Οι χορεύτριες (Διήγημα)

Οι χορεύτριες (Διήγημα) - Σύρος - Ερμούπολη - Ένα σεργιάνι στις ρίζες του ιερού τόπου που λέγεται Ελλάδα, από την Μαρία Κρόντη

Ένα σεργιάνι στις ρίζες του ιερού τόπου που λέγεται Ελλάδα, από την Μαρία Κρόντη

 

   Είχε το κεφάλι ψηλά, το πρόσωπο χαμογελαστό, το κορμί καμαρωτό, καθώς χόρευε… ατένιζε το βάθος του νοερού ορίζοντα ή τον ουρανό ή την πλατεία του χωριού της με τα πλατάνια ή ένα μέρος αγαπημένο, ένιωθε γύρω της τα δέντρα, τον αέρα της πατρίδας… σαν μέσα απ’ αυτό το κοίταγμα της να ‘βλεπε την πατρίδα, εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά, Βόρεια…στη Μακεδονία. Τη νοσταλγούσε… Όταν βρισκόταν μπροστά σε παράθυρο, έβλεπε έξω τα δέντρα,  το φως, ταξίδευε… αν ήταν μέρα ταξίδευε με… τα δέντρα, τον ουρανό, τα πουλιά… αν είχε σουρουπώσει  με τα μικρά φωτάκια που της θύμιζαν τα χωριά του μακεδονικού κάμπου στο βάθος εκείνου του γνώριμου ορίζοντα της πατρίδας…. Ατένιζε… με  μυαλό και ψυχή, γλύκαινε η καρδιά της, το βλέμμα, η σκέψη. Ζεσταινόταν ένα παλιό, αλλά ταυτόχρονα πολύ κοντινό μεράκι, φούντωνε η διάθεση για κίνηση, έκφραση, το ύφος γινόταν ένα με το είναι της, το ύφος του τόπου που αγαπούσε! Θαρρείς και βρισκόταν εκεί… στην πατρίδα, μύριζε τον αέρα τον παγωμένο της Μακεδονίας, τον καθαρό, τον οικείο. Εκείνο που την έκανε να νιώθει ελεύθερη… Χορεύοντας ταξίδευε στα γνώριμα αγαπημένα μέρη! Ο χορός τα έφερνε κοντά. Θυμόταν τα παιδικά χρόνια, την ανεμελιά τους, την πατρίδα, τους ανθρώπους της.

   Η ιδιαίτερη πατρίδα δεν την έκανε ν’ αγαπάει λιγότερο, τους παραδοσιακούς χορούς απ’ όλη την Ελλάδα, είτε προέρχονταν απ’ τον Πόντο, τη Μικρά Ασία, τη Θράκη, την Ανατολική Ρωμυλία – άλλωστε από ‘κει ήταν η καταγωγή  του ενός παππού της-  είτε προέρχονταν από την Κρήτη, τα Νησιά, τη Ρούμελη, τη Θεσσαλία, την Ήπειρο, το Μοριά κι όλα τα μέρη της Ελλάδας, της απέραντης… πολυσύνθετης πατρίδας!

  Με το βλέμμα πάντα γεμάτο σκέψη, αναζήτηση συναισθήματος μέσα στο χορό, το στίχο του, χαρά από την κίνηση, συγκίνηση από την αναπόληση, αλλά και τη γνωριμία, χόρευε στο μάθημα ή και σε όποιο γλέντι βρισκόταν. Μεράκια παλιά… μεράκια καινούργια! Ήθελε να είναι παρούσα στις χορευτικές στιγμές… να χορεύει ατελείωτα… Ψηλή, αδύνατη, με μικρό ελαφρύ πάτημα,  άλλοτε συγκρατημένο, σεμνό, κι άλλοτε πιο εκφραστικό, με δύναμη βγαλμένο από μέσα από την ψυχή. Η Ρόζα τον «ζούσε» το χορό, μόνο κάθε φορά να τον ζει ήθελε, να ταξιδεύει… να δίνει ψυχή, συναισθήματα που κάθε φορά ένιωθε!

   Το βράδυ ήταν ζεστό και ήσυχο. Και οι δύο τους είχαν ανάγκη από αέρα… να φύγει το άγχος της καθημερινότητας, η κούραση της ρουτίνας, τα προβλήματα για λίγο να ξεχαστούν. Τον αναζητούσε το απόγευμα το χορό. Σ΄ αυτό συμφωνούσαν με τη Μιράντα η οποία ήταν σωστή αθλήτρια –ασχολούνταν πολύ και με το στίβο- της άρεσε να χορεύει ώρες πολλές, όλη τη βδομάδα, σαν τη Ρόζα. Δεν έχανε τίποτα. Της άρεσαν όμως οι πιο έντονοι χοροί, οι πιο σβέλτοι και γρήγοροι. Και της Ρόζας πιο πολύ αυτοί της άρεσαν, «ξυπνούσαν τα αίματα» έλεγε, ξυπνούσαν κι οι μνήμες.

   Κουβέντιαζαν περπατώντας. Θα πήγαιναν πρώτα για ένα καφέ να τα πούνε λιγάκι και μετά χορό, όπως κάθε μέρα.

   « Αχ βρε παιδί μου αυτά τα Ηπειρώτικα, μου φαίνονται λίγο βαρετά, τόσο αργά που δεν μπορώ να τα χορέψω» της έλεγε ξανά και ξανά  η Μιράντα, «δεν μπορώ να τα χορέψω, με μπερδεύουν, με κουράζουν… θα σταματήσω…» Η κουβέντα για το καινούργιο είδος χορού, που ξεκίνησε, έκανε το πρόσωπο της Μιράντας να σκοτεινιάσει. Τα μάτια της έλαμπαν στο λιγοστό φως του φεγγαριού. Η ζεστή βραδιά ζέσταινε την κουβέντα, ο τρόπος απόδρασης δεν ήθελε η Μιράντα να είναι υποτυπώδης, να μην τον νιώθει, αλλά να είναι όπως τον ήθελε ο χορός, «δικός της»!

   «Μιράντα, άκουσε, δεν είναι ότι δεν είναι ωραίοι οι ηπειρώτικοι χοροί, είναι υπέροχοι, έχουν όμως το δικό τους ύφος και δεν μπορείς να το συνηθίσεις εύκολα κι αμέσως, σαν νησιώτισσα που είσαι. Ο χορός δεν είναι ποτέ βαρετός. Είναι τα βιώματά μας ξέρεις… απ’ αυτά διαμορφώνονται οι προτιμήσεις, οι συγκινήσεις μας, τα συναισθήματα, αλλά και το χαρακτήρα ακόμα. Εξαρτάται από τα πράγματα που ψάχνεις να γνωρίσεις μέσα από το χορό, τι σημαίνει για σένα… είναι μόνο κίνηση. Τα βιώματα είναι απαραίτητα. Σου δίνουν ταυτότητα… εσύ έχεις νησιώτικη ταυτότητα, δεν μπορείς εύκολα να καταλάβεις τι σημαίνει η Ήπειρος…  Πρέπει να γνωρίσεις ανθρώπους από τα μέρη εκείνα, όπως ο δάσκαλος που μας δείχνει τους χορούς, είναι ηπειρώτης. Γνωρίζοντας το ύφος της κίνησης του, εκτός απ΄ τα βήματα βλέπεις πολλά, τη συμπεριφορά του, τον τρόπο που μιλάει, που στέκεται, που σκέφτεται, που εξηγεί, όλα αυτά είναι βίωμα, που βοηθούν να καταλάβεις το ηπειρώτικο ύφος και τη φιλοσοφία του. Σιγά- σιγά αντιλαμβάνεσαι με τις αισθήσεις σου, το χορό και το ύφος του, γνωρίζεις κάποιο άλλο κομμάτι της Ελλάδας, βρίσκεις κάτι άλλο στο στίχο των τραγουδιών, σκέφτεσαι… αντιλαμβάνεσαι πράγματα. Την ώρα που χορεύεις γίνεσαι Ηπερώτισσα ή Μακεδονίτισσα κι αν είσαι κι αν δεν είσαι... Δεν μπορείς να χορεύεις αν δεν νιώθεις την ανάγκη του χορού, τα συναισθήματα, αν δεν καταλαβαίνεις τι ακριβώς χορεύεις, το ύφος του τόπου, την ιστορία, το χρώμα, των ανθρώπων του την έκφραση» είπε καθησυχαστικά η Ρόζα.  

   «Μην τα εγκαταλείπεις έτσι εύκολα, άκου…(!) το στίχο… των τραγουδιών- λένε μια ιστορία, κάτι θέλουν να πουν… σκέψου- άκου τη μουσική… τη χαρούμενη ή την πιο θλιμμένη… δες το χρώμα της… πόσες σκέψεις μπορείς να κάνεις, να νιώσεις… μεσ’ απ’ το στίχο, να ψάξεις, να σκεφτείς, να ταξιδέψεις, να καταλάβεις την κίνηση μεσ’ απ΄ το στίχο… καθετί έχει σημασία, δεν είναι τυχαίο αυτό που θέλει να πει ο χορός… κάτι θέλει να πει, κάτι κουβαλάει, κάποια ψυχή τον έφτιαξε, κάποιος σκέφτηκε ή περιγράφει μια ιστορία, κάτι θέλει ν’ αφήσει όλο αυτό. Μιράντα μου, μη βλέπεις έτσι ‘ρηχά’, δεν είναι ανούσιο τίποτα, ανούσιο το βλέπουμε εμείς γιατί βαριόμαστε να το δούμε, να το ψάξουμε. Ο ρυθμός συνταιριάζει με το στίχο και το σκοπό που έχει γραφτεί, έχει το χρώμα των συναισθημάτων, κρύβει κάποιο μήνυμα, κουβαλημένο απ’ τα παλιά,  τον τρόπο ζωής και σκέψης των ανθρώπων δείχνουν, όπως τον έζησαν τότε, άφησαν κάτι από τον εαυτό τους σ’ αυτά… μας φέρνουν πολλά από τότε, μας καλούν σ’ ένα ταξίδι στο παρελθόν! Κλείσε τα μάτια κι ονειρέψου το… και ταξίδεψε στην Ελλάδα…  τα βράχια, οι πέτρες, τα δέντρα, τον ουρανό, τις θάλασσες, τα βουνά, τις πεδιάδες, τα ποτάμια, τις λίμνες, τη φύση, τα πουλιά, τα θαλασσοπούλια… είναι ζωγραφισμένα με χρώματα ζωντανά, με νήματα λεπτά και φίνα, σ’ όλους τους χορούς μας. Είναι σαν τις φορεσιές! Είναι διαφορετικές σε κάθε μέρος της Ελλάδας μα τόσο όμορφες όλες και ξεχωριστές! Μας φέρνουν Ελλάδα, μας φέρνουν πατρίδα. Η δημοτική ποίηση, πόσες ομορφιές ψυχής, φύσης, ανθρώπων ξετυλίγει… θέλησαν πολλά  να μας πουν, να μας αφήσουν… όλα μας τα λένε τα τραγούδια κι οι χοροί, αξίες θέλησαν να μας μάθουν, να βλέπουμε αλλιώς τον κόσμο, τη ζωή!  Σαν έλληνες… να χορεύουμε, με ψυχή! Έλληνας δεν είν’ αυτός που γεννήθηκε έλληνας, είναι αυτός που βλέπει παντού την Ελλάδα… »

  Η Μιράντα ήταν μέτρια στο ανάστημα, πάντα χαμογελαστή σαν τη Ρόζα, πιο γεμάτη, σε καμιά τους δεν έλειπε  η ξεχωριστή χάρη και η σπιρτάδα στο χορό.  Η Ρόζα όμως «το ζούσε» μ’ ένα δικό της τρόπο, ανέμελο, αυθόρμητο, πηγαίο… σαν να κουβέντιαζε με τον εαυτό της, με τον πόνο, τη χαρά της, τη λύπη, τις σκέψεις της…   σαν βα ταξίδευε… σαν να ήθελε να φύγει άλλου… να νιώσει ελεύθερη!

   Ήταν καλές φίλες με τη Μιράντα, αχώριστες και πολύ επικοινωνιακές στις συζητήσεις που έκαναν, κυρίως για γυναικεία θέματα, και θέματα σχέσεων, αλλά και θέματα προσωπικά που άγγιζαν την καθεμιά τους, κουβέντιαζαν. Φίλες αληθινές! Η Μιράντα ήξερε να ακούει, πολύτιμη για τη Ρόζα γινόταν γιατί χρειαζόταν κάποιον να την ακούει, να ακούει προσεκτικά τις πολύπλοκες σκέψεις της. Χόρευαν μαζί, δίπλά-δίπλα. Η αγάπη της Ρόζας για το χορό την έκανε να θέλει να της μάθει όσα ήξερε, να της τα δείξει, να  μοιραστεί όσα ένιωθε, να εξηγήσει όσα ανακάλυπτε, κι ό,τι καμιά φορά τη στενοχωρούσε, της το ‘λεγε.

   Η Μιράντα την άκουγε προσεκτικά, αφοσιωμένα, με όρεξη, πάντα με τεράστια υπομονή, χωρίς να βαριέται, έτσι όπως θα ‘πρεπε να ακούν ο ένας τον άλλο, οι άνθρωποι. Η Ρόζα είχε βρει το «ταίρι» της, ήταν ικανοποιημένη, όταν συναντιόντουσαν και είχε έναν καλό ακροατή να την ακούσει πραγματικά! Κι άρχιζε κάθε φορά η Ρόζα τις αναλύσεις, τις σκέψεις της… τις μικρές φιλοσοφίες της…

   « Σου μιλάω ειλικρινά, αγαπώ τα Ποντιακά και κάτι παθαίνω με τους χορούς αυτούς. Να κλάψω, να φωνάξω… ριγώ (!) κάθε φορά που τ’ ακούω. Ο δυναμισμός και το παράπονό τους, ο ιδιαίτερος ήχος μαρτυρούν αρχαίες καταβολές, μεράκια αθάνατα, πατρίδες αλύτρωτες κουβαλούν, και… ποτέ χαμένες, ποτέ ξεχασμένες… Δεν ξέρω τι παθαίνω… με τρελαίνουν! Βρίσκομαι αλλού όταν χορεύω, η ένταση τους… την καταλαβαίνω στο πετσί μου! Κάθε φορά, δυνατά συναισθήματα… κάθε φορά, εκεί βρίσκομαι… στον ιερό, ευλογημένο Πόντο, με τις χιλιάδες αθώες χαμένες ελληνικές ψυχές… Είχα κι έναν παππού Πόντιο που δεν τον γνώρισα, που ήρθε από το Κάρς, έναν λεβεντάνθρωπο!  Ήρθε μικρό παιδί στη Μακεδονία με την ανταλλαγή των πληθυσμών, σκότωσαν τους δικούς του, σώθηκε μόνο αυτός κι ο αδερφός του. Στη μνήμη αυτού του παππού χορεύω με ακόμη μεγαλύτερο πάθος! Αν και δεν είχα βιώματα δικά μου, προσωπικά, χορεύω όμως πολλά χρόνια με πόντιους…(!) και… να το βίωμα μου…(!) το αποκτώ! Κι εκείνο το ποντιακό φιλότιμο, την εξυπνάδα τους, τη διάθεση για προκοπή  τη γνωρίζω σε κάποιους σπουδαίους ανθρώπους, τα βλέπω και στους χορούς, σου μεταδίδουν μια σιγουριά!»

   «Κι εμένα μ’ αρέσουν τα ποντιακά, τι σθένος (!) γυμνάζομαι τέλεια και ξεδίνω, είναι υπέροχοι πολεμικοί χοροί!»

  «Αν δεν ταιριάζαμε δε συμπεθεριάζαμε… δεν είναι ότι είναι όλοι πολεμικοί χοροί, αλλά σου μεταδίδουν ένα αίσθημα αυτοπεποίθησης και πίστης, δύναμης, συγκίνησης και ψυχής, τρομερό… »

    «Τι να σου πω βρε Μιράντα ωραία τα νησιώτικα κεφάτα κι αέρινα, ένα ‘ξεφάντωμα’… ζωή (!)- τα μαθαίνω κι αυτά με πολύ όρεξη… τα καταλαβαίνω όλο και πιο πολύ… πόσο ελεύθερα είναι. Ωραίοι χοροί με μικρά βήματα, ανάλαφρα, με τσακίσματα σβέλτα κι ελεύθερα, γρήγορα και μαέστρικα…

>και… τα κρητικά, λεβέντικα και με ύφος αρχοντικό…(!) Ακούραστος πρέπει να είσαι όταν χορεύεις στον κρητικό ρυθμό- ο πεντοζάλης,  ο μαλεβιζιώτης, καμαρωτοί χοροί, λεβέντικοι, σβέλτοι ξεγλιστρούν σχεδόν στον αέρα, στις μύτες των ποδιών και… στο συρτό χανιώτη…  κορμί λαμπάδα!  Χοροί για καλή αντοχή… (!) παλικαρίσιοι (!) και μόνο η αντοχή τους είναι όλη η ομορφιά τους, όχι οι φιγούρες που κάνουν τώρα, για εντυπωσιασμό, νομίζω αυτά δεν είναι αυθεντικά, του γνήσιου ύφους, αλλά… νεόφερτα, παραλλαγμένα, χωρίς ουσία αληθινή... όση και τέτοια που το ύφος τους μαρτυρά…(!).

   >Αλλά σαν τα Ποντιακά…(!). Τα ποντιακά είναι η ζωή μου! Η κίνηση τους είναι μαγική! Εκείνος ο Πυρρίχειος, ο αρχαίος χορός… τι μεγαλείο, τι δυναμισμός, τι κίνηση πηγαία, λεπτή, φινιρισμένη, αρχοντική, με το τίναγμα του κορμιού, σαν ρίγος (!) – δήλωση αντρείας και ψυχής… τι παλικαριά, τι παράστημα! Αυτός είναι ο κατεξοχήν πολεμικός χορός που χορευόταν πριν από τη μάχη, από τους γενναίους πολεμιστές, ήταν η αυτοσυγκέντρωση τους, η αυτοπεποίθησή τους, η ενότητά τους, η διάθεση μαχητικότητας, η υπόσχεση νίκης, η πίστη τους, το θάρρος που έδιναν ο ένας στον άλλο, η επίδειξη του μεγαλείου της ψυχής που προκαλούσε τους πάντες να τη φοβηθούν! »

>«Χορεύουμε κι άλλους χορούς με μεράκι… της Ανατολικής Ρωμυλίας…(!) λες και αυτοί οι χοροί οι φερμένοι από τις χαμένες πατρίδες όπως της παλιάς, της δικής μας, της Βόρειας Θράκης (Ανατολικής Ρωμυλίας), της Μικρά Ασία, του Πόντου  και έχουν ‘κάτι’… που τους κάνει ξεχωριστούς!»

 «Ναι, έχεις δίκιο άλλο το χρώμα τους, άλλη η ομορφιά τους, άλλο το παράπονό τους, το ύφος τους! Το στήσιμο του κορμιού σαν λαμπάδα, το βήμα ξερό, στητό και γρήγορο, καμαρωτό, απλό, κοφτό, χωρίς καθόλου σουστάρισμα, μεγαλείο!

  •  Έχουμε κι άλλους ωραίους… από τη Μακεδονία, από τη Γουμένισσα, που είναι  η ιδιαίτερη πατρίδα μου, με τα χάλκινά της, ριγεί η ψυχή σου από συγκίνηση, όταν τ’ ακούς! Οι χοροί της έχουν το δικό τους μεγαλείο, είναι το αποτύπωμα που άφησε η ζωή των ανθρώπων της πολύπαθης γης της Μακεδονίας. Αυτό κουβαλούν, είναι το χνάρι της ιστορίας εκείνου του τόπου που υπέφερε από Τούρκο και Βούλγαρο, του ήθους των ανθρώπων, της καθαρής καρδιάς τους, του αγώνα τους να κρατήσουν την ελληνική γλώσσα, την ελληνική ταυτότητά τους! Αυτοί οι χοροί με κάνουν να βλέπω μπροστά στα μάτια μου την πατρίδα μου, να τη νοσταλγώ, να τη σέβομαι ακόμα περισσότερο, να θέλω να μάθω περισσότερα γι’ αυτήν…
  • Το βήμα τους ιδιαίτερο, στακάτο, αργό στην αρχή, με όλο το πέλμα, απλό, σίγουρο, περπατητό. Το στήσιμο του κορμιού αγέρωχο, παλαντζάρισμα  μετά από κάθε ειλικρινές, καθαρό βήμα και στην  μικρή ενδιάμεση παύση του, σταμάτημα με σημασία, και βαρύτητα, και ουσία- τέτοιο σαν να σου μιλά… να θέλει να σου πει κάτι, να σου αποκαλύψει τη σκέψη, την ψυχή, μ’ ένα τρόπο σιωπηλό, γενναίο, σεμνό- πάνω στο κάθε βήμα… πάθος(!), αργό σαν βάδισμα… εκεί… εκεί ανάμεσα στο βάδισμα, την παύση με το παλαντζάρισμα και την ολοκλήρωση της επιτάχυνσης…  περιγράφεται η ψυχή του αρχαίου μακεδόνα και της αρχαίας μακεδόνισσας, «της μάνας που μας γέννησε»… μα… και το ταξίδεμα του προσώπου είναι ‘κάτι άλλο…’ (!) –σε συνεπαίρνει (!)-  της έκφρασης του κεφαλιού, το ταξίδεμα του, οι απαλές κινήσεις έκφρασης του στον αέρα, άλλοτε σκύβει ελαφρώς προς τα κάτω, κι άλλοτε κοιτά ψηλά με νόημα και στόμφο, καμάρι, συγκίνηση, και μετά  η σταδιακή επιτάχυνση του βήματος… με όλο το πέλμα πάλι, που… κορυφώνεται,  πριν την ολοκλήρωση του χορού μ’ ένα τροχαδάκι, που μοιάζει με γλίστρημα ανάλαφρο πάνω στη γη (!) δέος (!), μαγικό πέταγμα…, εξομολόγηση δυνατή, λυτρωτική… κουβαλημένη θαρρείς μέσα απ’ τους αιώνες!»

 «Ρόζα πόσο μαγικά τα λες… τι ωραία τα λες…»

 «Είναι ωραίο να ξέρεις να ακούς… βοηθάς να τα λέει καλύτερα αυτός που θέλει να σου πει, να σου μοιραστεί… Μα είναι κι ωραίο να σε «ακούνε»… το απολαμβάνεις!»

   «Εμένα πάντως μ’ αρέσει να σ’ ακούω… μ΄ αρέσει να χορεύω μαζί σου… με ξεσηκώνεις… ξέρω ότι όταν χαμογελάς, ταξιδεύεις… είσαι αληθινή… ξέρω ότι όταν σκέφτεσαι έτσι… είσαι ευτυχισμένη(!), ξέρω ότι αυτό που λες και χορεύεις, το ‘λες…’ και το χορεύεις με ψυχή!»

 « Είσαι πολύ καλή…(!) με νιώθεις… οι χοροί είναι μαγικοί, γι΄ αυτό κι εγώ μαγεύομαι… τα μέρη μας ιερά και με ιστορία, που δεν αναζήτησαμε αρκετά- όσο έπρεπε- να μάθουμε… που δεν ξέρουμε παρά μόνο από τις αφηγήσεις των γονιών μας. Τα μέρη μας, τ’ αγαπημένα…(!) κι οι άνθρωποι τους, γέννησαν αυτούς τους χορούς… δεν ήτανε τυχαίοι, είχαν να ‘δώσουν’… Η φύση κι η γη, τα πουλιά, τα δέντρα, ο αέρας… οι ψυχές των ανθρώπων… τα δημιούργησαν… όλα αυτά που βλέπω με την ψυχή μου Μιράντα…

>Στα ποντιακά πάντως, στους χορούς της Ανατολικής Ρωμυλίας, της Μικράς Ασίας ξεχωρίζεις  εκτός απ’ όλα τ’ άλλα, κι ένα «παράπονο»… έναν «νταλκά», «κάτι»… μια άλλη φιλοσοφία και συγκίνηση και βάθος ψυχής και σοφία… Ο πόνος της προσφυγιάς… τους «μέστωσε» στα χρόνια, αυτούς τους χορούς, τους έδωσε περισσότερο πάθος και έκφραση, είναι χοροί ‘διαμαρτυρίας’, έτσι όπως μας τους μετέδωσαν εκείνοι που ήρθαν απ΄ τον Πόντο… για όσα εγκλήματα συνέβησαν  σ’ εκείνα τα χώματα, αυτός ο πόνος του χαμού των αγαπημένων, της λατρεμένης γης… της ζωής στην πατρίδα, τους ανάστησε, τους έφερε πιο αληθινούς σ’ εμάς, πιο καθαρούς, ατόφιους, γεμάτους συναίσθημα και σθένος ψυχής, εδώ στην Ελλάδα που την αγκάλιασαν – δεν ξέρω αν εκείνη τους αγκάλιασε όσο αυτοί-  όπως ήθελαν όλοι εκείνοι οι πρόσφυγες, οι πονεμένοι, οι γλιτωμένοι από το τούρκικο μαχαίρι και τη μισαλλοδοξία, να την αγκαλιάσουν, κρατώντας πάντα την ψυχή εκεί… αφιερωμένη στις χαμένες πατρίδες! Αφημένη, ορκισμένη να ζει εκεί για πάντα, να περιπλανιέται μαζί με τα πουλιά και τους αετούς στον ουρανό του Πόντου και με τα θαλασσοπούλια του Εύξεινου Πόντου, που φιλόξενο τον έκαναν από άξενο τα χρόνια που δημιούργησαν σπουδαία προκοπή εκεί, και τώρα πια για τον έλληνα άξενος έγινε πάλι, επειδή κάποιοι ισχυροί το θέλησαν. Οι ψυχές όμως κατοικούν αιώνια στην πατρίδα… δεν μπορεί κανείς να τις βγάλει από ‘κει, δεν την εγκαταλείπουν, εκεί ταξιδεύουν οι πόντιοι όταν χορεύουν…  ‘κλαίνε’, ψιθυρίζουν, φωνάζουν, αφηγούνται στους νεότερους, δεν ησυχάζουν αν δεν ξεπλυθεί το άδικο, το μίσος χωρίς λυτρωμό. Αυτόν τον πόνο κουβαλούν οι χοροί, αυτές οι ψυχές οι αδικοχαμένες ζουν μεσ’ τα τραγούδια τους… αυτός ο πόνος έχει αποτυπωθεί στους ποντιακούς χορούς… γι’ αυτό τους αγαπάμε τόσο!»

 «Ναι, έτσι είναι… το ακούς, το νιώθεις… υπάρχει ένας πανάρχαιος δεσμός στους χορούς και στα τραγούδια, είναι της ψυχής ο αντικατοπτρισμός η τέχνη τους… αρκεί να έχεις αυτιά να την ακούσεις, καρδιά να τη νιώσεις… την ιστορία, τον άνθρωπο που σου φέρνουν… που σου περιγράφουν!»

 «Πόσο ζωντανό όμως τον κρατάμε αυτό τον δεσμό, πόσο κοντά σ’ αυτόν είμαστε; Όταν, ας πούμε, οι χοροί χορεύονται μηχανικά, χωρίς να ‘ακούμε’ το στίχο των τραγουδιών, τι θέλουν να μας πουν, τι κουβαλάνε αυτοί οι στίχοι μέσα από τους αιώνες, ποιες πατρίδες μας φανερώνουν, ποιους αγώνες, ποια πάλη για ζωή, ποιο ήθος μας διδάσκουν… κι εμείς τι ακούμε, τι ψάχνουμε, τι καταλαβαίνουμε από όλο αυτό… τι μας μένει…(;) Οι δάσκαλοι ψάχνουν να βρουν στοιχεία να μας πουν για την ιστορία του χορού και γιατί γράφτηκε, εκτός από το ποια εποχή του χρόνου χορευόταν και σε ποια γιορτή; Εμείς ψάχνουμε; Ο δάσκαλος, εκτός από παιδαγωγός,  καλό είναι να είναι και λίγο λαογράφος, δε νομίζεις (;)… ψάχνει να μάθει, να μας πει… (;) να μπορέσουμε ν’ ανακαλύψουμε πράγματα κι εμείς… χορεύοντας, κι όχι να νοιαζόμαστε μόνο για το ποιος θα μπει πρώτος... ποιος θα ‘κάνει το κομμάτι του’, ποιος και πως θα εντυπωσιάσει... Ο αληθινός χορός εντυπωσιάζει από μόνος του… η ψυχή φαίνεται…μόνο η ψυχή χορεύει! »

 « Όλη η σημασία δίνεται στα βήματα, κι όλα τ’ άλλα δε μας νοιάζουν… ούτε η λεπτομέρεια, ούτε το ύφος. Τα βήματα έχει σημασία να γίνονται όχι μόνο σωστά, στο σωστό μουσικό τόνο και με τη συγκεκριμένη βαρύτητα κι ελευθερία κινήσεων, κυρίως όμως… με  το σωστό ύφος,  αλλιώς τα σκοτώνουμε... Αλλά, από την άλλη, αν δεν νιώθεις κάτι… την ώρα που χορεύεις, αν δεν προκαλείς τον εαυτό σου να νιώσει από σεβασμό γι’ αυτό που κάνεις… γι΄ αυτό που ‘κουβαλούν’ οι χοροί, αυτό λέγεται χορός… (;) χορός χωρίς ψυχούλα… υπάρχει; Δεν υπάρχει… »

 «Βήματα χωρίς νόημα…(!) ε, βέβαια… δεν είναι αυτό, χορός… »

 « Πρώτα απ΄ όλα ο χορός είναι έκφραση, συναίσθημα… ελευθερία, συνειδητότητα, σεβασμός, είναι ταξίδι… αλλά και ήθος… σεμνότητα, διακριτικό ύφος, χωρίς υπερβολή… χωρίς διάθεση πρωτιάς, αυτό μεταδίδει η ειλικρίνεια του χορού! Ο χορός αρκείται στον εαυτό του, γεμίζει και χαρίζει ψυχή! Ενώνεται, πάλλεται, λάμπει! » αντάλλασσαν με ενδιαφέρον απόψεις και συμφωνούσαν.

   Δεινή, η Ρόζα, ομιλήτρια, με τη Μιράντα όμως, εξαιρετική ακροάτρια και συμπληρώτρια! Υπάρχει όμως ‘δεινός’ ομιλητής, χωρίς να συντονίζεται η σκέψη του από την έκφραση και την αφοσίωση, το καλοπροαίρετο και αφοσιωμένο ύφος ενός καλού – που δεν διακόπτει- ακροατή;

 « Μιράντα να ξέρεις κάνουν όλοι αμάν για τις παραστάσεις, τους εντυπωσιασμούς… τις φιγούρες… δεν με αγγίζουν πια αυτά…ο χορός χωρίς το συναίσθημα… τι λέγαμε… κι αυτό προδίδεται, όσο καλά κι αν ξέρει να το κρύβει και να υποκρίνεται ο χορευτής μιας επίσημης παράστασης. Ακόμα κι ένας επαγγελματίας προδίδεται από την πολύ σιγουριά του… την ‘ άνευ συναισθήματος’, την ανούσια έκφραση του, την υποκριτική και στημένη, χωρίς συγκινησιακή φόρτιση, έκφραση.

  • Με αφορά, «αυτό που συμβαίνει… τη στιγμή του χορού (!)» αυτό που νιώθω εκείνη την ώρα… την εσωτερική ανάγκη, το συναίσθημα, το μεράκι… τη συγκίνηση, τη χαρά και την ελευθερία την ώρα που χορεύω, όποια στιγμή κι αν χορεύω, είτε χορεύω σε παράσταση, είτε χορεύω σε πρόβα, είτε σε μάθημα καθημερινό, επίσημα ή ανεπίσημα, στην αυλαία ενός θεάτρου, στην πλατεία ενός χωριού με τη φαντασία μου ή χωρίς… ή στην αίθουσα διδασκαλίας… για μένα είναι το ίδιο! Ένας είναι ο χορός, οποιαδήποτε ώρα, σε οποιοδήποτε τόπο, με  οποιουσδήποτε θεατές ή και χωρίς θεατές! Δεν έχει ηθοποιία, δεν έχει υποκριτικότητα… είναι αυθόρμητος, είναι κάτι εκατό τα εκατό γνήσιος! Δίνει πολύ σεβασμό στην ίδια του τη στιγμή του!
  • Μαζί με επίγνωση… ύφους, χρώματος, συναισθήματος, ιστορίας... Δεν χορεύεις με τον ίδιο τρόπο όταν χορεύεις ποντιακά ή μικρασιάτικα, μακεδονίτικα, ή κρητικά, ή θρακιώτικα… γίνεσαι εκείνη τη στιγμή πόντια… μικρασιάτισσα, μακεδονίτισσα, κρητικοπούλα, θρακιώτισα… ζεις, ταξιδεύεις… σέβεσαι το ύφος, κι αν δεν είναι βίωμα σου, προσπαθείς με πολύ σεβασμό, να το πλησιάσεις… να γίνεις… να νιώσεις…να το επιδιώξεις, να το γνωρίσεις ή να το φανταστείς… δεν είσαι η ίδια χορεύτρια, είσαι κάθε φορά άλλη… το ίδιο όμως… πάντα αληθινή!»
  • Όσο για το χορευτικό ήθος…αν δεν σέβεσαι το ύφος των χορών, πώς θα σεβαστείς και θα βοηθήσεις τον διπλανό σου χορευτή, τον αρχάριο, τον ‘μικρότερων –για κάποιους λόγους- δυνατοτήτων’, πώς θα του δώσεις θάρρος, πως θα τον αφήσεις να χορέψει κι αυτός μπροστά, ν’ απελευθερωθεί, να μπορέσει ‘να βγάλει το εσώψυχό του’, να τα καταφέρει να χαλαρώσει, σιγά-σιγά να βελτιωθεί, να χαρεί…(;) να βρει τα δικά του, τις σκέψεις και τα συναισθήματα. Πώς θα τον κάνεις ‘μια παρέα’; Ο αληθινός χορός θέλει μια παρέα… είναι μια συνολική προσπάθεια έκφρασης συντονισμένη! Οι δάσκαλοι έχουν χρέος να μην αποθαρρύνουν με τον άσχημο τρόπο τους, και το ίδιο να κάνουν κι οι διπλανοί χορευτές μεταξύ τους, κι όσοι γνωρίζουν καλύτερα, κι όσοι δεν γνωρίζουν. Με καλό τρόπο και απλές διορθωσούλες όλα βελτιώνονται και ο χορός, και οι σχέσεις μας, και τα συναισθήματά μας!»

«Και δεν νοείται δάσκαλος, που δεν έχει ο ίδιος χορευτικό ήθος» συμπλήρωσε η Μιράντα «Ε, βέβαια, είναι σπουδαίο ο δάσκαλος να ενθαρρύνει, να σέβεται πρώτος τον αδύνατο, τον λιγότερο έμπειρο, να θέλει με υπομονή να του μάθει, να μην απογοητεύει, να ‘δίνει φτερά’ στο μαθητή, να τον εμπνέει ν’ αγαπήσει το χορό, ν’ αγαπήσει την ουσία του, με το μεράκι που του αξίζει. Τότε πως ο ίδιος θα γίνει σεβαστός…(;). Ο καλός δάσκαλος εμπνέει, χαίρεσαι να είσαι μαζί του, να μαθαίνεις, να επικοινωνείς… ό,τι και να διδάσκει… είναι συνταξιδιώτης σου, τον νιώθεις στο πλευρό σου! Έτσι γίνεται η παρέα, η συντροφιά, το μοίρασμα… ο ομαδικός και όχι ο ατομικός χορός, έτσι ξυπνά το συναίσθημα, η επικοινωνία ανάμεσα στους ανθρώπους!»

 « Άντε, κάνε γρήγορα… να πάμε για χορό, πιάστηκα, θέλω να κινηθώ… να ταξιδέψω... Τι χορεύουμε σήμερα; Κρητικούς χορούς… (;) Καλό κουράγιο… καλή αντοχή!»

 «Μιράντα, ξέρεις πότε ένιωσα καλύτερα τους ποντιακούς χορούς; Όταν πήγα σε γλέντι ποντιακό… Άλλο πράμα… τι να σου λέω… αποθέωση! Ξέρεις πότε θα μάθουμε καλύτερα και τα κρητικά; Όταν θα πάμε να γλεντήσουμε εκεί στη λεβεντογέννα Κρήτη με τους αυθεντικούς τους κρητικούς, όταν δούμε και βιώσουμε την έκφρασή τους, όταν αφουγκρασθούμε την ψυχή τους, όταν μοιραστούμε την παρέα τους, όταν δούμε  την αγάπη τους για την παράδοσή τους, απ΄ αυτούς που ξέρουν ν’ αγαπούν αληθινά την Κρήτη,  όταν την ταυτότητα τους γνωρίσουμε και  τους καταλάβουμε καλύτερα… τι άνθρωποι είναι! Αν έμαθα κάτι σπουδαίο για το ύφος και την ψυχή, έτσι το έμαθα, γλεντώντας με τους απλούς, καθημερινούς ανθρώπους κάθε  τόπου… βλέποντας την αγάπη τους για τον τόπο τους μέσα απ΄ το χορό… στο πανηγύρι τους,  από την αυθόρμητη έκφρασή τους εκεί… τους έμαθα!»

«Το βίωμα μας μαθαίνει… αυτό το μοίρασμα με τους αυθεντικούς, τους ντόπιους… βίωμα είναι!»

« Ό, τι μας  έμαθε από την κάθε πατρίδα το κάθε βίωμα, δεν μας μαθαίνουν χίλιοι δάσκαλοι μαζί! Συμφωνείς;»

   « Αν συμφωνώ… πάμε να γίνουμε λεβέντισσες κρητικιές τώρα (!), να χορέψουμε κρητικά, να χαρεί η ψυχή μας, να δούμε και πόσο αντέχουμε… Ο χορευτής δε λογαριάζει αντοχή… δεν λογαριάζει κούραση… Μιλάει η ψυχή του, πετάει! Όσοι έχουν τα νιάτα… δείχνουν τα νιάτα τους στο χορό, κι όσοι δεν τα ‘χουν καθόλου ή τα ‘χουν λιγότερο… πάλι τα νιάτα τους δείχνουν…(!). Τα νιάτα δεν έχουν ηλικία, έχουν ψυχή!»

«Άντε πάμε… θ’ αργήσουμε… Ωραίος καφές ο σημερινός!  Τα είπαμε όλα. Αργήσαμε… έλα… » προέτρεψε η Ρόζα, αλλά δεν σταματούσε να μιλάει ακόμα… μια γουλιά νερό και φύγαμε…»

   Το σούρουπο είχε πέσει, ήταν γλυκό κι ανάλαφρο σαν τα δυο κορίτσια… Τα πόδια της Ρόζας ανάλαφρα κι αυτά, άρχισαν κιόλας, πάνω στο βάδισμα τους να πετούν, λαχταρούσε να χορέψει, έτσι όπως μόνο εκείνη ήξερε, με ψυχή, ταξιδεύτρα κι αληθινή, μ΄ αγάπη και σεβασμό για την πατρίδα κι ό,τι στους χορούς απ’ αυτή κουβαλιέται… ταξίδια στη Ρούμελη και το Μοριά να κάνει, τη Μακεδονία να νοσταλγήσει… με τα συγκλονιστικά της χάλκινα (!), την Ανατολική Ρωμυλία τη γλυκιά χαμένη πατρίδα των προγόνων ν’ αναζητήσει… την αρχόντισσα, ρεμπέτισσα Μικρά Ασία να προσκυνήσει, τα κρητικά ν’ αγναντέψει και να θαυμάσει, να τα χορέψει… όπως οι Κρητικοί, με λεβεντιά και πάθος(!), τα ποντιακά με συγκίνηση και δυναμισμό, ελευθερία έκφρασης και  σιγουριά… με πόνο ευλογημένο, για τη χαμένη αλλά ποτέ λησμονημένη όμορφη πατρίδα, τον πλούτο όλο αυτό… να τον ακουμπήσει ήθελε, χορεύοντας, βάζοντας στα πόδια της ‘σεμνή φωτιά’, δειλά κι αργά να τα πυρπολήσει… μέσα απ΄ τα βήματα να φύγει ο νους… σ’ άλλους τόπους, σ’ άλλα χρόνια να σεργιανίσει, τις ρίζες να ξυπνήσει τις αρχαίες… αυτού του ιερού τόπου που λέγεται Ελλάδα!

20-03-2017, Ερμούπολη                                     Μαρία Π. Κρόντη