ΒΗΜΑΤΑ ΑΠΛΑ…ΤΑΞΙΔΕΜΕΝΑ

ΒΗΜΑΤΑ ΑΠΛΑ…ΤΑΞΙΔΕΜΕΝΑ - Σύρος - Ερμούπολη - Γράφει η Μαρία Κρόντη
Γράφει η Μαρία Κρόντη
 
Τα φώτα λαμπύριζαν στα Λαζαρέτα… Εκείνες τις μέρες ήταν αρκετό  το κρύο. Όλοι άρχισαν να φορούν τα χειμωνιάτικα. Απότομα έφυγε το καλοκαίρι,  θα έλειπε για αρκετές μέρες η «καλοσύνη»…όπως έλεγαν οι Συριανοί, όταν ο καιρός ήταν καλός και η θάλασσα γαλήνια. Άλλωστε οι εποχές ήταν δύο πια. Καλοκαίρι και χειμώνας. Η Σοφία συνέχιζε τα μπάνια στ’ «Αστέρια». Περίμενε την επόμενη «καλοσύνη» για να βουτήξει. Τι αναζωογόνηση τα μπάνια του φθινοπώρου, τι λύτρωση. Με πόση αισιοδοξία γέμιζε το μυαλό και το σώμα πως ζωντάνευε. Τ’ αγαπημένα ταξίδια της ήταν αυτά στη φύση - τη φύση στο νησί της, την είχε αγαπήσει - στο διάβασμα…
 
Αγαπούσε τη λογοτεχνία. Γι’ αυτό της άρεσε και να γράφει… οι λέξεις γέφυρες αναζήτησης, σκέψης, σιωπής, βάλσαμο στη μοναξιά της, που ωραία ήξερε να ζήσει. Ονειρευόταν… κι άλλα ταξίδια… Ήθελε να γνωρίσει μέρη… όχι μόνο μέσα απ΄ τα βιβλία, αλλά  και μέρη σημερινά, πραγματικά όχι φανταστικά, κι ανθρώπους απλούς, αυθεντικούς, αληθινούς… με τις αυθόρμητες συμπεριφορές τους, τις απλότητες τους, τις καθημερινές φιλοσοφίες τους. Οι πονηροί ξεχώριζαν… οι αληθινοί ξεχώριζαν ακόμη περισσότερο… Θυμήθηκε τη Φολέγανδρο… όταν την είχε επισκεφτεί…
 
Ορκίστηκε να ξαναπάει. Πόση ομορφιά… σ’ αυτό το νησί… κι ανθρώπους καλούς είχε συναντήσει, αυθεντικούς,  μ’ αγάπη για τον τόπο τους, τους χορούς, τα τραγούδια τους… Το βήμα τους… στο χορό (!) πόση εντύπωση της είχε κάνει εκείνο το βήμα τους… πόσο σεμνό,  πόσο απλό, μέσα από αργή μαέστρικη κίνηση του σώματος, σχεδόν επί τόπου, πόσο διακριτικό, μ’ ένα  μικρό σουστάρισμα που έδινε στο κορμί κάτι ανάλαφρο… βγαλμένο κατευθείαν από την ψυχή, χωρίς διάθεση εντυπωσιασμού, περιττά στολίδια… Σίγουρο πάτημα! Το ΄βλεπες, ταξίδευε αλλού το μυαλό των χορευτών, ζούσαν το χορό τους, τον χαίρονταν. Αυτό το βήμα γεννιόταν μόνο για να υπάρχει, γνήσιο, ατόφιο… ένα συναίσθημα! Σώμα, ψυχή, βήμα γινόταν ένα! Και η δύναμη τους όλη, η αρχοντιά της ψυχής τους, την ένιωθες… ξεχυνόταν μέσ’ απ’ το βλέμμα το γαλήνιο, το ντόμπρο, το λιτό, το μεγάλο… ανέδιδε ευωδιά σεμνότητας, βιώματος, αγάπη ύφους, αγάπη για τον τόπο… Και χαιρόταν ιδιαίτερα που το έβλεπε αυτό σε νέους ανθρώπους, που από τους παππούδες τους το είχαν δει και το είχαν πάρει, με σεβασμό.  
 
Μέσα στο μυαλό θα πρέπει να είχαν τους παππούδες τους. Είχε κρατήσει το χέρι τους… είχε χορέψει μαζί τους. Ελεύθεροι, όμορφοι… συγκίνηση την είχε συνεπάρει. Μεσ΄ στην απλότητα έβλεπε όλη την ομορφιά τους… μεσ’ απ΄ το ήσυχο βλέμμα, το καθαρό, το γαλήνιο σαν τη θάλασσα (!) –που ήξερε τι ήταν, τι ήθελε, τι αγαπούσε – τον κόσμο, τη ζωή… το νησί, τον ιερό τόπο (!). Κάτι τέτοια τη συγκινούσαν πολύ τη Σοφία, τ΄ αναζητούσε –  τα συναισθηματικά βιώματα (! ) –έτσι τα έλεγε - το μοίρασμα στιγμών με ανθρώπους ταπεινούς, τα μάζευε σαν μικρούς θησαυρούς στην καρδιά της.
 
Τα μεράκια αυτά ήταν ο πλούτος όλος της ζωής της. Φύση, αληθινοί άνθρωποι, τόποι ευλογημένοι, βιβλία-ταξίδια… Αυτό που θαύμαζε περισσότερο στους ανθρώπους ήταν η ανυπόκριτη σεμνότητα… η ταπεινή στάση, «πόσο σπάνια…, πόσο γλυκιά», αναρωτιόταν. Έτσι αγαπούσε τους τόπους που γνώριζε η Σοφία, τους αφουγκραζόταν, τους αγκάλιαζε, πότιζαν την ψυχή της, ζωγράφιζαν μέσα της την Ελλάδα... κάθε γωνιά της πατρίδας μοναδική! Μάλλον έτσι τους μάθαινε τους ευλογημένους τόπους, μέσα από τους ανθρώπους τους, τον αυθεντικό, σεμνό εαυτό τους. Εκείνοι της «μάθαιναν» όλα αυτά. Έτσι χωρίς να το επιδιώκουν για κάποιο λόγο, αυθόρμητα, αβίαστα, αληθινά. Η επικοινωνία με τους απλούς ανθρώπους ήταν για κείνη μαγική,  παράξενα, απρόσμενα, ζεστή… έτσι την είχε διαλέξει (;), έτσι την έβλεπε… (;), έτσι την ένιωθε (;). Κάποιος νέος της είχε πει: «είναι απλό το βήμα, εύκολο, βγαίνει…αρκεί να το νιώσει η ψυχή…». «Έκφραση ο χορός! Χωρίς αυτό τίποτα…», σκέφτηκε…
    
Τα ταξίδια…Τ’ αγαπούσε…γλύκαινε τον πόνο της μοναξιάς –της συνειδητής μοναξιάς που ήξερε να τη ζει- της τρικυμισμένης ζωής που συθέμελα της είχε ταράξει την παιδικότητά της, που τώρα στην ενηλικίωση γινόταν μια ώριμη παιδικότητα. Τη σημάδεψαν τα χρόνια και  τα φορτία τους. Άσπρισαν τα μαλλιά της, εδώ του πατέρα της ήταν κατάλευκα σαν το χιόνι... Πιο πολλά είχαν γίνει τώρα, το ήξερε, μα έλαμπε, δεν τα ‘ βλεπε αυτά -  όλα απ΄ τις πίκρες… μερώνουν τον πόνο που φέρνει η ζωή… τον γλυκαίνουν. Η αγάπη εκείνη… - όχι απ΄ τους ανθρώπους τους γνωστούς δεν ζητούσε τίποτε πια…- εκεί γεννιόταν μια άλλη αγάπη…, στους άγνωστους -  γνωστούς,  εκείνους που συναντούσε για πρώτη φορά και μοιράζονταν - έτσι για λίγο, όχι για πολύ- τη συγκίνησή τους, την αλήθεια τους, χωρίς να περιμένει τίποτε ο ένας από τον άλλο, χωρίς να απαιτεί, χωρίς να εξαρτάται κανείς από κανένα. Δεν μπορούσε το «ψέμα… », δήθεν σχέσεις, δήθεν ζωές, δήθεν λόγια, δήθεν έργα…  δήθεν τέχνη, δήθεν επικοινωνία...
 
Έψαχνε τους αληθινούς… ήθελε μόνο αυτό το «κάτι» που έβγαινε μέσα από την ψυχή… χωρίς σκοπό, χωρίς σημασία για τους πολλούς, παρά μόνο για ‘κείνον που  το έδινε πηγαία, ανεπιτήδευτα… χωρίς αντάλλαγμα – για ‘κεινον που έδινε μόνο τη χαρά του, το μεράκι τους- χωρίς αντάλλαγμα, σιωπηλά, συνειδητά, σταθερά, πηγαία. Εκείνων την επικοινωνία έψαχνε, την ξεκάθαρη, αυτή που δεν την ζητάς… αλλά στη δίνει αυτός που θέλει να σου τη δώσει, από μόνος του… έτσι γλυκά, ανθρώπινα, ζεστά σαν να σε ξέρει χρόνια… σαν να σε καταλαβαίνει, σαν να είσαι δικός του άνθρωπος κι ας μην είσαι, σου  τη δίνει απλόχερα όμως, σαν «από ανάγκη», με χαρά, χωρίς να θέλει  να πάρει τίποτα. «Η χαρά του να δίνεις…», σκέφτηκε… Ό,τι προσφέρουμε δεν είναι το αληθινό, δεν είναι χωρίς απαίτηση, χωρίς αναμονή ανταπόκρισης!
 
Αυτό το δόσιμο έψαχνε η Σοφία κι όταν το έβρισκε έλαμπε, πετούσε… υπάρχουν άνθρωποι, έλεγε. Χόρεψε μαζί τους, έμαθε το βήμα τους, τους κοίταξε στα μάτια, στα μάτια της ψυχής, έτσι ξεχώριζε, καταλάβαινε το  λιτό ύφος … το όλο τέχνη κι αρχοντιά, το κράτησε μέσα της…Θαύμα! Τέτοιους ανθρώπους γνώριζε από κάθε τόπο, όσο πιο πολλούς μπορούσε…  κι ήταν δικοί της… έτσι ταξίδευε.
 
Δ ρ ό μ ο ι , αφήγημα, όγδοη συνέχεια.          
Ερμούπολη, 01-12-2016                                              Μαρία Π. Κρόντη