Ήρθα να σε βρω…

Ήρθα να σε βρω… - Σύρος - Ερμούπολη - H ένατη συνέχεια του αφηγήματος «Δ ρ ό μ ο ι…» της Μαρίας Κρόντη
H ένατη συνέχεια του αφηγήματος «Δ ρ ό μ ο ι…» της Μαρίας Κρόντη

 

Tο λεωφορείο  έκανε στάση. Κατέβηκε. Ανέπνευσε τον καθαρό αέρα…άναψε ένα τσιγάρο, το είχε κόψει, τώρα κάπνιζε  έτσι… περιστασιακά, η περίσταση δεν ήταν εύκολη, πάντα της άρεσε να καπνίζει σε δύσκολες στιγμές, αν και δεν ήταν ποτέ της μανιώδης καπνίστρια. Τον σκεφτόταν... Η πικρή γεύση του τσιγάρου «γλύκαινε» τη μοναξιά της. Δεν ήταν εύκολο. Τριάντα ολόκληρα χρόνια μετά… ένιωθε σαν να μην πέρασε μια μέρα. Δεν τον είχε ποτέ της γνωρίσει, δεν τον ήξερε, και τώρα, τολμούσε να πάει να τον δει; Να του πει τι; Πώς να του το πει; Ότι ήθελε απλά να τον δει…ότι ήταν ακόμα ερωτευμένη μαζί του, ότι… δεν ήθελε να του αναστατώσει τη ζωή… Πώς ήταν άραγε η ζωή του; Δεν ήξερε τίποτα για την πορεία του, για τις σκέψεις του, για το χαρακτήρα του- λίγα πράγματα ήξερε, λίγα μάντευε...

   Κόντευε να φτάσει… Αντίκρισε τον όμορφο Βόλο – απλωμένο…  περίτεχνο ψηφιδωτό, γύρω απ’ τη θάλασσα, με το υπέροχο βουνό, το Πήλιο, να τον αγκαλιάζει, ίδια ζωγραφιά σε κορνίζα, κρεμασμένη στον ουρανό, να υπογραμμίζει, ακόμα πιο πολύ, την ομορφιά του τoπίου. Ωραία εικόνα… (!) δεν τη χόρταιναν τα μάτια της. «Παραδεισένιος τόπος», σκέφτηκε, «τυχερός που ζει εδώ…». Σ’ έναν παράδεισο ήρθε να τον συναντήσει… όπως και να ‘ταν όμως… παράδεισος θα ‘ταν ο τόπος που θα τον συναντούσε, μόνο και μόνο, γιατί εκεί, θα τον συναντούσε… Ανοιξιάτικη η μέρα, στο τέλος του φθινοπώρου, ηλιόλουστη, καθαρή, σαν την καρδιά της, έτσι γινόταν, όπως τη φώτιζε ο έρωτας, αναπάντεχα γλυκιά, όλα τα έβλεπε όμορφα, κι όλα την ομόρφαιναν… για ΄κεινον, την πρώτη της αγάπη… (!) πως τολμούσε τώρα να  τον βρει… όλα δεν είχαν τελειώσει τότε…(;). Ό,τι δεν θέλουμε να τελειώσει, τελειώνει ποτέ (;)… σκέφτηκε.

  Άφησε τα πράγματά της στο ξενοδοχείο. Το ξενοδοχείο, δίπλα στην παραλία, καθαρό, φιλόξενο. Έκανε ένα ζεστό ντους. Πόσο ξεχωριστή ήταν αυτή η απόδραση(!). Πόσον καιρό είχε να νιώσει έτσι… Ένιωθε έφηβος, μια καινούργια έφηβος... Η δεύτερη εφηβεία(;), σκέφτηκε. Τώρα ακολουθούσε την καρδιά της… όλα αυτά τα χρόνια ακολουθούσε την απλή ζωή της, όπως την επέλεξε, όσο καλύτερα γινόταν να την επιλέξει, περισσότερο ή λιγότερο κοντά στον εαυτό της, κοντά στις επιθυμίες της, στη φύση, σ’ αυτούς που αγαπούσε. Χρειαζόταν έναν καφέ για να σκεφτεί, για να χαθεί κι άλλο στις σκέψεις της… αυτό ήθελε. Βρισκόταν στην ίδια πόλη μ’ εκείνον, απολάμβανε την αναμονή… την αγωνία της. Αύριο θα τον έβλεπε. Έναν άγνωστο - «γνωστό» αγαπημένο… Όλα τα παράδοξα σ’ εκείνη συνέβαιναν (;), αναρωτιόταν. Είχανε ξεχαστεί τόσα χρόνια… Καθένας είχε πάρει το δρόμο του. Ζωές παράλληλες, μόνες (;), ίσως μόνες, ίσως σε παρόμοιους δρόμους, ίσως σε διαφορετικούς, όμως αλλού, αλλιώς, χώρια, χωρίς να έχουν γνωρίσει ποτέ ο ένας τον άλλο. Πόσο τη γοήτευε αυτός ο άγνωστος- «γνωστός» της… Είχαν να μιλήσουν από παιδιά… πώς ήταν να βρεθεί καταπρόσωπο μ’ έναν καινούργιο τώρα άνθρωπο, διαφορετικό πια από ΄κεινον που γνώριζε (;)παιδί. Όλα άλλαξαν, όλα αλλάζουν κάθε μέρα, κι εμείς αλλάζουμε, τραβώντας την πορεία των επιλογών μας, προς το καλύτερο, ή προς το χειρότερο… Γίνονταν όλα τώρα, σαν χτες… σαν να είχαν ένα καινούργιο πρόσωπο, σαν να μην υπήρχε ο χρόνος... Ένα χτες που δε θέλησε να χαθεί, όσο κι αν άλλαξε… όνειρο ήταν αυτό που ζούσε (;), δεν μπορεί όνειρο θα ήταν… ή μήπως ήταν αλήθεια (;), σκεφτόταν.

   Σεργιάνισε το απόγευμα εκείνο στο Βόλο, έκανε ένα μοναχικό, μελαγχολικό, ωραίο… περίπατο. Αυτό ήθελε. Ήξερε πια καλά αυτό που ήθελε… Τα κύματα της θάλασσας, ολοζώντανα, αγκάλιαζαν την όμορφη παραλία, ανέμελοι ποδηλάτες περνούσαν, μικρά παιδιά με μαμάδες, γιαγιάδες, ζευγαράκια χαρούμενα που έκαναν τη βόλτα τους, πρόσθεταν γλυκές πινελιές στην απογευματινή εικόνα. Μόνη, παρακολουθούσε τις στιγμές των ανθρώπων γύρω της, κι ένιωθε σαν να ήταν όλοι αυτοί, και δική της συντροφιά, σαν να ήταν «ο κόσμος όλος… σπίτι της» κι όλοι οι άνθρωποι δικοί της... Όλους τους αγαπούσε… ένιωθε ευτυχισμένη έτσι γλυκά που είχε ακολουθήσει την καρδιά της. Πόσο ανθρώπινη ήταν εκείνη η παραλία, πόσο χαρούμενη, κι ακόμη πιο όμορφη τώρα της φαινόταν. Ανάψανε τα φώτα των φαναριών που τη στόλιζαν, γλύκαινε το σούρουπο, ζέσταιναν τη ματιά της. Ήθελε να μείνει για λίγο μόνη πριν τον δει. Δίσταζε… Η επιθυμία της όμως να τον δει δυνάμωνε περισσότερο όσο γευόταν την ομορφιά του τοπίου, η φλόγα του έρωτά φούντωνε μέσα της, την έκαιγε ένα περίεργο πάθος, την έκανε γλυκά να υποφέρει… Αυτός ήταν ο έρωτας…, πως τον είχε νοσταλγήσει, πόσο της είχε λείψει… όλον αυτό τον καιρό, δεν είχε ξανανιώσει αυτήν την πληρότητα. Σκεφτόταν τα μάτια του, τα όμορφα μαύρα μάτια του και το καθαρό βλέμμα, που την κοιτούσε πάντα ίσια και βαθιά, μέσα στα μάτια.

    Ο Κωστής είχε δική του μουσική σχολή στο Βόλο, ο ίδιος δεξιοτέχνης του μπουζουκιού και δάσκαλος, είχε μάθει… Θα μπορούσαν πολύ καλά να επικοινωνήσουν… Ίσως έπαιζε και σε κάποιο ταβερνάκι, κάπου… να τον άκουγε, σκέφτηκε. Τον θυμόταν από μικρό παιδί μ’ ένα μπουζούκι στα χέρια – αυτοδίδακτος-  λάτρευε τη μουσική, της είχε αφιερωθεί, μάλλον αργότερα θα τη σπούδασε ή θα δούλεψε πολύ σκληρά. Και να… τώρα σπουδαίος δεξιοτέχνης του μπουζουκιού και δάσκαλος! Τα ακούσματά της ήταν στη Σύρα… γύρω… απ’ το ρεμπέτικο! Είχε σπουδαίους μουσικούς και δασκάλους κι η Σύρα (!)…- πως θα μπορούσε άλλωστε να μην έχει, η πατρίδα που γέννησε το Μάρκο Βαμβακάρη (!), εκείνο το μοναδικό πρωτομάστορα που έγραψε αυθεντικά απλή, ξεχωριστή, γι’ αυτό και μεγαλειώδη, ρεμπέτικη μουσική και τραγούδια, που γέμισαν την ψυχή, την κέρδισαν για πάντα! Δεν ήταν λίγα τα ταβερνάκια που πήγαινε με τους φίλους της, κι έπιναν ένα κρασάκι - έτσι για να ξεκουραστούν από τη βδομάδα – κι άκουγαν ρεμπέτικα… με το ύφος του μεγάλου δασκάλου τους, από καλούς μουσικούς. Τι ακούσματα! Τι δώρο κι αυτό για ‘κεινη, εκτός απ’ τον ίδιο, τον όμορφο, τον τόπο…

 

«Δ ρ ό μ ο ι…» , ένατη συνέχεια αφηγήματος.

Ερμούπολη,   21-12-2016                                  Μαρία Π. Κρόντη