«Θα φύγω από ΄κει… που δεν ακούνε την ψυχή μου»

«Θα φύγω από ΄κει…  που δεν ακούνε την ψυχή μου» - Σύρος - Ερμούπολη -Η 14η συνέχεια του αφηγήματος «Δρόμοι» της Μαρίας Κρόντη

Η 14η συνέχεια του αφηγήματος «Δρόμοι» της Μαρίας Κρόντη

 

Απόψε θα πήγαιναν σ’ ένα ταβερνάκι, να την αποχαιρετήσει, πριν φύγει για το νησί. Θαλπωρή, ζεστασιά η αγάπη… γλύκαινε την ψυχή, ημέρευε τη σκέψη, στη στιγμή, νόημα έδινε… στη στιγμή, που ξέρει να σέβεται τη ζωή -όποια κι αν είναι, όπως κι αν έρχεται- να την ομορφαίνει…

 «Κάποιο αλάνι… απ΄ το λιμάνι, όταν βραδιάζει τους δρόμους πιάνει…

Παλάτια του έταξε μια νύχτα στο λιμάνι, μια μικρή κοπέλα απ΄ το Πασαλιμάνι.

  Έφυγε, χωρίς να νιώσει, πως την πλήγωσε σκληρά, το φτωχό το παλικάρι, στο λιμάνι, μια βραδιά...

  Κι από τότε, το φτωχό τ’ αλάνι,

κάθε βράδυ, φεύγει απ΄ το λιμάνι, τη γυρεύει… στον Περαία… σ’ όλα τα στενά...

  Κάποιο αλάνι, απ’ το λιμάνι,

όταν βραδιάζει τους δρόμους πιάνει… »,

… στην υπέροχη μελωδία του Τσιτσάνη ταξίδευαν… δε θα την ξεχνούσε η Σοφία, την συγκίνηση της στιγμής… την στιγμή εκείνη… (!) για τον απλό, σεμνό, ωραίο τρόπο… που άκουσε να τραγουδιέται αυτό το τραγούδι... για τα δυο ζεστά χέρια που κρατούσαν τα δικά της! Ο Κωστής δεν έπαιξε μπουζούκι, καθόταν δίπλα της, γαληνεμένος, κι άκουγε τον συνάδελφο μουσικό. Το μπουζούκι… το αγαπημένο… η συντροφιά, στη μοναχική ζωή του… αλλά… τέτοια, δεν είναι η μοναξιά, τέτοια… είναι…η ευτυχία… σκέφτηκε η Σοφία, χαιρόταν για ‘κεινον, για την αγάπη του γι’ αυτή τη μουσική! «Ευτυχισμένος ο ταξιδευτής της τέχνης… (!)» του είπε. «Είναι...», απάντησε. Της κρατούσε σφιχτά τα χέρια, την κοιτούσε στα μάτια… βαθιά, με νόημα. Όλα, μ’ εκείνα τα μάτια του τα ‘λεγε... Πόση ζεστασιά χωρούσαν εκείνα τα βλέμματα, όταν γίνονταν ένα, εκείνες οι στιγμές… μόνο το κοίταγμα τους,  ένα ταξίδι στ’ όνειρο…

 Το κρασί δρόσιζε τα χείλη τους, πάλι μόνα τους θα έμεναν, στεγνά… δεν θα ξεδιψούσαν ποτέ ξανά, για λίγο ή για πολύ χωρισμένα, θα ξαναδιψούσαν γι’ αγάπη και πόνο... για προσμονή… για όνειρα… θ’ αναζητούσαν ο ένας τον άλλο… Δεν τη φοβόταν τη μοναξιά η Σοφία, ήταν εξοικειωμένη, ήξερε καλά να τις ζει, τις στιγμές της. Έστω κι έτσι…  δεν θα άντεχε; Είχε αντέξει τόσα… αυτό, δεν ήταν τίποτα. Συνέχιζε να της κρατά τα χέρια, σαν να μην ήθελε να την αφήσει να φύγει...    

   Ευτυχώς, σκέφτηκε, τώρα που θα πήγαινε στο νησί, ο καθένας τους θα ήταν ήδη προσαρμοσμένος στη μοναχική ζωή του, δεν θα φοβόταν τη μοναξιά του –θα του ήταν γνωστή, οικεία. Την απουσία, την απόσταση, ίσως δεν θα δυσκολεύονταν καθόλου, να τη συνηθίσουν, για όσο χρειαζόταν, αφού δεν τους άφηναν οι επαγγελματικές υποχρεώσεις, να μείνουν μαζί. Θα έλειπε ο ένας στον άλλο… η λαχτάρα τους θα μεγάλωνε, η νοσταλγία των στιγμών θα τους βασάνιζε, θα φούντωνε ακόμα πιο πολύ ο έρωτας, δεν θα έβλεπαν τη στιγμή, πότε, να ξαναβρεθούν… Ο Κωστής είχε την τέχνη του, θα τον παρηγορούσε σίγουρα, θα τον ταξίδευε, τυχερός ήταν, έτσι του είπε, αλλά και για τον εαυτό της ήταν βέβαιη, το διάβασμα… το γράψιμο… τα παιδιά της (!)… τ’ αγαπούσε όλα αυτά. Η λογοτεχνία, η ποίηση, η φύση του νησιού, η ατμόσφαιρα, τα μπαλκόνια με θέα… η θάλασσα, οι βόλτες της… θα τη συντρόφευαν, πώς θα μπορούσε να νιώσει μόνη; Μέχρι τώρα εξάλλου μόνη δεν ήταν; Αλλά… καθόλου μόνη… Θα τον σκεφτόταν συνέχεια, ώσπου να ‘ρθει, θα τον περίμενε…

   Η μοναξιά που ζούσαν τόσα χρόνια, δεν ήταν μοναξιά, ήταν  πλήρης αποδοχή του εαυτού τους, της ζωής τους, όπως την είχαν επιλέξει, χωρίς σύντροφο, αλλά… χωρίς να έχουν αγνοήσει τον εαυτό τους, όπως ήταν, μαζί μ’ αυτά που αγαπούσαν, κι ήθελαν, κι ότι σήμαιναν για ‘κείνους. Συντροφιά με τον εαυτό τους… συμφιλιωμένοι μ’ αυτόν, καλά ήταν κι έτσι… απ’ το να έχουν σχέσεις άδειες, ζωές άδειες,  να ‘ναι μόνοι, έρημοι (;), χωρίς επικοινωνία, να μη χαίρονται, κουρασμένοι, πνιγμένοι στο κενό της μοναξιάς, εκείνης  που νόημα δεν έχει, ούτε αξία καμιά, σε μια σχέση που πνίγει...

«Ωραία ήταν η ελευθερία αυτή, ωραία η μοναξιά… που ξέρεις να τη ζεις… Αυτή η μοναξιά, δεν είχε καμιά σχέση με την ερημιά, που νιώθουν πολλοί, όταν δε βρίσκουν κανένα νόημα στη ζωή, είτε γιατί αυτή είναι ανιαρή, όπως δεν τη θέλουν, είτε γιατί προσποιούνται πως είναι, όπως τη θέλουν, χωρίς όμως, να είναι τελικά. Κρυμμένοι από τον ίδιο τους τον εαυτό, χωρίς να τον κοιτάζουν στα μάτια, αποσιωπώντας, όλα όσα τους ενοχλούν ή καταπνίγοντάς τα. Κι αυτά, κάποια στιγμή, τέρατα γίνονται φοβερά, που τρώνε την ψυχή. Απογυμνώνονται οι αλήθειες, σκοτώνουν… όποιον, και ό,τι  βρίσκουν, στο πέρασμά τους.

  «Τότε, είναι πραγματικά μόνοι, αβοήθητοι, σκεπάζοντας, με μανία, λύπη και πόνο, σπασμωδικές κινήσεις, τα πρόσωπα που πια, λυπούνται, και τα σώματα που οδυνηρά, πονούν, νοσούν. Η ερημιά της ψυχής… (!) τι λαβύρινθος… πνίγει, βουίζει ο πόνος, γεννώντας παντού πόνο, απλώνεται χαιρέκακα, αδυνατώντας να φέρει το δρόμο… στην αγάπη. Το σώμα ερημώνει, αρρωσταίνει, πονά, ζητά απεγνωσμένα βοήθεια... Τι άλλο έχει χαθεί, εκτός απ’ την αγάπη;

«Η ειλικρίνεια… ποιος είμαι, ποιος είσαι, καθαρά… δες το, είμαι, έτσι όπως είμαι, είσαι, έτσι όπως είσαι, ας αγαπηθούμε, ας στηρίξουμε ο ένας τον άλλον, όχι άλλη ερημιά… όχι άλλο πόνος… δώσε μου το χέρι σου, πάμε μαζί…» όλα αυτά σκεφτόταν, και της τα ‘λεγε ο Κωστής.

  Δεν τον πτοούσε η απόσταση, αντίθετα, έτσι καταλάβαινε καλά, την αγάπη. Είχε δει, πόσο μεγάλη μπορεί να είναι αυτή η απόσταση, κι ανάμεσα σε ανθρώπους που ζούνε μαζί, δίπλα- δίπλα, μα… τόσο μακριά… στ΄ αλήθεια… όταν… δεν επικοινωνούν, δεν θέλουν ν’ ακούσουν με υπομονή, έχουν πάψει να προσπαθούν γι΄ αυτό, δεν «ακούν» τη φωνή ο ένας του άλλου, ό,τι  ζητά αυτή απεγνωσμένα… δεν πηγαίνουν καθόλου στη θέση του, δεν αναρωτιούνται οι ίδιοι, για τα λάθη τους, τα ελαττώματα που ο καθένας μας σίγουρα έχει, δεν μπορούν ν’ αποδεχτούν την πραγματικότητα, να προσαρμοστούν σ΄ αυτή, να την πάρουν, όπως είναι, χωρίς ενοχές, χωρίς επικρίσεις και κατηγόριες, χωρίς καν προσπάθεια αλλαγής, που θα σήμαινε ενοχή και απέχθεια…

   Αντάλλαξαν τέτοιες απόψεις, συνεννοούνταν μια χαρά… φαίνονταν να καταλαβαίνουν, τι εννοούσαν μ’ αυτά που έλεγαν, ν’ «ακούνε», προσεκτικά ο ένας τον άλλο, να νιώθουν… όχι απλά ν’ ακούν μηχανικά, δεν τους εμπόδιζε ο έρωτας ν’ ακούσουν ο ένας την ψυχή του άλλου… αντίθετα, ενίσχυε αυτή την ικανότητα, κι αυτό… γιατί, κι οι δυο, είχαν πονέσει… είχαν δοκιμάσει την έλλειψη επικοινωνίας, ή την απουσία της.    

   «Το κρασάκι βοηθάει… να μπορούμε να δούμε την αλήθεια…» του είπε «και να την αντέχουμε… (;), δεν είναι εύκολο να την αντέχουμε... Όλα όμως, είναι θέμα εξάσκησης, μπορούμε να μάθουμε να την αντέχουμε, να την κοιτάμε κατάματα και… χωρίς  το κρασάκι…» Χαμογέλασαν…

 «…Δεν αρνούμαι να την κοιτάξω κατάματα, δεν θα την αφήσω να με καθορίσει, αλλά, θα πάω τον εαυτό μου εκεί που θέλω, εκεί που ανήκω, και… θα φύγω… από ΄κει που δεν ανήκω… θα φύγω από ‘κει… που δεν ακούνε την ψυχή μου… (!)»

 «Ξέρεις τι θέλεις Σοφία, κι εγώ νομίζω, ξέρω τι θέλω, το μόνο που μας λείπει είναι ο χρόνος… χάσαμε πολύ χρόνο; αργήσαμε; πόσος μας έμεινε άραγε…(;) για να ζήσουμε… όλα αυτά που δεν ζήσαμε;»

  «Η δύναμη των στιγμών…  κάνει τη στιγμή να ζει! Ο συμβατικός χρόνος είναι κίβδηλος, αυτές αξίζουν… δεν είπαμε;»

 «…δεν ξέρουμε ποτέ, πόσος χρόνος μας έχει μείνει Κωστή; Είναι, επειδή μεγαλώσαμε… γι’ αυτό το σκεφτόμαστε τώρα… νέοι δεν το σκεφτόμασταν καν…» «Γιατί αυτό να καθορίζει τα πάντα… ο χρόνος… όσος κι αν είναι, γιατί να έχει νόημα καταλυτικό στη ζωή –η στιγμή πάντα προλαβαίνει το χρόνο… γι’

αυτό τη λέμε στιγμή, δεν έχει καμία σχέση με το χρόνο, έτσι όπως τον οριοθετήσαμε και τον μετράμε, έχει δύναμη η στιγμή, έχει «διάρκεια» πολύ μεγαλύτερη απ’ όσο κρατάει…» 

   «Οι στιγμές είναι αιώνιες Σοφία, αξίζουν όσο μια ζωή, και μια ζωή αξίζει να τις περιμένεις για να τις ζήσεις…αν δεν τις ζήσεις… εκεί είναι το πρόβλημα.»

   «Γιατί να μας καθορίζει ο χρόνος, γιατί; Γιατί όλα να τα εξαρτούμε απ’ αυτόν (;)… προλαβαίνουμε… (;) λέμε…»

   «βέβαια… ελεύθεροι είμαστε, μόνο έξω απ’ το χρόνο, δυνατοί, σίγουροι, ”ρουφάμε” τις στιγμές, τις χαιρόμαστε… τις ζούμε… τις σπαταλάμε… κι αύριο να τελειώσει ο χρόνος, εμείς, θα έχουμε ζήσει Κωστή…(!) θα έχουμε ζήσει μοναδικά, γιατί… ανήκουμε στο τώρα, το υπέροχο, όμορφο… τώρα!»

   «έτσι είναι… αναλωνόμαστε στο τι θα προλάβουμε, στο αν θα προλάβουμε να τα κάνουμε όλα, όσα θα θέλαμε να κάνουμε, και… δεν έχουμε και λίγες επιθυμίες… δεν έχουμε καθόλου λίγες απαιτήσεις… απ’ τον εαυτό μας, κι απ’ τους άλλους. Και στο τέλος, δεν προλαβαίνουμε τίποτε… απογοητευόμαστε… ειδάλλως, κάτι θα είχαμε κάνει…»

 «Φορτωνόμαστε απαιτήσεις, μας πνίγουν, απαιτούμε συνεχώς κι άλλα… τόσα άλλα, τόσα πολλά… και στο τέλος, απ΄ τα πολλά που θέλουμε, πνιγόμαστε και δεν χαιρόμαστε τίποτε, αχόρταγοι… δυστυχισμένοι... Όλα να τα ‘χαμε, όλα να τα πετυχαίναμε… πάλι δε θα μας φτάνανε…» ο ένας απαντούσε στον άλλο, τον συμπλήρωνε…

 « το χρόνο τον ορίσαμε για να μας βασανίσει, για να μας τρώει τα σωθικά… την ψυχή που γίνεται σκλάβα του, και δεν μπορεί να πετάξει ελεύθερη… Το όριο αυτό που βάλαμε, μας κατέστρεψε και δεν ξέρουμε να ζήσουμε πια… κι ορίζουμε λάθος τη ζωή, τις χαρές, τους στόχους, τις σχέσεις… το πότε αρχίζει κάτι, το πότε τελειώνει, το αν προλαβαίνει να υπάρξει, το αν θα ζήσει, το πόσο θα ζήσει, το πότε θα προλάβει να ζήσει, το γιατί δεν έζησε, το που πήγε… το γιατί χάθηκε… τίποτα δε χάθηκε Κωστή…»

«συμβάσεις όλα… με εξαπατημένο τον ίδιο τον εαυτό μας… συμβάσεις που άθελά μας υπογράψαμε, κι είμαστε τώρα υπερχρεωμένοι και υποχρεωμένοι, να μην τις αθετήσουμε… και πρώτα, το λογαριασμό πρέπει να τον δώσουμε στον εαυτό μας, να τον πληρώσει(;)… για όλα αυτά, δεν μπορούμε να βρούμε τη δύναμη, να του πούμε, ότι έχει εξαπατηθεί…»

«όρια… λάθος όρια, λάθος περιθώρια… λάθος συμβάσεις, λάθος εκτιμήσεις… χωρίς σοφία… χωρίς αιδώ…»

«ζήσε Σοφία… ζήσε όπως μπορείς καλύτερα… αφού το ξέρεις ήδη, το λέει κι ο “στίχος”, “εδώ… είναι το ταξίδι(!)”…» «στην υγειά μας…»

«σ’ αγαπώ… Κωστή…» Έσκυψε και τον φίλησε…  

    Τα ωραία ρεμπέτικα συνέχιζαν ν’ ακούγονται! Το βράδυ τους άφησε να σιγοτραγουδούν, να πίνουν  το κρασάκι τους – το κρασί της ζωής- ν’ αγκαλιάζονται τρυφερά… να σμίγουν…

 Οι στιγμές… (!) δεν θα ξεχνούσαν ποτέ αυτές τις στιγμές… στιγμές που άξιζαν μια ζωή, όνειρα γλυκά του απομεσήμερου, σύννεφα γκριζογάλαζα… ελεύθερες μολυβιές στο ροζ του δειλινού, άνοιξες ατέλειωτες, μελωδίες, μεράκια, λόγια σοφά, στο πέρασμα της ζωής, ταξίδια… βαρκούλες στα γαληνεμένα νερά του καρνάγιου παραδομένες στον ελαφρύ κυματισμό… στα βότσαλα… καθαρό θαλασσινό νερό που αφρίζει, λευκό, να καθαρίσει το χτες, να λάμψει το σήμερα, του ήλιου λυτρωτικό φως ν’ αγκαλιάσει, να μην υπάρχει αύριο… τίποτα καθηλωτικό στην ψυχή, τίποτα ταπεινωτικό, τίποτα πικρό…  μονάχα «το τώρα»… που… δεν αρχίζει… δεν τελειώνει… μόνο υπάρχει…(!) αρκεί και αρκείται, ζει… και… γεύεται, αφήνεται…, λιώνει, πετά, μακραίνει, αγαπά, ταξιδεύει… ανήκει, δεν την πνίγει κανένα συμβατικό ψέμα, κανένας φόβος δεν τρυπώνει στο πουθενά… να την κάμψει, να την αφανίσει… την αιώνια νιότη της θέλησης… της ατσάλινης ψυχής «του τώρα»… που… όρθια μένει!

 

Δ ρ ό μ ο ι, δέκατη τέταρτη συνέχεια του αφηγήματος.

Ερμούπολη, 04-02-2017             Μαρία Π. Κρόντη