Η συγχώρεση

Η συγχώρεση - Σύρος - Ερμούπολη - Σχολιάζει η Μαρία Κρόντη
Σχολιάζει η Μαρία Κρόντη

   

   Τα σύννεφα πύκνωναν στον ουρανό της Σύρας. Οι μέρες συνήθως ήταν φωτεινές και ηλιόλουστες. Ήταν σαν να ξέπλενε αυτό το άπλετο φως τα υπέροχα νεοκλασικά, τη μεγάλη πλατεία, το επιβλητικό δημαρχείο. Κι οι άνθρωποι έμοιαζαν αλλιώτικοι, πιο σιωπηλοί μέσα στις σκέψεις τους, λιγότερο ξένοι στον εαυτό τους, λιγότερο μόνοι. Η βροχή θα περνούσε πάλι χωρίς να έρθει... Την κρατούσε καλά ο μαύρος βαρύς ουρανός και δεν την άφηνε να πέσει. Η Σοφία βυθισμένη στις σκέψεις της πάλι ταξίδευε… στα χρόνια που της έμαθαν τόσα, ακολουθώντας τους δρόμους της καρδιάς της...

   Η Φωτεινή - η πραγματική της μάνα - τον αγαπούσε πολύ τον αδερφό της κι έμοιαζαν  και στο χαρακτήρα. Ο Θωμάς πάντα την χρειαζόταν κοντά του, μα η Στεφανία τον εμπόδιζε να την πλησιάσει. Δεν ήθελε πολλά-πολλά μαζί της. Τόση ήταν η ανασφάλειά της. Δεν τον άφηνε ν’ αναπνεύσει. Λες και κάτι θα έχανε, κάτι θα κινδύνευε να χάσει –  τη Σοφία…τώρα πια ήταν παιδί της (!) – αν τον άφηνε να της μιλάει με άνεση, κινδύνευε να τη χάσει. Ίσως κάτι να μην πήγαινε καλά. Φοβόταν την  ενδεχόμενη κριτική τους. Φοβόταν μήπως μετάνιωνε που έδωσε το παιδί της, δεν μπορούσε όμως να μετανιώσει… ο Νόμος προστάτευε τους νέους γονείς, αφού επίσημα, με όλες τις νόμιμες διατυπώσεις, είχε γίνει η υιοθεσία. «Ο Νόμος των ανθρώπων όμως είναι διαφορετικός. Απ΄ αυτόν κανείς δεν μπορεί να προστατευτεί», ήταν σίγουρη η Στεφανία… Σ΄ όλη της τη ζωή έβλεπε εφιάλτες ότι δήθεν της έπαιρναν τη Σοφία, φοβόταν μη τη χάσει, μη της την πάρουν πίσω και δεν είναι πια δική της και μείνει χωρίς το παιδί της (;). Ίσως αυτό να το έβλεπε ο Θωμάς, να το καταλάβαινε, μα  εκείνη του στερούσε μικρές χαρές στην καθημερινότητά του και λυπόταν. Ήταν υπερβολική… «Δεν άξιζα ούτε αυτές τις μικρές χαρές Σοφία…ούτε αυτές…» της έλεγε συχνά, ο πατέρας της όταν μιλούσε για τη γυναίκα του. «Πάντα έβρισκε έναν τρόπο να με πικραίνει…με θεωρούσε υπεύθυνο για όλα… (;). » απολογούνταν γιατί πλήρωνε για κάτι όπως δεν του άξιζε. Η Στεφανία ζήλευε παθολογικά τη Φωτεινή, έψαχνε να βρει ευκαιρία να τη μειώσει, να την εξευτελίσει ακόμα και μπροστά στα μάτια της Σοφίας – του ίδιου της του παιδιού - ή κι όταν δεν ήταν παρούσα εκείνη, να τη μειώνει, να την απαξιώνει θέλοντας να  της δημιουργεί συνεχώς αρνητική γνώμη ή αντιπάθεια για την ίδια της τη μάνα !

   Τη Φωτεινή την είχε προικίσει η φύση με τη φυσική ικανότητα που κάθε γυναίκα διαθέτει, να μπορεί να αποκτήσει ένα παιδί. Η Στεφανία δεν την είχε. Γι’ αυτό και μόνο ήταν μισητή η Φωτεινή…Της άξιζε να υποφέρει. Σαν να έπρεπε εκείνη να πληρώσει ακριβά για την ατέλεια της Στεφανίας, να πληρώσει μαζί της!  Σαν να έφταιγε εκείνη για ότι της είχε τύχει στη ζωή, σαν να έπρεπε η Φωτεινή να θυσιάσει το παιδί της – που αυτό και έκανε – σαν να έπρεπε να υποφέρει  διπλά… που της ανήκε αυτό το παιδί, επειδή το είχε γεννήσει αυτή(!).  Δεν ήθελε ποτέ της η Στεφανία να αποδεχτεί καμιά πραγματικότητα. Να αποδεχτεί τη μοίρα της. Ήταν τόσος ο εγωισμός της… που τη διέλυε… Αυτό τον «καημό» δεν μπόρεσε ποτέ της να ξεπεράσει. Τραγικές φιγούρες κι οι δύο. Ανάμεσα τους ένα τεράστιο χάσμα, το χάσμα του μίσους, του πόνου… της απόγνωσης, της φρίκης εκείνης της ψυχής…που δεν άντεχε ν’ αγαπήσει… που απαιτούσε ν΄ αγαπηθεί - ούτε ένα βήμα να κάνει χωρίς να υποφέρει… μέσα από τον εγωισμό της. Κι οι δυο ήταν καταδικασμένες να μισηθούν, να πικραθούν η μια από την άλλη, για διαφορετικούς λόγους. Η ψυχολογία της Στεφανίας πάντοτε εξαρτιόταν από αυτό τον «καημό»… που δεν είχε φέρει στον κόσμο παιδί. Αυτό της «τρύπησε» την ψυχή, τη σημάδεψε, εξολόθρευσε κάθε αντίσταση στο σκληρό της χαρακτήρα,  την εμπόδισε να ζήσει, να καταλάβει την αγάπη...  έστω, έτσι όπως ήρθε…Κι η Σοφία είχε ζήσει τη  δική της αγωνία – ήταν παιδί τότε – όταν μια ακόμη αποβολή, της στέρησε την πραγματοποίηση του ονείρου. Ακόμα θυμόταν τα κλάματα και τις φωνές της, μπροστά στην Ευδοκία τη γειτόνισσα - που ήθελε να προστατεύσει τη μικρή -  σαν παιδί είχε φοβηθεί πολύ… κι αγωνιούσε…μήπως πάθει κάτι σοβαρό η μαμά…

   Δεν θα γινόταν ποτέ μάνα. Η μόνη λύση η Σοφία… (!) ναι, εκείνο το μικρό χαριτωμένο κοριτσάκι - την είχαν κρατήσει κοντά τους για αρκετούς μήνες μακριά από τη φυσική της μάνα, ούτε ενός χρόνου τότε η Σοφία - θα την κέρδιζε, θα της ομόρφαινε τη ζωή, θα της έδινε το δικό της νόημα (!). Πόσο τη φρόντιζε, πόσο τη στόλιζε…με τα όμορφα καθαρά ρουχαλάκια που της φορούσε. Ήταν μια κούκλα του κουτιού, μια πανέμορφη αστραφτερή κούκλα ! Όλοι ήθελε να τη ζηλεύουν την κούκλα της! Η Στεφανία τη λάτρεψε. Δεν υπήρχε τίποτα πιο όμορφο για κείνη στον κόσμο... Μέσα στην ασχήμια της απελπισμένης  της ψυχής φύτρωσε ένα μικρό όμορφο λουλούδι, μια ελπίδα… το αγκάλιασμα ενός παιδιού…Τη μάγεψε, την ομόρφυνε, της έδωσε άπειρη χαρά…τη σαγήνεψε…της έδωσε τεράστια δύναμη να ζήσει μια «χαρούμενη» ζωή, παρόλα αυτά. Ήταν δικιά της (!). Ήθελε να το παραδεχτεί…Δεν ήταν όμως στ’ αλήθεια δικιά της… Κανένα δεν θα άφηνε να της την πάρει…Αν όμως κάτι δεν πήγαινε καλά και της την έπαιρναν; Τέτοιες σκέψεις έκανε η Στεφανία...και σκοτείνιαζε η ψυχή της. Ήταν ευτυχισμένη όμως με τη μικρή. Έλαμπε! Τίποτα δεν έπρεπε να την απειλήσει αυτή της την ευτυχία. Καμιά μάνα αληθινή, καμιά αγκαλιά που τυχόν θα επιθυμούσε η Σοφία, αν μάθαινε… Τι εφιάλτης τρομερός!  Την απειλούσε  με τραγικό τρόπο η κοντινή παρουσία της πραγματικής της μάνας…Αν μάθαινε…θα της έφευγε…Τόση αγωνία ζούσε η Στεφανία σ’ όλη τη διάρκεια της ζωής της. Μιας ζωής «εφιάλτη»…Δεν έπαψε ποτέ της ν’ ανησυχεί, να φοβάται…να τρέμει. Όλα αυτά τα κατάλαβε η Σοφία όταν έμαθε ότι δεν ήταν η πραγματική της μάνα. Κατάλαβε πόσο βασανιζόταν. Μπόρεσε να την «ερμηνεύσει… » σιγά-σιγά, όταν δεκαοχτάχρονο παιδί έμαθε την αλήθεια - σε μια δύσκολη για ‘κεινη ηλικία. Δέθηκε μαζί της. Την είχε μάθει καλά…και τον πόνο της ψυχής ήξερε... Ήθελε να τη βοηθήσει. «Ένα παιδί…θα τα καταλάβαινε όλα... », αναρωτήθηκε η Σοφία. «Πόσο μας έδεσε η ζωή…».  Είχαν μάθει τόσα η μια στην άλλη. Την είχε μεγαλώσει με όλους τους κόπους και τις μικροθυσίες, υπήρξε πάντα στο πλευρό της όταν αρρώσταινε, σαν αληθινή μάνα! Πάντα παρούσα! Ίσκιος (!) – όπως λένε στην Ήπειρο. Το ήξερε αυτό η Σοφία. Όποιος κι αν ήταν ο χαρακτήρας της, όσον πόνο κι αν «είδε με τα μάτια της», ήξερε…τι ήταν η μια για την άλλη, κι ας είχαν τόσο πονέσει. Μάνα και κόρη… υπήρξαν μάνα και κόρη (!). Τις είχε δέσει η ζωή…

    Όταν την έχανε…στο κρεβάτι του πόνου…του τελευταίου αποχαιρετισμού… της κρατούσε το χέρι, δίνοντας της το τελευταίο χάδι… πριν το ταξίδι… ώρα πολύ…, να της μιλήσει μ’ αυτό, να της πει πόσο την αγάπησε κι ας μην ήταν η μάνα της η πραγματική, ήταν όμως ολόδική της. Έτσι όπως τις έδεσε ο πόνος…η μοίρα…η ζωή… όπως τις έδεσε η αγάπη που όλα τα συγχωρεί, όλα τα καταλαβαίνει… όλα τα αποδέχεται…Δεν υπήρχε πιο ευτυχισμένη μάνα από ‘κεινη… τότε…θυμόταν η Σοφία… τις στιγμές… και δάκρυζε. Ήταν η πιο ευτυχισμένη μάνα… γιατί μπόρεσε να «γίνει» μάνα, να νιώσει μάνα - έστω κι αν δεν γέννησε. Η «ξένη» χαρά… διπλή χαρά ! Είχε αξιωθεί να γίνει ευτυχισμένη μάνα…,  σκεφτόταν μέσα της η Στεφανία.  Τις τελευταίες μέρες της ζωής της δεν άφηνε το χέρι της Σοφίας, ήθελε συνεχώς να την κρατά, να μη φύγει από κοντά της. Το ήθελε αυτό το ξεπροβόδισμα… Δε μιλούσε. Δεν είχε δύναμη να μιλήσει πια. Τώρα μιλούσε με τα μάτια. Τα διάβαζε η Σοφία… Εκείνη την παρακολουθούσε κάθε στιγμή, δεν την έχανε από τα μάτια της…  κι όταν ερχόταν κοντά της έλαμπε από χαρά. Η ανάσα της ήταν πολύ ήρεμη και γλυκιά, φωτιζόταν το χλωμό, κέρινο, μαβί, αδυνατισμένο πρόσωπο της.  Τη ζητούσε συνεχώς με τα μάτια…τόσο τρυφερά, τόσο γλυκά, τόσο απεγνωσμένα που η Σοφία ένιωθε βαθιά την πονεμένη εκείνη ψυχή…Δεν το είχε ξανανιώσει αυτό στη ζωή της…Βρισκόταν σε πλήρη αδυναμία. Ασάλευτη την κοιτούσε στα μάτια…παρακολουθούσε κάθε της κίνηση…της χαμογελούσε… «κούκλα μου…» της είχε πει - μια μόνο λέξη- …ήταν η κούκλα της(!)…πως πάλευε έτσι ήσυχα με το θάνατο, πως αγαπούσε έτσι μετανοιωμένη… τη ζωή…ήθελε να ζήσει…, έστω κι αν το σώμα της –  δεν την ακολουθούσε πια. Το δρόμο για μια άλλη πορεία, χωρίς επιστροφή, είχε πάρει…Ήταν όμως ευτυχισμένη τις τελευταίες εκείνες μέρες της ζωής της…δεν παραιτούνταν, δεν υπέφερε –  ζούσε μόνο με νερό - τόσο παλικαρίσια, χωρίς να την ταλαιπωρεί καμιά αρρώστια. Ήταν πολύ γερή, αλλά ταυτόχρονα χωρίς να έχει καμιά πάθηση, είχε φτάσει να εξαντληθεί από την ασιτία που επέβαλε στον εαυτό της. Η Σοφία της κρατούσε τρυφερά το αδύναμο χέρι…το σχεδόν άψυχο… γλύκαινε το πρόσωπό της μάνας…την κοιτούσε βαθιά μεσ’ τα μάτια… Εκείνο το βλέμμα της…αγάπη, ικεσία, θλίψη, γλυκύτητα, φροντίδα, απόγνωση… συγνώμη…κι ένα «ευχαριστώ»… δεν θα έφευγε ποτέ από τη μνήμη της Σοφίας! Ήταν το πιο τρυφερό βλέμμα της μάνας της που είχε δει ποτέ… το πιο γλυκό βλέμμα που την είχε κοιτάξει… το τελευταίο που θα της άφηνε να τη συντροφεύει για να μη της λείπει… Δεν το περίμενε...

  Την ικέτευε γλυκά να μείνει κοντά της…να μη φύγει, να μη της λείψει ούτε στιγμή… - ήξερε… ότι θα ‘φευγε για πάντα… Το ήδη «νεκρό» μυαλό της -πόσο παράδοξο… σε σχέση με το ζωντανό ακόμα σώμα – την ανάγκασε εκείνη πρώτη να παραιτηθεί από τη ζωή, έστω κι αν το σώμα της άντεχε ακόμη. Δεν θα το ξεχνούσε ποτέ εκείνο το βλέμμα… Τόση γλύκα, τόση γαλήνη…όση δεν είχε σ’ όλη της τη ζωή ! Πόσο είχε αλλάξει, πόσο είχε καταλάβει… Της ζητούσε να τη συγχωρέσει; Θα σκεφτόταν αργότερα η Σοφία. Ναι, αυτό ήταν. Κατάλαβε πόσο την αγάπησε, έτσι όπως την πρόσεχε; Δεν την εγκατέλειψε ποτέ, δεν την αγνόησε ποτέ. Την αγάπησε εκείνη τη μάνα… Της το είχε δείξει με πράξεις. Είχε τρέξει όσο πιο γρήγορα μπορούσε κοντά της να τη φροντίσει. Τη σκεφτόταν και προσπάθησε με πολλούς τρόπους να τη βοηθήσει. Εκείνη πρώτη είχε εγκαταλείψει τον εαυτό της… είχε έρθει το πρώτο τέλος, η παραίτηση…(!). Δεν μπορούσε πια να κάνει κάτι, με κανένα πρακτικό τρόπο, σε τέτοιο σημείο που είχε φέρει τον εαυτό της, όσο κι αν ήθελε να τη βοηθήσει. Της έδινε τώρα αγάπη γιατί αγάπη της έδινε πάντα  η Σοφία. Τώρα πια το παραδέχτηκε, τώρα που η ζωή τελείωνε… Σαν να τα είχε καταφέρει να την μάθει ν’ αγαπά…τι ειρωνία (!) τώρα στο τέλος… Ναι, τώρα πια είχε ξεκαθαρίσει μέσα της κάθε αμφιβολία για το αν η Σοφία την αγαπούσε. Πάντοτε αμφέβαλε όμως τώρα δεν το είχε ανάγκη, δεν το απαιτούσε πια... γι’ αυτό και μπόρεσε ν’ αγαπήσει. Αυτό το παιδί είχε καταφέρει να το αγαπήσει… έστω και αργά… να αγαπήσει για μια φορά στη ζωή της…μέσα από άνισες μάχες με τον εαυτό της, μέσα από ήττες…βασανιστήρια, μίση και πάθη. Δεν είχε μάθει ποτέ ν’ αγαπά πλέρια…αφού πάντα περίμενε… ήθελε,  ζητούσε για τις δικές της ανάγκες, μόνο για τον εαυτό της. Ο τρόπος της… εγκληματικά λάθος, ολόκληρη ζωή… αλλά η Σοφία την είχε νιώσει περισσότερο από όλους…Δεν περίμενε τίποτα από τη μάνα της. Το είχε από καιρό αυτό αποφασίσει. Καταλάβαινε. Πάντα τη βοηθούσε. Της τα χρωστούσε όλα γιατί τη μεγάλωσε. Δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς. Ναι. Κανείς δε θα τη συγχωρούσε τη Στεφανία για τα λάθη της… μόνο η Σοφία ! Την είχε αποδεχτεί, πάντα προσπαθούσε να την «εξηγεί» καλά μέσα της, με μάτια γεμάτα αγάπη την έβλεπε… Δεν τα δεχόταν τα τραγικά της λάθη…αυτά εξακολουθούσαν να είναι τραγικά (!) για όλους όσους την είχαν γνωρίσει. Όλοι τα ανέχονταν. Είχε πληγώσει άθελά της πολλούς ανθρώπους…το Θωμά, τη Φωτεινή…Την είχε συγχωρήσει… όμως. Πίστευε πως την ήξερε καλύτερα απ’ όλους. Ήταν η μάνα που γνώρισε…που της χάρισε η ζωή, η μοίρα της… Και τη Σοφία την είχε πικράνει…την είχε κάνει πολλές φορές ν’ απορήσει, να λυπηθεί, είχε μάθει όμως και τη δεχόταν όπως ήταν, ότι κι αν είχε γίνει δε λιγόστευε την αγάπη της για τη μάνα που τη μεγάλωσε. Τη σεβόταν απεριόριστα γι΄ αυτό και της έλεγε πάντα την αλήθεια, όσο πικρή κι αν ήταν. Δεν της χαριζόταν…Ήθελε να την αλλάξει…κι ας ήταν αυτό ανέφικτο… Οι άνθρωποι όμως δεν αλλάζουν…  – το ήξερε. Μεγάλωσαν η μια την άλλη! Πώς θα μπορούσε να μη την αγαπήσει…τόσο μοναδικά…όπως την αγάπησε…   

 

(Έκτη συνέχεια του αφηγήματος « Δ ρ ό μ ο ι…»)

Ερμούπολη                                                                  Μαρία Π. Κρόντη