Η 12η συνέχεια του αφηγήματος «Δρόμοι» της Μαρίας Κρόντη

Η 12η συνέχεια του αφηγήματος «Δρόμοι» της Μαρίας Κρόντη - Σύρος -  « …με κοιτάς στα μάτια, σε κοιτώ στα μάτια…  μοιράσου αυτή τη στιγμή μας…» Ερμούπολη -
« …με κοιτάς στα μάτια, σε κοιτώ στα μάτια… μοιράσου αυτή τη στιγμή μας…»

 

   Άγγιξε προσεκτικά τα μαλλιά της. Το σπίτι του ήταν ζεστό σαν την καρδιά του. Θα ήταν τυχερή, αν είχε ζήσει μαζί του. Θα ήταν όμως η ίδια, θα ήταν o ίδιος κι εκείνος, θα ήταν κι οι δύο,  οι ίδιοι, όπως  τώρα; Τα εμπόδια σκέφτηκε, βγαίνουν σε καλό, «σώζουν» πράγματα, καταστάσεις, κι εμάς τους ίδιους, μας κάνουν αλλιώτικους, πιο ανθεκτικούς, πιο αληθινούς, γιατί δεχόμαστε, όπως όλα τ’ άλλα -τα εμπόδια, τις ατυχίες- κι αυτό που είμαστε… (!), όπως είναι, και τους άλλους… σιγά-σιγά, μαθαίνουμε να τους δεχόμαστε, όπως είναι, δύσκολο πολύ…

   Τι κι αν έφυγαν χρόνια, σκεφτόταν, τι κι αν έμειναν πίσω «ξεχασμένες» στιγμές, στιγμές που «ήθελαν» να υπάρξουν, που, από άδικη τύχη, δεν γεννήθηκαν. Θα είχαν εκείνες οι στιγμές, την ίδια δύναμη, την ίδια αξία, την ίδια ομορφιά, αν δεν είχαν τόσο λείψει…, αν δεν ήταν γλυκά δικές της, ονειρεμένες, παντοτινά αγαπημένες, για τον απλό λόγο, που…  δεν τις έζησε… ενώ ήθελε τόσο… Οι πιο όμορφες στιγμές είναι εκείνες που δεν ζήσαμε, αυτές που ονειρευτήκαμε, που ζεστά αγκαλιάσαμε στα βάθη της καρδιάς και τους δώσαμε μοναδικό άρωμα… ψυχή… χρώμα… που προσπαθήσαμε να τις αγγίξουμε και δεν τις αγγίξαμε τότε, δεν έφυγε όμως, εκείνο τ’ άρωμα τους, γιατί έμειναν μ’ ένα παράπονο, που… δεν τις ζήσαμε… Τέτοιες σκέψεις τριγύριζαν στο μυαλό της Σοφίας, την έκαναν να βουρκώνει...

   Βρέθηκαν… ας άργησαν. Για την αγάπη πάντα είναι νωρίς… Τ’ αληθινά δε χάνονται… Το δρόμο του πήρε ο καθένας, μεγάλωσαν, άσπρισαν τα μαλλιά τους… και μέρα με τη μέρα μίκραιναν οι ζωές… Είχε συνηθίσει τη μοναξιά της, την είχε αγαπήσει. Σε καθημερινή βάση θα μπορούσε να ζήσει μαζί του; Άλλο πράγμα η καθημερινότητα... σκληρή, αβάσταχτη, βάναυσα χλευαστική, ωμή... παρόλα αυτά μπορεί κανείς να την αλλάξει. Τον αγαπούσε και θα τον αγαπούσε πάντα. Σε λίγες μέρες θα ‘φευγε, ίσως (;), ή σίγουρα(;) θα ξαναρχόταν, ή αυτός ή εκείνη, να γνωριστούν πια, να γνωρίσουν και τους τόπους, όπου ζούσαν, να μοιραστούν ζωές... Όλα καινούργια θα γίνονταν στη ζωή τους! Θ’ άντεχαν τη χαρά αυτή; Θα άντεχαν τις παραχωρήσεις, τις θυσίες που θα έκαναν, το χρόνο που θα  βάραινε…, την απόσταση, θα τα άντεχαν…(;) Να… εκεί θα φαινόταν η αγάπη, που όλα τα αντέχει, όλα τα υπομένει, όλα τη δοκιμάζουν… κι εκείνη αλώβητη βγαίνει, πάντα, νικήτρια! Το είχε μάθει καλά αυτό. Θα άντεχαν την απουσία; την πίστη; τη δυσκολία τους; τα ελαττώματα ο ένας του άλλου; τη διαφορετικότητα των χαρακτήρων; τις διαφωνίες; τις διαφορετικές γνώμες; Θα μπορούσαν να διαφωνούν ήσυχα (;), ν’ ακούν… ο ένας τον άλλο; Να κοιτάζονται μεσ’ τα μάτια με ειλικρίνεια; Να αποδέχονται ο ένας τον άλλο; Τέτοιες σκέψεις πλανιόνταν στο μυαλό τους...

   Της Σοφίας, της ήταν αρκετό να τον έβλεπε, ν’ αντίκριζε εκείνο το βαθύ του βλέμμα. Αυτό της είχε λείψει, αυτό δεν είχε χαρεί… Τώρα το ζούσε… της το χρωστούσε άραγε η ζωή; ή μήπως ξαφνικά, θα της το έπαιρνε πάλι… δεν το ζητούσε επίμονα, ήθελε… όσο κρατήσει… να κρατήσει, να το ζήσει… , τίποτα άλλο. Στη ξενιτιά της πρώτης αγάπης, σ’ αυτή θα ‘θελε να ζει για πάντα, ξανά και ξανά, να μη χορταίνει τη γλυκιά της ανάμνηση, να ονειρεύεται το παιδικό όνειρο… να την τυφλώνει το φως της «απουσίας» της, να τη λιώνει η προσμονή, εκείνη που είχε παγιωθεί, η φωτιά του έρωτα, τώρα, θα έκαιγε κάπου μακριά – πάντα μακριά έκαιγε αυτή- δυνατή, τόσο που θα ‘φτάνε από ‘κει μακριά, να τη ζεσταίνει…, θα έκαιγε, μόνο για ‘κεινη! Θα έμεναν πάλι χώρια, μέχρι να ‘ρχόταν, αν ερχόταν... _ δεν το ήξερε _ εκείνη, ή εκείνος. Η ξενιτιά της πρώτης αγάπης…  ποτέ δεν ήθελε να γυρίσει από ‘κει, εκεί να μείνει, να δακρύζει στη σκέψη της, να την περιμένει, να έρχεται απροσδόκητα, να τη δέχεται, να την τρέφει με την ίδια της την ύπαρξη της, εκείνα τα συναισθήματα να ζει… ξανά και ξανά! Δεν είναι λίγο αυτό… να τον περιμένει, να την περίμενε άραγε κι εκείνος… (;) για να ζουν, μόνο να ζουν… όσα έθρεψαν τα χρόνια, η θέληση, η αγάπη… όσα ο χρόνος δε νίκησε, αλλά προσπέρασε, ξέχασε, χάρισε…

   Σκούπισε τα δακρυσμένα μάτια της, την ώρα εκείνη κοιτούσε τη θάλασσα, στραφτάλιζε γλυκά στο φως του ήλιου… σαν μάνα γλυκιά συμπονούσε…, ένιωθε, κοντά της διάλεξε να ζήσει, να σβήσει τους καημούς… να ημερεύει τις πίκρες, να γιατρεύει τις πληγές… Κοντά του, ίσως, δεν θα ζούσε ποτέ της. Κρυφτό πάλι της ζωής… κρυφοί πόθοι ασυγκράτητοι αφανέρωτου έρωτα, αδικημένου, άσβηστου, θα σιγόκαιγαν και θα σπάραζε η καρδιά… για να γεννά, μόνο στιγμές… χρωστούμενες… δικές τους.

   Εκείνον τον αγνό, άδολο έρωτα, που κουβαλούσε μέσα στην ψυχή της η Σοφία, ο Κωστής θα τον ακολουθούσε, δίχως δισταγμό... Κανένα σύννεφο δε θα σκοτείνιαζε το φως του γέλιου τους, το φως των ματιών τους. Ήταν, μαζί τώρα, «στην ξενιτιά της πρώτης αγάπης… », στα χρόνια που δεν έζησαν, κι εκείνη τον πήγε…, της φωτιάς, του πόθου, του γλυκού μαρτυρίου, του μυστηρίου του έρωτα, πριν τον χορτάσουν…

   Τι είναι όμως ο χρόνος όταν δεν τον ζεις, σκεφτόταν η Σοφία, μια αυταπάτη είναι ο χρόνος… ο «άλλος», ο «ξένος», ο ψεύτικος, όχι ο δικός μας… Έχει σημασία ο χρόνος (;) ή πως νιώθουν οι καρδιές (;), τι κουβαλούν, τι μοιράζονται, αν αγαπιούνται ποτέ…, αν δένονται, αν ζουν... Τον κυνηγάμε το χρόνο,  κι αυτός αν μας κυνηγάει, σ’ αυτό το κυνηγητό, ποιος θα φτάσει ποιόν… (!), τελικά τι έχει αξία; το πόσο ζήσαμε, ή το αν ζήσαμε, όπως θέλαμε; Αν ζήσαμε στιγμές δικές μας, αληθινές, με όλο μας το είναι, με όλη την αλήθεια μας, με όλη την ψυχή μας, την ουσία μας; Ποιος θα φτάσει ποιόν; Ο χρόνος τη ζωή ή η ζωή το χρόνο (;)… ποιος θα νικήσει ποιόν; θα τον νικήσει η ζωή, στο τέλος; Εξαρτάται πως θα το δεις… από σένα εξαρτάται... (!) Ο χρόνος κυλά… αλλάζουμε, ζούμε, ερχόμαστε, φεύγουμε… η ζωή κυλά… ζούμε; ή χανόμαστε; τι είμαστε; ένας κρίκος δροσιάς στο ονειρεμένο φως της άνοιξης που χορεύει; ή ένα χλωμό παραγεμισμένο άγνωστο; ποιοι είμαστε; μοιάζουμε στην αλήθεια μας; ή στο ψέμα στενάζουμε αδιάφοροι, ανύπαρκτοι, «νεκροί…»; «Παρατήρησε κάτι… με κοιτάς στα μάτια, σε κοιτώ στα μάτια… μοιράσου αυτή τη στιγμή μας, σαν αιωνιότητα… πέρασέ την εκεί… εκεί ανήκει...στο δρόμο της περπατά…» του είπε…

   «Δρόμοι δακρίων λησμονημένοι… ξέρεις ποιος είσαι… (;)» συνέχισε, «άρχισα να παρατηρώ ποια είμαι, συνέχεια παρατηρώ, για πολλά λυπάμαι… μα, έτσι είμαι… θα βρεθούμε με την προοπτική να μοιραστούμε τις στιγμές μας. Είναι, ό,τι πολυτιμότερο έχουμε, γιατί δεν ξανάρχονται ποτέ οι ίδιες, ή δεν έρχονται ποτέ όταν δεν τις ζητάμε, όταν δεν τις ονειρευόμαστε… αυτές αξίζουν…(!) θυμάσαι… εκείνες τις «χαμένες»…, αυτές πρόσμενα, τις ανεκπλήρωτες… αυτές αξίζουν… Ήταν ό,τι πολυτιμότερο είχαμε… ήρθαν (!), τις ξαναγεννήσαμε… τις χρωστούσαμε στον εαυτό μας… Όταν ο χρόνος μοιάζει νικητής –δεν είναι όμως- μη τον πιστέψεις κι ας σου το πει... σε εξαπατά. Δεν είσαι ανίσχυρος, ούτε συ, ούτε εγώ, μπροστά σ’ όλο αυτό τον αφανισμό... Σ’ αγαπώ… αυτό είναι το πιο δυνατό απ΄ όλα, δεν έχει χρόνο, είναι αληθινό… υπάρχει…  είναι στιγμή… σφραγίζει τη ζωή, περνάει σε άλλη διάσταση, άχρονη, αέναη… αιώνια… θα είσαι μαζί μου; θα είμαι μαζί σου.» Όλα αυτά τα έλεγε, και με τα μάτια η Σοφία…, όχι μόνο με τα λόγια… Δεν ήταν σίγουρη, αν εκείνος τα καταλάβαινε... με τον τρόπο της όμως, θα τον βοηθούσε να καταλάβει… και… θα καταλάβαινε… 

Ερμούπολη,  17-01-2017

(δωδέκατη συνέχεια αφηγήματος «Δ ρ ό μ ο ι»)    Μαρία Π. Κρόντη