Ο πιο γλυκός ξένος…

Ο πιο γλυκός ξένος… Σύρος - Ερμούπολη - Κυκλάδες - Η 10η συνέχεια του αφηγήματος «Δ ρ ό μ ο ι…» της Μαρίας Κρόντη
Η 10η συνέχεια του αφηγήματος «Δ ρ ό μ ο ι…» της Μαρίας Κρόντη

 

Γύρισε στο ξενοδοχείο. Ήταν λυπημένη και μόνη, μόνη στο σκοτάδι. Εδώ ένιωθε τη μοναξιά της αλλιώτικη. Ωραίος ο Βόλος αλλά όχι όπως στο νησί της, εδώ χανόταν…, στο νησί της ένιωθε ασφαλής. Τι νησί… (!)το νησί της καρδιάς της. Εκεί τη λάτρευε τη μοναξιά της, είχε τους φίλους της, τους μαθητές της, αποξεχνιόταν… δεν ένιωθε έρημη, είχε απαγκιάσει η ψυχή της. Το νησί… της έλειπε ήδη...

    Η πόλη τη νύχτα… άλλη αίσθηση. Η πολυκοσμία έκανε  βουερή την ατμόσφαιρα, δεν ταξίδευε εδώ όπως στη Σύρα, στη  σιωπή, στην ηρεμία της, στην ησυχία της. Με τα φώτα αναμμένα όμως, φάνταζε  όμορφη…, στολίδι, σχεδόν φιλόξενη, και… για τις μοναχικές ψυχές, σαν τη δική της.

   Αποκοιμήθηκε καθώς έφευγε η ένταση, χαλαρώνοντας μ’ ένα βιβλίο, διάβαζε Παπαδιαμάντη- ένας απ’ τους αγαπημένους της,«δάσκαλο» τον έλεγε, όπως κι άλλους αγαπημένους της… πως τη συντρόφευε, πόσα της μάθαινε…  για τη γραφή… για την τέχνη της… για τη ζωή… την ψυχή… την ίδια την ψυχή του ανθρώπου ζωγράφιζε στο χαρτί… - από δω κοντά ήταν, απ΄ τη Σκιάθο, σκέφτηκε. Κάθε τόσο διάβαζε κι ένα βιβλίο του, ήταν άλλο… , υπέροχο, τρυφερό, το «χαρμάνι» του Παπαδιαμάντη...ατόφιο χρυσάφι (!).

   Είδε στ’ όνειρό της τον Κωστή, την κοιτούσε σοβαρός, αμίλητος, την περίμενε σκεπτικός. Το ίδιο πάντα βλέμμα…, το σιωπηλό… δυνατό, καθαρό, βλέμμα, αυτό που «μιλάει»… που λέει τόσα… σαν να μιλάει, σαν να κουβεντιάζει, σαν να θέλει να πει… κι άλλα, κι άλλα… χωρίς τελικά, να λέει τίποτα, τώρα πιο σκεπτικό. Ξύπνησε όλη αγωνία, αναμονή - όνειρο ήταν(!). Έριξε μια ματιά έξω. Η παραλία φωτιζόταν γλυκά, κι ήταν τώρα, πιο ήσυχα. Σαν να της μιλούσαν όλα γύρω, ένιωθε σαν να της έλεγαν: «Αύριο θα τον δεις… λίγο ακόμη έμεινε να περιμένεις… Αύριο!». Αυτή η αναμονή… κι οι ώρες που δεν περνούσαν, τα μάγευαν όλα, η αγωνία της συνάντησης που αν δεν την αποφάσιζε η ίδια, δε θα γινόταν ίσως ποτέ, μα… τώρα… θα τον έβλεπε... Μόνο αυτό ήθελε, τίποτα άλλο, να τον έβλεπε…- σκεφτόταν- δεν επιθυμούσε, δεν περίμενε τίποτα πια από τη ζωή, από εκείνον, ας μην είχε κάνει οικογένεια, ας ήταν ίσως αργά, ήθελε μόνο να ζήσει, να ζήσει... Μόνο να τον έβλεπε… «μόνο αυτό Θεέ μου…», αναρωτήθηκε, κι ας μη χωρούσε στη ζωή του.

   Το πρωινό φως του ήλιου την ξύπνησε. Ετοιμάστηκε αμέσως και βγήκε, της άρεσαν οι πρωινές βόλτες όταν βρισκόταν σε τόπο που δεν γνώριζε καλά. Της άρεσε να «ψάχνει» τους τόπους, να γνωρίζει τους καθημερινούς, τους απλούς ανθρώπους, να βλέπει από κοντά τη ζωή τους, τις συνήθειές τους.

 «Βρίσκομαι στην παραλία…» - εκεί θα τον συναντούσε- έτρεμε η φωνή της στο τηλέφωνο, προσπάθησε να μη φανεί αυτό. Πώς θα το άντεχε, πόση χαρά πετάριζε μέσα της, πόση λαχτάρα… σαν εκείνη, την ίδια, παλιά, απαράλλαχτη λαχτάρα της νιότης, της χαμένης νιότης, της χαμένης πρώτης αγάπης... Τώρα στα σαράντα πέντε, ένιωθε ακριβώς όπως τότε… είχε την ίδια χαρά. «Είμαι εδώ στο Βόλο! Είσαι καλά; Πότε μπορώ να σε δω;» «Καλώς ήρθες Σοφία…» «Θα σε περιμένω στις δώδεκα στον Αγ. Κων/νο, στην παραλία.» «Εντάξει, θα είμαι εκεί στις δώδεκα.» Δεν μπορούσε να το πιστέψει. Θα τον συναντούσε, θα τον έβλεπε για περισσότερη ώρα από μερικές στιγμές… εκείνες τις παλιές στιγμές, όταν τον «παρακολουθούσε», όταν δεν τον έχανε από τα μάτια της… έφηβος τότε… Αυτό δεν μπορούσε παρά να ήταν όνειρο, θα το ζούσε σε μερικές ώρες… «Όνειρο σαν όλα τ’ άλλα (;), όχι, όνειρο που πραγματοποιείται... », μονολόγησε. Ευτυχώς ήταν αρκετά ξεκούραστη, είχε προβλέψει να τον συναντήσει την επόμενη από τη μέρα που θα έφτανε, δεν άντεχε να περιμένει, απολάμβανε όμως, το μαρτύριο αυτής της αναμονής... Δεν αγωνιούσε για τον αν θα φαινόταν νέα κι όμορφη, είχε  περισσότερη αυτοπεποίθηση πια, ήταν μια ώριμη και έξυπνη γυναίκα, ένιωθε νέα, δυνατή. Αυτό ήταν, και αυτό θα φαινόταν. Δεν είχε κανενός είδους ανασφάλειες, ήταν σίγουρη για τον εαυτό της, έλαμπε από σιγουριά και λαχτάρα. Ούτε η προηγούμενη «απόρριψη» τη φόρτωνε πια με φόβους, ήξερε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε, το ‘νιωθε… δεν ήταν απόρριψη(!).

   Το ρολόι του Αγ. Κων/νου χτύπησε δώδεκα φορές. Εκείνος ήταν ήδη εκεί και την περίμενε. Τον έβλεπε μπροστά στα μάτια της… – ήρεμος, γοητευτικός, με λίγα γκρίζα μαλλιά… ίσως λίγο κουρασμένος, λίγο απογοητευμένος, λυπημένος… (!), ταυτόχρονα ξαφνιασμένος, μ’ εκείνο το βλέμμα που τη διέλυε, τη συνέτριβε, τη μεθούσε… Χαμόγελο σιγουριάς πάντα… , μαύρα υπέροχα μαλλιά, μαύρα μεγάλα μάτια. Ο Κωστής των ονείρων της, ο Κωστής που δεν ξέχασε ποτέ! Δεν άλλαξε πολύ, σχεδόν καθόλου ή μάλλον είχε αλλάξει, αλλά εκείνη τον έβλεπε όμορφο, σκεφτόταν. Είχαν μείνει παιδιά (;), έτσι ένιωθε. Εκείνος; Δεν ήξερε για ‘κεινον… πως ένιωθε, τι σκεφτόταν, ποια ήταν η ζωή του όλα αυτά τα χρόνια. Φαινόταν σαν να ‘χει λίγο παραιτηθεί… σαν κάτι να τον βασάνιζε ή μάλλον όχι, δεν φαινόταν ακριβώς… η Σοφία το έβλεπε… κάτι βαθιά μέσα στο βλέμμα του…, το ένιωθε… , πως κάτι του συνέβαινε. Κοιτάχτηκαν… , αγκαλιάστηκαν… , πρώτη της φορά τον αγκάλιαζε, ανακάλυπτε την αγκαλιά αυτή, που δεν είχε τολμήσει να φανταστεί ποτέ. Δεν μπορεί να ήταν αλήθεια… Δεν μπορεί… άλλο ένα όνειρό της θα ‘ταν… σαν κι εκείνα που, χρόνια πολλά, έβλεπε… τα χρόνια των σπουδών της ιδίως, αλλά κι αργότερα τα χρόνια της μοναξιάς της, όταν, ως καθηγήτρια εργαζόταν. Της χαμογελούσε τότε στον ύπνο της, της χάιδευε τα μαλλιά, της φερόταν τρυφερά, της κρατούσε το χέρι, εμφανιζόταν πάντα, απρόσκλητος, ακόμα κι όταν η Σοφία τον είχε ξεχάσει εντελώς, και δεν τον σκεφτόταν πια στην καθημερινότητά της. Απρόσκλητος, τακτικός επισκέπτης… στα όνειρά της, ερχόταν για χρόνια…, πιστός σ’ ένα παράξενο ραντεβού, στα όνειρά της… (!). Τι περίεργο… το υποσυνείδητο…  δεν σταμάτησε ποτέ να τον επαναφέρει (!), η ανικανοποίητη επιθυμία της «χόρευε στα όνειρά της…», συντηρούνταν με μανιώδη επιμονή, η αλύτρωτη η ψυχή, έψαχνε τη χαρά της! Και τώρα ήταν μπροστά σ’ αυτή τη χαρά! Σίγουρα θα ονειρευόταν…Σε λίγο θα ξυπνούσε μ’ εκείνη την υπέροχη αίσθηση ευτυχίας που έχουμε όταν βλέπουμε ένα πολύ ευχάριστο όνειρο, που δε θα θέλαμε ποτέ να τελειώσει… - να κρατούσε αν ήταν δυνατό κι άλλο… παρακαλάμε τη στιγμή που διαπιστώνουμε ότι ήταν μόνο ένα όνειρο και  συνεχίζουμε να κρατάμε τα μάτια κλειστά, για να μείνει… εκείνη η αίσθηση… η γλυκιά!

   Του χαμογέλασε, αλλά ταυτόχρονα τα ‘χασε… «Είσαι καλά;» του είπε, « Ναι Σοφία, κι εσύ μια χαρά φαίνεσαι… δεν άλλαξες καθόλου…» Πόσο λίγο την ήξερε… πόσο λίγο τον ήξερε κι εκείνη… Ήταν σαν… να συναντούσε έναν ξένο. Τον πιο γλυκό ξένο της ζωής της (!). Ήταν ερωτευμένη ακόμα… κράτησε χρόνια εκείνος ο παιδιάστικος έρωτας, κρατούσε ακόμη; Ναι. Τίποτα δεν τον είχε σκοτώσει, τίποτα δεν τον είχε σβήσει, ούτε ο χρόνος, ούτε η ζωή, ούτε ο καινούργιος της εαυτός, γιατί φυσικά δεν είχε μείνει η ίδια, είχε ωριμάσει, είχε μεγαλώσει, ακολουθώντας τους δικούς της δρόμους, τους δρόμους της καρδιάς της, όχι μόνη… όχι χαμένη. Και δεν ήξερε τίποτα για ΄κεινον, για τη ζωή του, εκτός, από το επάγγελμά του. Δεν ήξερε αν ήταν παντρεμένος, αν είχε παιδιά- δεν είδε να φοράει βέρα…- χτυπούσε η καρδιά της δυνατά αδιάκοπα, ξανά και ξανά, όπως τότε... Προσπάθησε να ηρεμίσει. Σταμάτησε για λίγο να σκέφτεται και τον κοίτάξε μέσα στα μάτια…  βαθιά μέσα στα μάτια, να τον χορτάσει… να μη τον βγάλει ποτέ από τη σκέψη της, απ τη ζωή της. «Ήμασταν παιδιά… δεν σου κρατώ κακία για τότε… το γράμμα εκείνο… που μου έστειλες… θυμάσαι…(;)».

 

“Δ ρ ό μ ο ι…” , αφήγημα, δέκατη συνέχεια.         

29-12-2016 Ερμούπολη,                                   Μαρία Π. Κρόντη