Εκείνο το βράδυ…

Εκείνο το βράδυ… Σύρος - Ερμούπολη - Δρόμοι…  H 13η συνέχεια του αφηγήματος της Μαρίας Κρόντη
Δρόμοι… H 13η συνέχεια του αφηγήματος της Μαρίας Κρόντη

 

Η φλόγα του έρωτα σιγόκαιγε… με την πρώτη σπίθα… άναψε… Δεν υποσχέθηκε κανένας τίποτα. Έσμιξαν δυο φλόγες… αγκαλιάστηκαν, έγιναν ένα, συγκλονίστηκαν, έλιωσαν μέσα στη θέρμη τους, τη λαχτάρα, την ελευθερία, την… χωρίς όρια, εκτός τόπου, εκτός χρόνου…

…κι έπρεπε, πάλι, να χωριστούν, σε διαφορετικά μέρη να ζήσουν, μακριά πάλι ο ένας από τον άλλο.  Η απόσταση… έτσι δυναμώνει η αγάπη τους δυνατούς… (!). Όχι, δεν ήταν αυτό που φοβόταν, η Σοφία, μπόρεσε να νικήσει το χρόνο, ήξερε να τον προσπερνά, να τον αψηφά… και δε θα νικούσε τώρα την απόσταση, και τον «λίγο» χρόνο που θα χρειαζόταν να τον περιμένει(;), τον περίμενε μια ζωή! Δεν ήθελε να τα βάλει με κανένα. Δεν φοβόταν κανένα, έτσι ή αλλιώς, ήθελε ν’ αφήσει τα πράγματα να ‘ρθουν μόνα τους… ελεύθερα, όπως ήταν να ‘ρθουν… χωρίς καμία πίεση. Μαθημένη πια στις «κακουχίες», περίμενε καρτερικά, τα πάντα… και τώρα, τη ζωή… (!), έμαθε να την περιμένει… εκείνη, καλύτερα ήξερε… πιο σοφή ήταν, ήξερε… η αγάπη θέλει δυσκολία, όχι ευκολία, για να γεννηθεί, να δυναμώσει, να ‘ναι αληθινή, να λάμψει, να ταξιδέψει…

   Εκείνο το βράδυ… δόθηκαν ο ένας στον άλλο για πρώτη  φορά… (!), ο πόθος, το πάθος- που κράτησε μέσα της η Σοφία- η κατανόηση, η έκπληξη του Κωστή… η μαγεία της πρώτης φοράς… τους δόνησε, γλυκά τους συγκλόνισε, ενώ αφέθηκαν στη φυσική, ασυγκράτητη δύναμή του. Η προσμονή είχε φτάσει στο αποκορύφωμά της… πέταξαν σαν δυο πουλιά που ξαναβρήκανε την ελευθερία τους… αχόρταγα έπιναν το μεθυστικό ποτήρι της ζωής… οι δυνατές εκρήξεις του έρωτά απελευθέρωναν τα βασανισμένα κορμιά τους, τους κοινωνούσαν την αγάπη, φυλάκιζαν ο ένας του άλλου τη σκέψη και την καρδιά, για πάντα. Πέταξε στον πιο γλυκό ουρανό της… η Σοφία, έσβησε στις πιο βαθιές θάλασσες της ύπαρξης, πνίγηκε στους καταρράκτες της ηδονής, της όλο τρυφερότητα… εκείνης που δε μοιάζει έρημη κι αποξεχασμένη, ανούσια και μόνη ή φτωχή... αδέξια, περιττή, αλλά παραδομένη στ’ όνειρο, στο άπιαστο όνειρο, στο αιώνιο φως της! Εκείνης της ζεστασιάς του πόθου, όταν σμίγουν δυο άνθρωποι που αγαπούν, όταν παραχωρούν τη λάμψη της ψυχής τους, πλανιούνται στους γαλαξίες των ονείρων, στη μαγεία του έρωτα ταξιδεύουν… αιώνιοι εραστές και ταξιδιώτες… Δεν θα το ξεχνούσαν ποτέ, το βράδυ εκείνο… Ο χείμαρρος του πόθου ήταν ο πόνος μιας ζωής… είχε γίνει χαρά ανείπωτη…  Είχε ξεχυθεί να συναντήσει τον έρωτα, που πολλές φορές ονειρεύτηκε…  μα εκείνος της ξέφευγε... Είχε μεστώσει σαν το γλυκό σταφύλι, δεν ήταν ένα παιχνίδι,  μυσταγωγία ήταν, κύμα στοργής, τρυφερότητας θάλασσα... ατέλειωτη… Άργησε η αγάπη… όμως ήρθε… «μόνο να σε βλέπω, μου φτάνει, δε θέλω τίποτα άλλο…» του ψιθύρισε, «θα σε περιμένω να ‘ρθεις κοντά μου… θα σε περιμένω, όπως σε περίμενα πάντα… μην αργήσεις… », τα λόγια της Σοφίας, που αποτυπώθηκαν στο μυαλό του Κωστή...

   Το πρωί, αντικρίζοντας τη βαθυγάλαζη θάλασσα, δάκρυσε… όταν βρέθηκε μόνη στην υπέροχη μοναξιά της- έμενε άλλο ένα βράδυ... Πετούσε από χαρά… ό,τι συνέβη δεν το περίμενε… ό,τι ένιωσε… γλύκα ήταν, άνοιξη κλεισμένη στην καρδιά… φως… έρωτας… μαγεία (!)… γέμισε όλη φως… ρίγησαν σώμα και ψυχή, γιατρεύτηκε μονομιάς ο πόνος… εκείνο… το βαθύ βλέμμα που είχε αγαπήσει, κυριαρχούσε παντού, ξανά. Δε φοβόταν μη τον χάσει, τον είχε κερδίσει, έτσι ή αλλιώς, δεν έπαψε ποτέ να είναι στην καρδιά της, μονό να τον έβλεπε… όχι να μη «χαλούσε» όλο αυτό, σε καμιά ρουτίνα- δεν ήθελε- καμιά καθημερινότητα να μη σκίαζε την αγάπη. Να τη ζούσε γλυκά, όπως γλυκά την κράτησε ζωντανή. Όχι, δεν άργησε καθόλου, μια ολόκληρη ζωή δεν ήταν τίποτα, μπροστά της, άξίζε να την περιμένει την αγάπη…, όσο κι αν χρειαζόταν, όσο κι αν της έλαχε να πονέσει… Η προσμονή… η προσδοκία της, τ’ ονειρεμένο ταξίδι, ποτέ να μη τελείωνε, δεν ήθελε… σ’ αυτήν κλεισμένη, για πάντα, να μείνει, ελεύθερη, ταξιδεύτρα… στο φως του έρωτα που ομορφαίνει τη ζωή, νόημα της δίνει, μεσ’ στους δικούς του δρόμους… στους  δικούς  του ουρανούς…

Δ ρ ό μ ο ι… (δέκατη τρίτη συνέχεια του αφηγήματος.)

Ερμούπολη, 25-01-2017                        Μαρία Π. Κρόντη