Ζωές… θάλασσα… κι ένα παράθυρο στο φως

Ζωές… θάλασσα… κι ένα παράθυρο στο φως - Σύρος - Το 1ο μέρος του Λογοτεχνήματος της Ερατούς Θαλασσινού

Το 1ο μέρος του Λογοτεχνήματος της Ερατούς Θαλασσινού

 

Εισαγωγή

Ζωές χαμένες, κερδισμένες. Ζωές  ατελείωτες, κρατημένες. Ζωές, μέσα σε άλλες ζωές…

 

   Το νησί της, η αρχόντισσα, έλαμπε γλυκά, μπρος στα στρόγγυλα, μεγάλα, θαλασσιά της μάτια. Το ζεστό φως της, αποκάλυπτε μυστικά, σκέψεις αλλιώτικες, φερμένες μέσα απ’ το πέλαγος. Γαλήνιες σαν το πέλαγος. Τελευταία όμως, δάκρυζε με το παραμικρό. Δυνατός άνθρωπος η Ελένη, ελεύθερος. Ξαναγεννημένη μέσα στα τραγούδια που τραγουδούσε, στα λόγια που έγραφε, σ’ όλα εκείνα που βαστούσε μέσα στην καρδιά της. Πρόσωπα, λόγια, χρόνια, στιγμές, εικόνες, μυρωδιές, πατρίδες. Τον Σεπτέμβρη θα συναντούσε παλιά πρόσωπα της ζωής της, τριάντα ένα χρόνια μετά, τους παλιούς συμμαθητές και τις συμμαθήτριες, στο Λύκειο της κωμόπολης της!

  Ν’ αναρωτηθεί ξετυλίγοντας στιγμές και πρόσωπα, ήθελε, αγγίζοντας ‘τα, νιώθοντας ‘τα, παρατηρώντας χαρακτήρες και σχέσεις, παρατηρώντας μάτια και εκφράσεις, ζωές βουρκωμένες, στιγμές χαμένες, ψυχές αναλλοίωτες ή ανύπαρκτες, φτωχές ή πλούσιες, γεμάτες ή άδειες, πονεμένες ή μόνες, χαμένες, κερδισμένες- έτσι σαν μακρινός θεατής- παρατηρητής τους και… ταξιδιώτης.

  Τις  παλιές συμμαθήτριες, τις γυναίκες της παρέας, ξεσήκωσε, όπως έκανε παλιά με τα καμώματά της, σαν ζωηρό, τρελό, ανέμελο κορίτσι που ήταν. Τις προκάλεσε ν’ απαντήσουν (στο γράμμα της) και «ν’ απαντηθούν...», πριν την ποθητή συνάντηση της αποκάλυψης τους, του κοιτάγματος τους βαθιά, μέσα τα μάτια... Μέχρι τότε φρόντισε να τις βρει, μη μπορώντας να ησυχάσει. Με έναν τρόπο, πιο παλιομοδίτικο, διάλεξε, να τους μιλήσει, τα γράμματα! Έτσι, σαν προετοιμασία σ’ εκείνο που θ’ ακολουθούσε, σαν ξόρκι για ‘κείνο το κοίταγμα, το ψάξιμο μετά από τριάντα ένα χρόνια...

    Όταν θα βλέπονταν θα έλεγαν κι άλλα, ή όσα με τα γράμματα δεν είχαν πει,  ή όσα δεν είχαν ίσως αφήσει τον εαυτό τους, να πει.

   Οι γονείς μεγάλωναν, άσπριζαν, έφευγαν ένας-ένας από τη ζωή,  θείες, θείοι, συγγενείς, όλοι οι μεγάλοι, οι δικοί τους, αλλά και πολλοί νέοι αδικοχαμένοι, από σκληρή μοίρα χτυπημένοι. Δικοί τους κι αυτοί. Παιδιά της καρδιάς (!)… γιατί άδικη τύχη τους πήρε απροσδόκητα, κυνικά- γιατί κι οι ίδιοι θα μπορούσαν να ήταν στη θέση τους, συνομήλικοι ήταν! Οι πρώτοι, είχαν κιόλας φύγει, οι δεύτεροι, ακόμα ζούσαν. Γιατί…

    Ένοχες οι καρδιές τους πάλευαν να το καταλάβουν όλο αυτό. Ντρέπονταν που αυτοί ζούσαν, κι οι άλλοι, νέοι ακόμα, έχοντας χρόνια πολλά μπροστά τους, σαν κι εκείνους τους ίδιους, έφυγαν σκληρά κι αναπάντεχα - χωρίς να προλάβουν να χαρούν τη ζωή, τα παιδιά τους, τα εγγόνια τους. Μα γιατί… ένα πικρό «γιατί» τους βασάνιζε, σκίαζε το φως στα μάτια τους, θόλωνε τις ματιές, χαράκωνε το βλέμμα.

      Έτσι το «συναπάντημα»- διαπιστώσεις, σκέψεις, ξαφνιάσματα- με το θάνατο, γινόταν πλέον πιο τακτικό. Θλίψη, σε μικρή η μεγάλη δόση. Ακόμα και το «αντίκρισμα» του- όσο ψύχραιμοι κι αν φαινόταν ή αν προσπαθούσαν να κάνουν τον εαυτό τους να φανεί- το ένιωθαν σκληρό, ψυχρό, αδυσώπητο. Τσάκιζε ψυχή και σώμα. Συντάραζε την ύπαρξη. Αποδυνάμωνε τη λογική. Πέτρωνε τη μορφή, το παγερό του θέαμα, το άψυχο…

    Ένα- ένα τα «στηρίγματα» υποχωρούσαν, οι καρδιές βογκούσαν αλαφιασμένες, μόνες, δαρμένες από κύματα μαύρα- πόνου- τεράστια, γιγαντιαία. «Γιατί…» το ίδιο τυραννικό «γιατί» θα στριφογύριζε στο μυαλό, χωρίς να μπορεί να δώσει εξήγηση, χωρίς ησυχασμό. Οι άνθρωποι της ζωής τους έφευγαν κι έμεναν μόνοι. Ε, άντε, αυτοί, είχαν λίγο πολύ ζήσει τη ζωή τους… αλλά οι νέοι… γιατί οι νέοι… γιατί!

   Μ’ εκείνους μέσα τους- τους δικούς και ξένους που έγιναν «δικοί»-  θα πορεύονταν σε μια άλλη συνέχεια- άγνωστο για πόσο, άγνωστο πως... Να τους κουβαλούν σαν σταυρούς βαριούς στην πλάτη, αλλά και να βαδίζουν μαζί τους, συντροφιά τους, να κάνουν τα όνειρα που εκείνοι δεν πρόλαβαν να κάνουν, να ζήσουν τις στιγμές που εκείνοι δεν πρόλαβαν να ζήσουν! Να μοιράζονται μαζί τους, τη σκέψη και τη ζωή τους, το καθημερινό χαμόγελο που κάτι ζητούσε από ΄κεινους που ‘φύγαν, κάτι να τους δώσει που εκείνοι έχασαν, έτσι, δανεικό, κι αγύριστο (;).

  Κάτι που έσερνε μαζί του, θέληση για ζωή,  και γι’ άλλες ζωές, αγαπημένες, πρόωρα χαμένες, άδικα τελειωμένες- ποτέ όμως σβησμένες απ’ την καρδιά.  Ούτε από εκείνο το βαθύ κιτάπι που όλα τα γράφει, άθελα και θελημένα, όλα τα κουβαλά, σαν χρέος, σαν ντροπή. Αιώνια παρουσία στο δρόμο της ζωής που τελειωμό δεν έχει, κι εύκολα ή δύσκολα, τη σκυτάλη δίνει σε καινούργιους ανθρώπους, δεμένη πάνω σε μια κρυφή ευχή, κάτι, πολύ ή λίγο- αληθινό όμως- από τον εαυτό που ο έχτισε ο καθένας.   

   Ήρθε η συνάντηση, το re-union όπως το έλεγαν αγγλιστί- τα αγγλικά μας μάραναν, τέλος πάντων- να τους θυμίσει την πατρίδα, τα χρόνια, τον παλιό, αθώο εαυτό, που πάλευε να ζήσει, κατατροπωμένος απ’ τον καινούργιο. Δεν χάθηκαν ποτέ! Νόστος… της πατρίδας, των παιδικών χρόνων, του παλιού εαυτού- σίγουρα πιο αθώου, πιο αληθινού- αλλά και του καινούργιου που γνώρισε, λάθεψε, πόνεσε, έμαθε, γέννησε το καινούργιο, το πιο κοντινό στη δική του, μόνη αλήθεια!

    Σημεία αναφοράς για τον καθένα πολύτιμα, οι τόποι, τα δέντρα, ο αέρας, οι στιγμές, τα σύννεφα, η βροχή, οι γειτονιές, τα λόγια, οι άνθρωποι, τα παιδιά, τα παιχνίδια, τα γνεψίματα της ζωής (!) αυτό-αναγνωριστικά, σημεία-αφορμές απολογισμών, αυτό-εκτίμησης, σημεία για σκέψη κι επίγνωση, λυτρωτικά, σοφά!

   Εφτά γυναίκες κι εφτά άντρες είναι οι ήρωες αυτής της ιστορίας. Μένουν όλοι σε διαφορετικές πόλεις, μακριά ο ένας από τον άλλο- άλλες ζωές, ίδιες απογοητεύσεις, ίδιοι προβληματισμοί, ίδια συναισθήματα, ίδιες πίκρες. Ζουν μακριά απ’ την πατρίδα, μα είναι κοντά σε μια άλλη πατρίδα, την καρδιά! Παλεύουν να ‘ναι αληθινοί!

    Οι γυναίκες, με πρωτοβουλία της Ελένης έρχονται σε επικοινωνία, δια αλληλογραφίας. Με τον παλιό κλασικό τρόπο  που σε κάνει να ονειρεύεσαι, να φαντάζεσαι, να μαντεύεις, να περιμένεις. Οι ζωές έχουν χωριστεί μετά την αποφοίτηση από το Λύκειο της κωμόπολης τους, το 1986, όχι όμως  κι οι δρόμοι τους. Αυτοί συναντιόνται - όπως κι εκείνοι-  να δώσουν, να πάρουν, να γευτούν στιγμές και όνειρα απραγματοποίητα, χαρές να συνεχίσουν, καλύτερα να γνωριστούν, ν’ αναπολήσουν, ν’ αναπνεύσουν μαζί, να πορευτούν.

   Τριάντα ένα χρόνια μετά, αποφασίζουν να βρεθούν- όσοι μπορέσουν να  ‘ρθουν- από την τάξη εκείνη. Τότε, μετά την αποφοίτηση τους, ξεκίνησε η ζωή τους, η πάλη με τον εαυτό τους και τον κόσμο. Η γνωριμία μαζί του. Η δοκιμασία τους. Τριάντα ένα χρόνια μετά, θα βρεθούν να μιλήσουν  με μάτια που θέλουν πολλά να πουν και να θυμηθούν. Όσα τα λόγια δεν λένε, να ειπωθούν, όσα, ούτε οι ίδιοι ακόμα, δεν έχουν πει στον εαυτό τους.

    Με αφορμή αυτή τη συνάντηση θα μιλήσουν, θα κοιτάξουν,  βαθιά μέσα στα μάτια, ο ένας του άλλου, κάνοντας απολογισμό, επαναπροσδιορισμό, βρίσκοντας την ταυτότητα του που, όσα χρόνια κι αν πέρασαν, ο καθένας δεν σταμάτησε ποτέ, να ψάχνει. Ή ίσως, τέτοιους συλλογισμούς να κάνει, που στιγμές- στιγμές θα τον απελευθέρωναν από το ψέμα της ζωής που ζούσε, τα λάθη, τις αυταπάτες, κι ό,τι αταίριαστο, μη δικό του,  σ’ αυτή υπήρχε. Αποκαλύψεις, αποδράσεις, αποφάσεις κερδίζονται, χάνονται. Τόλμη καινούργια, για όσα δεν έγιναν κι ίσως θα ‘πρεπε να γίνουν.

   Η Ελένη αναρωτιέται για τις ζωές. Πώς βρίσκεται ο καθένας; Χαρούμενος, μόνος, εγκλωβισμένος, ελεύθερος ή δούλος των επιλογών του; Δεν ήταν περίεργη να μάθει, ήξερε. Φανταζόταν τον δρόμο των συμμαθητών-συμμαθητριών. Αρκετά καλά τους ήξερε, έτσι νόμιζε. Έγραψε γράμματα σε όσες μπόρεσε να βρει. Στους άντρες δεν θα τολμούσε. Πάντα το χάσμα του διαφορετικού φύλου. Ε, δεν είχε και ποτέ της καμιά περισσότερο κοντινή σχέση με αγόρι για να νιώθει τέτοια οικειότητα μαζί του. Όχι, ότι τους φοβόταν τους άντρες. Τους άντρες της συγκεκριμένης τάξης, όπως και τα κορίτσια, τα εκτιμούσε. Αλλά να, αλλιώς ήταν με τα κορίτσια. Άλλη άνεση…

   Η Ελένη, έπαιζε κιθάρα, τραγουδούσε, δημοσιογραφούσε, έγραφε ποιήματα, έγραφε… Δεν είχε κάνει δικά της παιδιά. Η ζωή  της, αν και ήταν δημοσιογράφος σε επαρχιακή εφημερίδα, είχε κυλήσει ήσυχα κι αθόρυβα, μέσα στη βουή του κόσμου και των ειδήσεων. Θέλησε σιωπηλά και μόνη να ζήσει, κι έτσι έζησε. Δεν συμβιβάστηκε με καμιά, δήθεν ευτυχία, ούτε και την επιδίωξε. Περισσότερο ή λιγότερο ειλικρινής με τον εαυτό της και τους άλλους, πήρε το δρόμο της ζωής, όπως ήρθε, κι όπως εκείνη ήθελε, χωρίς συμβατικές επιδιώξεις, νόθες ευτυχίες, ανούσιες επιτυχίες, και αυτόν συνέχισε.

   Οι γυναίκες τα κατάφερναν να επικοινωνούν με πιο πολλά λόγια. Οι άντρες ήταν ο γρίφος τους(!). Δεν μπορούσαν- έτσι νόμιζαν- παρά μόνο μέσα σ’ άκρες, να τους ψυχολογήσουν. Ήταν περισσότερο απλό απ’ όσο νόμιζαν. Εν τέλει τους ψυχολόγησαν ικανοποιητικά; Μα γνωρίζει κανένας τον εαυτό του;

  Η αγωνία της συνάντησης, αυτής της επαφής, της ευκαιρίας να κοιταχτούν στα μάτια, πιο ειλικρινά, μεγάλωνε. Μόνο μέσω fb, έμαθαν, μάντεψαν κάποια πράγματα ο ένας για τον άλλο. Όλοι όμως θυμούνταν. Θυμούνταν καλά! Άφθαρτη η μνήμη, κι όσο περνούσαν τα χρόνια πιο δυνατή, καθαρή… σαν δεύτερη ζωή ήταν.

   Ήθελαν ν’ ανοίξουν την καρδιά τους, λίγο, κάτι να φανεί, ευκαιρία ήταν, τώρα πια δεν είχαν τίποτα να φοβηθούν ή να ανταγωνιστούν ή να αποδείξουν κάτι στον εαυτό τους. Ο καθένας είχε γίνει ό, τι μπόρεσε να γίνει. Είχαν πέσει τα τείχη του χρόνου, της παντοδυναμίας της νεότητας, η μέθη της δύναμης της, ο κομπασμός του χαρακτήρα, η αλαζονεία της δήθεν ευτυχίας, της νόθας ή με σκληρό τίμημα πληρωμένης, επιτυχίας των στόχων. Νόμιζαν πως η ζωή ήταν εύκολη- δεν ήταν όμως «παίξε, γέλασε», για κανέναν-  πίστευαν πως θα την κέρδιζαν, πως  θα τη νικούσαν, πως παντοδύναμοι θα ήταν μπροστά της. Κι έγινε το αντίθετο.      

   Πόσες αυταπάτες είχαν τότε… Κάποτε τους είχε ενώσει η νιότη, τώρα που θα ξαναβρίσκονταν τριάντα ένα χρόνια μετά… θα τους ένωνε η ωριμότητα, η σοφία, η εμπειρία,  τα γηρατειά- εντάξει, ήταν πολύ μακριά ακόμα- αλλά, αχνοφαίνονταν στον ορίζοντα. Κάποιοι δεν θα ήθελαν να τα δουν ποτέ επειδή τα φοβόνταν. Η προοπτική του θανάτου θα έκανε τις ψυχές να τρέμουν, να μην αποδέχονται το φυσιολογικό αυτό γεγονός. Κάποιοι άλλοι θα τα έβλεπαν κατάματα χωρίς φόβο, με πλήρη επίγνωση, νηφαλιότητα, γαλήνη, σοφή περίσκεψη.

   Θα αναρωτιόνταν ο ένας για τον άλλο, θα αναρωτιόνταν και  για τον εαυτό τους περισσότερο μ’ αυτή την ευκαιρία, μέχρι τη στιγμή της συνάντησης. «Είμαστε εδώ θα έλεγαν… πάντα θα είμαστε εδώ, εδώ θα ανήκουμε, εδώ, στον εαυτό μας που έχουμε ή χάσαμε, που βρήκαμε,  που βρίσκουμε και πάντα θα ξαναβρίσκουμε,  εδώ στην πατρίδα, εδώ στην καρδιά, εδώ, στον αγαπημένο τόπο, όπου κι αν πάμε… τον αέρα της πατρίδας θ’ αναπνέουμε, όπου κι αν είμαστε, η καρδιά μας θα χτυπάει κι εδώ (!), ποτέ δεν θα προδώσουμε την καρδιά και την πατρίδα.»

   Εφτά γυναίκες έψαχναν τη ζωή τους. Τη ζωή που έχασαν, τη ζωή που δεν έζησαν; Ήθελαν να τη ζήσουν, ήθελαν να επιβιώσουν, ήθελαν ν’ αντισταθούν στην σκληρή καθημερινότητα, με φανερή ή κρυφή πίστη στον εαυτό τους, να πολεμήσουν την απελπισία τους που έφτανε να τις λυγίζει. Όλες ευάλωτες και μοναχικές, αλλά όχι μόνες.

   Πώς κύλησε έτσι γρήγορα η ζωή; Τώρα, το είχαν καταλάβει. Τώρα άρχισαν να ζουν, να καταλαβαίνουν πως είναι τόσα που θέλουν να προλάβουν, τόσα που δεν έκαναν, τόσα που έκαναν λάθος γιατί αλλιώς τα περίμεναν, κι αλλιώς ήταν. Διαπιστώσεις και σκέψεις.  Αναγνώριζαν συνειδητά τη ζωή που δεν έζησαν, όπως θα ήθελαν να τη ζήσουν. Ω, αν γινόταν να την ξαναζήσουν, δεν θα ζούσαν την ίδια ζωή. Τι θα έκαναν, που… πια δεν μπορούν να το κάνουν; Μιλούν για τα λάθη τους, για τα σωστά, για τα όνειρα... που δεν μπόρεσαν να φτάσουν ή που έτσι νόμισαν, πως δεν τα έφτασαν.

   «Τι είναι δικό μας, τι είναι ξένο; Τι είμαστε εμείς, ποια είναι η ζωή μας; Της δώσαμε νόημα, της δώσαμε χρώμα; Τι κάναμε εντελώς μόνοι μας, με τις δικές μας δυνάμεις; Τι καταφέραμε αληθινό, αγαπημένο. Και σαν άνθρωποι, τι γίναμε; Ανεβήκαμε ένα σκαλί στην κλίμακα της ανθρωπιάς, της αγάπης; Τι απομένει από τις ζωές μας, τι θ’ απομείνει από μας;» Ήταν σκέψεις που βαθιά, συνειδητά η ασυνείδητα έκαναν όλοι μέσα τους…

Συνεχίζεται…

 

Ερμούπολη, 11-8-2017                                      Ερατώ Θαλασσινού