Αγγίγματα άνοιξης… οι λέξεις

Αγγίγματα άνοιξης… οι λέξεις - Σύρος - Ερμούπολη - Κυκλάδες - Σχολιάζει η Μαρία Κρόντη
Σχολιάζει η Μαρία Κρόντη

   

Ο αέρας φυσούσε δυνατός. Σύννεφα κάτασπρα και γκρίζα σκέπαζαν τον ουρανό. Ήταν τόσο καθαρή η ατμόσφαιρα…γέμιζαν τα πνευμόνια φρέσκο αέρα, θαλασσινό. Τα πρόσωπα εξαγνίζονταν, έλαμπαν.  Όμως ένα παράξενο φως φώτιζε το πρόσωπο του Θωμά, ένα φως μελαμψό. Είχε μια χλωμάδα, μια απογοήτευση, η όψη του. Κέρινο θαρρείς ομοίωμα ενός ανθρώπου που κάποτε είχε ζήσει... Ανησυχούσε η Σοφία κάθε φορά που τον έβλεπε. «Κουράστηκε, » σκεφτόταν… «μα δεν το βάζει κάτω... » «Πατέρα τι θα φας. Να σου μαγειρέψω κάτι; Αυγά με κρεμμύδια που σ’ αρέσουν ή να σου πάρω καμιά σαρδελίτσα να τηγανίσουμε; »  «Έρχεται μέρα παρά μέρα η κοπέλα μα εγώ πια δεν πεινώ. Κόβεται η όρεξή μου, τρώω όλο και λιγότερο… δεν κατεβαίνει… μόνο που σε βλέπω, αυτή είναι η πιο μεγάλη χαρά μου.» «Πατέρα μου σ’ αγαπώ. Ξέρω πόσα έχεις περάσει, πόσο έχεις κουρασθεί, πόσο σκληρά δούλεψες από δεκατριών χρονών παιδί, στη φτώχεια μεγαλωμένο.» Η Σοφία ήξερε…είχε καταλάβει. Όσο ζούσε ο πατέρας της ομόρφαινε η ζωή της. Οι άλλες απουσίες ήταν λιγότερο αβάσταχτες. Της είχαν στοιχίσει πολύ οι απώλειες της Φωτεινής και της Στεφανίας.      

   Μετρούσε σταυρούς πια... Ένας – ένας έφευγαν οι αγαπημένοι, οι πονεμένοι της. Ένιωθε πως η ζωή της άρχισε να μικραίνει, πλάταινε όμως η αγκαλιά της μνήμης... κι η αγκαλιά της συγνώμης. Δεν ήθελε να ξεχάσει. Την καλούσαν αυτές οι πονεμένες ψυχές που είχαν φύγει, της έδιναν σημεία ζωής, ύπαρξη, σκοπό για να ζει, να ονειρεύεται, να τολμά, ν’ αγαπά. Τ’ όνειρο της να γράψει, γινόταν πραγματικότητα. Κόντευε να τελειώσει το βιβλίο που ετοίμαζε. Χωρίς αυτές τις ψυχές να τη συνοδεύουν ίσως δεν θα έβγαινε από μέσα της τόσο έντονη αυτή η επιθυμία. Ίσως πολλά να μην είχε καταλάβει για τον εαυτό της, ίσως να μην αναρωτιόταν, να μην είχε σκεφτεί τόσο, αν δεν είχε πονέσει, ίσως να μην κυνηγούσε τ’ όνειρό της, όπως της είχε πει ο πατέρας της. Καθετί για να γίνει, χρειάζεται θέληση ατσάλινη, υπομονή κι επιμονή, κρατούσε της μνήμης το φως να της φωτίζει το δρόμο, τα λάθη και τα σωστά τους, τις αλήθειες τους, όσο πικρές κι αν ήταν. Τους δρόμους αυτούς ακολουθούσε με παντιέρα την ψυχή, λιμάνι το όνειρο, πορεία τη ματιά… που «αφουγκράζεται», που μαθαίνει κάθε μέρα σωπαίνοντας… στοχαζόμενη  τις ρίζες της, την αγάπη, το ταξίδι…Διάβαζε…ατέλειωτα διάβαζε… διάβαζε… ταξίδια αγαπημένα τα διαβάσματα της, “πετάγματα” με τις φτερούγες του νου, τα γραπτά της, αγγίγματα άνοιξης οι λέξεις…αγγίγματα που  δεν έζησε, όμως… ονειρεύτηκε…κι ήταν σαν να τα έζησε…    

   Οι φιγούρες της μάνας, της Φωτεινής, της Στεφανίας συνόδευαν καθημερινά τη ζωή της, ζωντανές, κομμάτια του εαυτού της. Ήθελε να τις κρατήσει σφιχτά στην αγκαλιά της μνήμης, να μη τις ξεχάσει ποτέ όσο ζούσε…τα δύο της κομμάτια (!) κομμάτια ζωής. Της ζωής που έζησε και της ζωής που δεν έζησε... Η απρόσμενα ζεστή αγκαλιά της Φωτεινής – η πιο γλυκιά  φωλιά για την τρομαγμένη ψυχή της – τ’ όνειρο…κι η τρυφερή αγκαλιά της Στεφανίας που τόσο ήθελε να σφίξει στα χέρια της ένα παιδί –  το μοιραίο καταφύγιο της…Τη Φωτεινή, το ‘νιωθε την κουβαλούσε, αυτή η μάνα υπήρχε μέσα της, της έμοιαζε η Σοφία. Η Στεφανία  τη μεγάλωσε όμως, της έδειξε τη ζωή, ακόμα και στις πιο μελανές αποχρώσεις της, τη σκληρότητά της, τους φόβους - έζησε μαζί της, τη λάτρεψε… μόχθησε γι’ αυτό. Μοιράστηκαν τόσα, δέθηκαν… έζησαν όπως επέλεξαν εκείνοι να ζήσουν, αληθινά, με το δικό τους τρόπο, όχι υποκριτικά.

   Δυο μάνες… αγάπησε… δυο μάνες αξιώθηκε. Τα δάκρυα κυλούσαν στο πρόσωπό της. Δεν προλάβαινε να τα σκουπίσει…αυτά ξανάτρεχαν… ξανάτρεχαν. Ένας κόμπος την πονούσε… την έπνιγε… στο λαιμό. Ξέσπασε για άλλη μια φορά… «Μάνα… μανούλα… » Ήξερε πως την «άκουγε… κάπου δίπλα της ήταν… »  έτσι ήθελε να πιστεύει. Ήθελε να φωνάξει, να ουρλιάξει, να βγάλει από μέσα της το  βαρύ φορτίο της ζωής της… Συνομιλούσε με τα δάκρυά της, όπως παιδί… - τι κουβέντα κι αυτή (!), οδυνηρή μα κατευναστική, απέραντα ανακουφιστική, λυτρωτική!  Η αγάπη βρήκε εφαρμογή στη ζωή της τόσο που χρειάστηκε να παλέψει με μίση, πάθη, ατέλειες, σφάλματα, ελαττώματα. Τις αγαπούσε πολύ και τις δύο… Δε μπορούσε να τις ξεχωρίσει… Σαν να ‘ταν το ίδιο πρόσωπο! Και της έλειπαν και οι δυο… η μάνα για ‘κεινη είχε διπλή υπόσταση…ήταν δύο πρόσωπα, δυο φωνές, δυο χαμόγελα, δυο αγκαλιές… « τ’ όνειρο…» και… «το καταφύγιο…»! 

 

Δ ρ ό μ ο ι, αφήγημα, έβδομη συνέχεια.

Ερμούπολη, 25-11-2016                                             Μαρία Π. Κρόντη