγάπη γιατί βρισκόταν μέσα στην καρδιά του. Είδε… και το μίσος, την αδικία, την απόρριψη, την ειρωνία από… τη γυναίκα που αγάπησε, τη Στεφανία. Γιατί πάντα αυτό να είναι το αντίτιμο της αγάπης…(;). Ίσως του άξιζε κάτι καλύτερο, μα κανείς δεν είναι υπεύθυνος για τις πληγές που η μοίρα του ανοίγει…Όσο κι αν προσπαθήσει δεν μπορεί να τις γλιτώσει.… Έπρεπε να υπομείνει έναν άνθρωπο που είχε πολύ λίγη αυτοεκτίμηση,  μια κατακρεουργημένη ψυχή που «χτύπησε» αλύπητα τον ίδιο τον εαυτό της και μετά τους άλλους -  με σκληράδα κι «εκδίκηση»… μέσα της. «Εκδίκηση» χωρίς όρια, για ό,τι δεν ήταν η ίδια, για ό,τι δεν ήταν οι άλλοι…, λες κι ήταν οι φταίχτες για ό,τι της είχε συμβεί. Κραυγή πόνου, απόγνωσης, μιας ψυχής που  ήταν ανίκανη να ξεπεράσει το χτύπημα της δικής της μοίρας. Τέτοια κραυγή που δεν μπορούσε εύκολα να τη «μετρήσει», να την κατανοήσει ο μέσος φυσιολογικός ανθρώπινος νους. Η μητρότητα δεν θα της δινόταν ποτέ… αυτό την τσάκιζε, την εξόντωνε…γι’ αυτό καταδίκαζε τον εαυτό της να μη ζήσει…, να μη χαρεί ποτέ…να παραπαίει ανάμεσα στο ψέμα της ζωής της και στην πικρή της αλήθεια, να συντρίβεται, να σκοτώνει το είναι της… να πυρπολεί την ανθρωπιά της, να ρημάζει το τώρα, την κάθε στιγμή της… Το ήξερε ο Θωμάς…πως κάθε της πράξη, κάθε συμπεριφορά γινόταν άθελά της, ήταν η ψυχικά άρρωστη γυναίκα του που πάλευε με τον εαυτό της και τα ψυχοφάρμακα, πάλευε με τους εφιάλτες της, τα καρφιά της μοίρας της που έμελλε να την πληγώνουν θανάσιμα, χωρίς οίκτο,  μια ζωή ! Δεν λυπήθηκε ποτέ κανένα, όπως δε λυπήθηκε τον ίδιο τον εαυτό της. «Χτυπούσε» τη μοίρα της για να τη «σκοτώσει…» λες και μπορεί να τα βάλει κανείς με τη μοίρα του ! Δε το κατάφερε.
 
Η Στεφανία ήταν πολύ εργατική και έξυπνη, αποφασιστική, αγέρωχη ! Πρόσεχε  σαν τα μάτια της τη Σοφία και της μάθαινε πολλά με τη σβελτάδα και τη δεξιοτεχνία της, το κοφτερό μυαλό της, την αποφασιστικότητα της . Ήταν άξια νοικοκυρά, άριστη υφάντρα.... είχε δικό της αργαλειό - παιδί τότε η Σοφία -  κι ακόμα έπλεκε, κεντούσε… Χρυσοχέρα ! Είχε φτιάξει προίκες κοριτσιών, ολόκληρες, θαυμάσια υφαντά χαλιά ! Χειροποίητα υφαντά με υπέροχα χρώματα, με νήματα που μόνη της έφτιαχνε από αγνό μαλλί που έγνεθε κι ύστερα η ίδια έβαφε ! Ήθελε να ξεχωρίζει…η δουλειά της…εκείνη…και ξεχώριζε. Ήθελε να ξεχωρίζει κι η ίδια και ξεχώρισε… Ο χαρακτήρας της όμως ήταν ο πιο μεγάλος εχθρός της. Τη διέλυε, τη σκότωνε… κάθε μέρα, μέχρι το τέλος της ζωής της. Τα ήθελε όλα δικά της. Ήθελε να επιβάλλεται με όλους τους δυνατούς τρόπους έμμεσα ή άμεσα, χωρίς ποτέ οι δικοί της άνθρωποι να έχουν δικαίωμα επιλογής, γνώμη, δική τους θέληση. Δεν μπορούσε να σεβαστεί τίποτα. Τη Φωτεινή την υποτιμούσε, την πρόσβαλε, της φερόταν σκληρά και άδικα. Ο Θωμάς υπέφερε. Ήθελε ένα δικό του άνθρωπο να στηριχτεί… Δεν μπορούσε καν να βλέπει τη Φωτεινή τυχαία στο δρόμο, να κουβεντιάζει μαζί της. Ξεχνούσε πως ήταν αδερφή του; «Δε μ’ άφηνε ούτε να της μιλήσω όταν τη συναντούσα.» έλεγε στη Σοφία. Φοβόταν τόσο πολύ μην της πάρουν τη Σοφία…, ήταν ο καθημερινός της εφιάλτης…Καθετί το έβλεπε ως απειλή… ότι θα έχανε το παιδί της (!). Το παιδί που τόσο λαχταρούσε και τώρα της το έφερε η ζωή, το παιδί που της «χάρισαν»…η αδερφή του άντρα της για να το υιοθετήσουν. Το σαράκι της ζήλιας όμως την έτρωγε, της θέριζε την ψυχή…τη μαστίγωνε ανελέητα. Με τον ίδιο τρόπο «μαστίγωνε» κι αυτή του άλλους…Δεν την άφηνε ο εαυτός της να σκεφτεί θετικά, ούτε να είναι αυτάρκης. Να δει τις χαρές που εκείνη η ταπεινή γυναίκα της χάριζε… Δεν ήταν λίγο να της δώσει η Φωτεινή το παιδί της !
   
Κι η Σοφία πικραινόταν παιδί, όταν πια μπόρεσε να ξεδιαλύνει την αλήθεια…Της Σοφίας τις στενοχώριες τις ήξερε ο Θωμάς. Τώρα πια που δεν ζούσαν κι οι δύο οι μάνες της. Κοιτούσε πώς να την παρηγορήσει. Το βλέμμα του ήταν σκεπτικό πάντα. «Σοφία να κάνεις κουράγιο, να κοιτάξεις τη ζωή σου, σου αξίζει χαρά, σου αξίζει αγάπη» της έλεγε. « Τα όνειρα δεν βγαίνουν πάντα αληθινά…όμως ακόμα κι αν δεν βγαίνουν εσύ…κυνήγησε τα… πίστεψέ τα, «τρέξε» αν χρειαστεί… να τα φτάσεις, να τ’ αγγίξεις, να τα γευτείς…» Ο Θωμάς, ο πιο γλυκός πατέρας ! Τον λάτρευε…
  
Ήξερε για τον Κωστή… Τώρα τελευταία του τα είχε πει όλα. Δεν τον είχε ντραπεί. Τότε…κοριτσάκι…του είχε στείλει ένα γράμμα. Γράμμα κοριτσίστικο, ντροπαλό, αδέξιο. Η απάντηση ήταν… να επιστραφεί το γράμμα πίσω. Αποκαρδιωτικό ! Έφευγαν και οι δύο για σπουδές. Σε διαφορετικά μέρη ο καθένας. Μακριά ο ένας από τον άλλο. Δεν θα βλέπονταν για πολλά χρόνια. Χώριζαν οι δρόμοι κι οι καρδιές… Πόσα χρόνια πέρασαν από τότε, είκοσι… τριάντα…μια ζωή ! Το ‘χε η δική της  η ζωή, να την ειρωνεύεται, να της κλείνει το μάτι χαιρέκακα, να μην την αφήνει να ζήσει αυτό που θέλει…να μη μπορεί…Τώρα ίσως ήταν αργά. Δεν ήξερε τίποτα για τη ζωή του όλα εκείνα τα χρόνια που πέρασαν. Τον είχε χάσει…δεν τον είχε όμως ξεχάσει ποτέ μέσα της… Άλλαξαν οι ζωές, άλλαξαν κι εκείνοι… (;) άραγε… «Κυνήγησε τ’ όνειρό σου Σοφία...» της είχε πει ο πατέρας της.
 
Από παιδί της άρεσε να γράφει. Αυτό το όνειρο δεν σταμάτησε ποτέ να το κυνηγά, να το ταξιδεύει μέσα στο μυαλό της, τη σκέψη της...να το αγαπάει… να το κρατά γλυκά μέσα της σαν κάτι μαγικό…δικό της, ολόδικό της… Κάπως να το πραγματοποιεί άρχισε  - έγραφε ένα βιβλίο… - αφού άρχισε να μεστώνει ο λόγος της, να  την κερνάει στιγμές η ζωή, όπως  εκείνη η ίδια τώρα πια ήθελε…της είχε αλλάξει πορεία, την είχε διαλέξει…όχι τυχαία… όπως ερχόταν άδικη ως τώρα εκείνη…Ήταν έξυπνος ο Θωμάς. Τη χαιρόταν, την καμάρωνε. Κρίκος σιωπής… κρίκος αίματος...ήταν για ‘κείνη. Σαν τις σιωπές εκείνης της μάνας κι οι δικές του σιωπές…κραυγές !   Λίγα τα λόγια του, φροντισμένα, καθαρά σαν το γάργαρο νερό…περασμένα πολλές φορές μέσα απ’ το κοφτερό μυαλό του που λειτουργούσε σαν φίλτρο. Σκαμμένα από τις πίκρες και τις δοκιμασίες της ζωής ξεπρόβαλαν… «διαμάντια» (!)…λιτά, απλά, μεστά, σοφά…χαράζονταν στη μνήμη της για πάντα…        
 
 
(Πέμπτη συνέχεια του αφηγήματος «Δ ρ ό μ ο ι…»)
 
Ερμούπολη, 01-11-2016                                              Μαρία Π. Κρόντη