«Που ήσουν; »…

«Που ήσουν; »… Σύρος - Ερμούπολη - Κυκλάδες - 11η συνέχεια αφηγήματος «Δ ρ ό μ ο ι…» της Μαρίας Κρόντη
11η συνέχεια αφηγήματος «Δ ρ ό μ ο ι…» της Μαρίας Κρόντη

 

    Περπάτησαν ο ένας δίπλα στον άλλο… σαν να μην πατούσαν τα πόδια της στη γη… (!), το έδαφος είχε αποκτήσει άλλη διάσταση, ονειρική, εξωπραγματική…  Ήταν μια άλλη Σοφία κοντά του, η άλλοτε μακρινή και ξένη… γαλήνη απλώθηκε στην ψυχή και τη σκέψη της… ημέρωσε, θαρρείς, μέσα της μια φωνή, για πολλά χρόνια, αδύναμη και βουβή, σχεδόν σβησμένη… ξανακούστηκε. Κάθισαν δίπλα στα δέντρα, μίλησαν ήσυχα, πρωτόγνωρα παραξενεμένοι απ΄ αυτό που ζούσαν. Φθινοπωρινές χρυσές ηλιαχτίδες έλουζαν τα μαλλιά της, τα μάτια της, το είναι της, ζωγράφιζαν με υπέροχα χρώματα του μπλε, τη θάλασσα... ένας ελαφρύς κυματισμός τη χάιδευε ψιθυριστά, σαν να της έλεγε τα μυστικά του, έτσι όπως ήθελε η Σοφία, να τη χαϊδέψει κι εκείνος... και να της πει  όλα τα μυστικά του…

   «Ξέρεις, χαίρομαι πολύ που ήρθες… δεν το περίμενα ποτέ αυτό… εσύ;», τον κοίταξε σιωπηλά, συγκαταβατικά. «Σε χρειαζόμουν... ήθελα να ‘ρθεις… ήρθες τη στιγμή που έπρεπε… κοίταξε χαμηλά, σιώπησε… ο γάμος μου δεν πήγε καλά, χώρισα με τη γυναίκα μου, πριν ένα χρόνο, δεν με καταλάβαινε- έλλειψη επικοινωνίας, ασυμφωνία χαρακτήρων- ευτυχώς δεν είχαμε παιδιά... » « …στην ουσία μόνη κι εγώ, δεν βρήκα το λόγο να παντρευτώ - η επικοινωνία, ξέρεις… - δεν ήμουν τυχερή, έλειπε πάντα, κάτι…».

   Μικρά σπουργίτια τιτίβιζαν στα πυκνά δέντρα της παραλίας, συμφωνώντας πως δεν υπήρχε τίποτα να τους χωρίσει πια, σαν να είχαν κάνει τραγούδι τις ελπίδες τους, τα  χαμένα όνειρά τους. Δεν ξέρω ποιος απ΄ τους δύο είχε χάσει τα πιο πολλά. Τόσο απλά, σκέφτηκε η Σοφία, είμαστε τώρα μαζί, εμείς που τόσα χρόνια δεν τολμήσαμε να βρεθούμε... Της σκέπασε ζεστά το χέρι, όταν ανυποψίαστη κάποια στιγμή, το ακούμπησε πάνω στο τραπέζι. Το κορμί της ρίγησε, η ψυχή της ζεστάθηκε μονομιάς. Τον ήθελε… ήταν δικός της; ή ανήκε στη ζωή που δεν έζησε τόσα χρόνια μαζί του; Αναρωτιόταν… Δεν μπορούσε ακόμα να το πιστέψει, εκείνη η παλιά χαμένη αγάπη, τώρα δίπλα της…

   «Σοφία, σε σκεφτόμουν πολλές φορές, όλα αυτά τα χρόνια της μοναξιάς μου, είχα νοσταλγήσει τα δικά μας χρόνια, όταν ήμασταν παιδιά, έφηβοι… Σκέφτηκα πως θα είχες παντρευτεί, θα είχες κάνει οικογένεια, θα ήταν πια αργά. Είχα αφοσιωθεί και στη δουλειά μου, το μουσική, το μπουζούκι… είναι κάτι σαν… «καλογερική» αυτή η ολοκληρωτική αφοσίωση. Αγάπησα το ρεμπέτικο, το μπουζούκι, έγινα και δάσκαλος, για να μάθω, με τη σειρά μου, σε νέους ανθρώπους, όσα έμαθα. Αγάπησα τους παλιούς, τους δασκάλους (!), τους αληθινούς ρεμπέτες… το Μάρκο Βαμβακάρη, το Γιώργο Μπάτη, τον Ανέστη Δελιά, τον Στράτο Παγιουμτζή – η θρυλική τετράδα (!)- το Γιοβάν Τσαούς, το Βαγγέλη Παπάζογλου,  τον Παναγιώτη Τούντα, τον Κώστα Σκαρβέλη, το Γιάννη Παπαιωάννου, τον Μπαγιαντέρα… και τόσους άλλους προπολεμικούς και μεταπολεμικούς. Έφτιαξα και δική μου μουσική σχολή.»

« Δεν τόλμησα ποτέ να σε βρω, να σου ζητήσω συγνώμη για τότε… τόλμησες εσύ… (!) πάντα πρώτη τολμούσες, και μ’ άφηνες άφωνο… να μην ξέρω, τι να πω και τι να κάνω… » «Θυμάμαι παιδί ακόμα, έπαιζες μπουζούκι, σου πήγαινε…, έπαιζες ωραία, σε θαύμαζα, όμορφος ήσουν, με το μπουζούκι στα χέρια…(!), σίγουρος για τον εαυτό σου, πλήρης, σ΄ ένα κόσμο δικό σου, απροσπέλαστο, μυστικό, μαγικό, γοητευτικό, ίσως άγνωστο τότε… ακόμα, για σένα.»

   Άναψε ένα τσιγάρο. Ο καφές πικρός στα χείλη της –έτσι τον έπινε- από τη μια ωρίμαζε η μαγική σκέψη,«ήταν ελεύθερος, ήταν μόνος…» κι από την άλλη «πώς μπορεί κανείς να βρίσκει κάποιον τόσο αργά, απ’ την ώρα που πόθησε η ψυχή; Θα μπορούσε μετά από τριάντα χρόνια να επικοινωνήσει μαζί του… δεν τον ήξερε καθόλου… θα τους άφηνε η σκληρή καθημερινότητα, τα ελαττώματα, που ο καθένας τους κουβαλούσε… οι διαφορετικές συνήθειες, ο τρόπος ζωής, οι διαφορετικές απόψεις τους… θα δοκίμαζαν σκληρά όλα αυτά, τον έρωτα, θα έβλεπε  εκείνος τα πράγματα όπως θα τα έβλεπε εκείνη, θα σκέφτονταν παρόμοια ή με τον ίδιο τρόπο… θα την καταλάβαινε… όταν θα διαφωνούσαν, θα επικοινωνούσαν ουσιαστικά, θα την ένιωθε… όταν θα είχε κάποια διαφορετική επιθυμία, θα τη σεβόταν,  θα την υπολόγιζε;», γινόταν πολύ επιφυλακτική και γέμιζε απογοήτευση... οι  ανθρώπινες σχέσεις είναι πολύπλοκες σκεφτόταν, χρειάζονται θυσίες, υπομονή, αποδοχή, αγάπη.

 «Πάμε να περπατήσουμε λίγο; Η κίνηση ξεκουράζει, χαλαρώνει… » της είπε. Η θάλασσα γλυκιά, μάγισσα, τους σαγήνευε, τους καλούσε, σ’ άλλα ταξίδια, το ίδιο μαγικά… να σμίξουν… να ενωθούν… όπως δε σμίξανε ποτέ… Ούτε που το κατάλαβαν πως πέρασαν οι ώρες! Είχε αρχίσει να σουρουπώνει, ν’ ανάβουν τα  πρώτα φώτα, σιγά-σιγά, όπως θάμπωνε η μέρα… η πιο όμορφη μέρα της ζωής της! «Πάμε Σοφία…».Περπάτησαν αρκετή ώρα, κουβεντιάζοντας σαν δυο παλιοί, καλοί φίλοι. Γέλασαν, δάκρυσαν, κοιτάχτηκαν βαθιά μεσ’ τα μάτια. Είχαν μεγαλώσει πια… ήξεραν να κοιτάζονται στα μάτια, ολοκληρωτικά, να δίνονται… να μη φοβούνται, να μη λένε ψέματα, να ξέρουν τι θέλουν, να μπορούν… να τολμούν, ν’ αγαπούν… το ένιωθε αυτό η Σοφία, νικούσε αυτή η διαίσθηση της αγάπης… την απογοήτευσή της. Τα μάτια τους… το παιχνίδισμά τους… έξυπνο, και ταυτόχρονα τρελό… αποφαστιστικό. Τη μάγευε, τη συνέπαιρνε πάντα η ματιά του, το βλέμμα της σιγουριάς…

    Κάθισαν σ΄ ένα παγκάκι δίπλα στις βαρκούλες του Αγ. Κων/νου. Έσκυψε και τη φίλησε γλυκά, βελούδινα… Το πρώτο τους φιλί (!), της άνοιξής τους, της νιότης τους, που δε χάθηκε, της αιώνιας άνοιξης της καρδιάς, που ποτέ δεν είχε γεράσει... που ποτέ δεν είχε χαθεί. Το πρώτο φιλί που άργησε  να ‘ρθει, το φιλί που της χρωστούσε… το ώριμο πια, εκείνο που της αρνήθηκε τότε, κι άθελα του, την είχε πληγώσει. Δεν μπορούσε να το πιστέψει. Ακολούθησε και δεύτερο και τρίτο πιο τρυφερό και ένθερμο. Το πάθος, η ζωή όλη… που είχε φύγει… γινόταν… ένα φιλί (!), τους συγκλόνισε… μια σιγανή φωνή… «που ήσουν;» της έλεγε… «που ήμουν;» ψιθύρισε… « που ήσουν κι εσύ;» κι εκείνη, τον κοίταξε βαθιά μεσ’ τα μάτια, δάκρυσε… την πήρε στην αγκαλιά του με φροντίδα και τρυφερότητα, την έσφιξε δυνατά, στα μαρμάρινα μπράτσα του. Το βλέμμα του… δεν πίστευε ποτέ, ότι θα δει από πολύ κοντά, εκείνο το βλέμμα, που κουβαλούσε στο υποσυνείδητό της, να ‘ρχεται και να ξανάρχεται στα όνειρά της, ανεξίτηλα αποτυπωμένο στην καρδιά, σταθερό, καταλυτικό, μακρινό, δυνατά ριζωμένο μέσα της, σαν δεύτερος εαυτός. Δεν μπορούσε να κρύψει τη συγκίνησή της, δάκρυσε… τα είχε χάσει… « Έλα στο σπίτι μου Σοφία… απόψε… » της είπε. « Πρέπει να πάρω τα πράγματά μου από το ξενοδοχείο...θα έρθω…» «Πάμε… να σε βοηθήσω».

   Καρδιές ξεχασμένες, ανέφελες, γλυκά σαστισμένες, έμοιαζαν οι καρδιές, παραδομένες στο δικό τους χρόνο. Ο «άλλος» χρόνος…  των ανθρώπων, της ζωής… είχε ρημάξει στο πέρασμά του πολλά, τα νιάτα, τη φρεσκάδα, τη λάμψη, όπως έχει συνήθειο του να κάνει, είχε όμως, και πολλά ωριμάσει, καθαρίσει, εξαγνίσει, στην ψυχή ομορφύνει, γαληνέψει... Ζωντανή θα έμενε η φλόγα τους για πάντα... εκείνη η γλυκιά, η ζεστή, η αληθινή, φλόγα του έρωτα, που δεν μπόρεσε, ούτε θα μπορούσε ποτέ, με κανένα τρόπο, ο συμβατικός χρόνος, να σβήσει. Δε θα την άγγιζε. Τη φλόγα της αιώνιας άνοιξης, τη φλόγα της αιώνιας νιότης, που είναι, η καρδιά…(!) που για ‘κεινον χτυπά… τον πρώτο, τον τρυφερό έρωτα της…

 

«Δ ρ ό μ ο ι…», ενδέκατη συνέχεια αφηγήματος.

Ερμούπολη, 06-01-2017                                    Μαρία Π. Κρόντη