Στο μεγάλο δρόμο… που δεν έχει γυρισμό!

Στο μεγάλο δρόμο… που δεν έχει γυρισμό!  - Σύρος - Ερμούπολη - Η 15η συνέχεια του αφηγήματος «Δρόμοι…»  της Μαρίας Κρόντη

Η 15η συνέχεια του αφηγήματος «Δρόμοι…»  της Μαρίας Κρόντη

 

Ένα χαμόγελο σχηματίστηκε, κι έμεινε εκεί, στη ματιά της… Δεν ήξερε πως μπορούσε να χωρέσει τόση ευτυχία η καρδιά της. Η ζεστή αγκαλιά του, η ζεστή καρδιά του, ολοκλήρωσε την ύπαρξή της. Απέραντη γαλήνη δοσμένη απλόχερα, σαν ένα μικρό θαύμα, ομόρφαινε, συντρόφευε τη σκέψη, τις αισθήσεις…

  Ένας όμορφος περίπατος μαζί μ’ εκείνον, στην παραλία του Βόλου… ένα φιλί… δίπλα στη γαληνεμένη θάλασσα, ίδια με τη γαληνεμένη ζωή της, το φιλί του… αποχαιρετισμού- προσωρινού πίστευε- θα ακολουθούσε. Δεν μιλούσαν… δεν έλεγαν τίποτα, την κοιτούσε μόνο… τα είχαν πει όλα(;), όχι, είχαν χρόνο να πουν κι άλλα… δεν χρειάζονταν λόγια… δεν ήθελαν να φτωχαίνουν εκείνες οι στιγμές… μόνο με φιλιά να μιλήσουν ήθελαν, με μάτια… τρυφερά… μέσα από μυστικές διαδρομές του μυαλού, μέσα από κύματα ψυχής που ανέμιζε… χαιρόταν… ο ένας κρατούσε στα χέρια του το κλειδί της καρδιάς του άλλου, ήξερε να την ανοίξει… κάθε λεπτό, να την ταξιδέψει, δική του για πάντα να την κρατήσει...

   Θα τον περίμενε όποτε κι αν ερχόταν… ήξερε πως θα ‘ρθει… ο χρόνος ο δικός τους χρόνος… ήταν μαζί τους, ναι, θα μπορούσαν να μην είχαν βρεθεί ποτέ, όμως βρέθηκαν,  κι ό,τι γίνεται, μένει, ό,τι ποθούμε όταν εκπληρώνεται, ευωδιάζει σαν το πρώτο γιασεμί… Κι εκείνη η ματιά που ενώνει, εκείνη η ματιά που περιμένει, η ματιά που γλυκά σιωπά… τη νιώθεις κοντά σου - σαν κάτι να σε φυλάει – να έρχεται να σε συντροφεύει, όπου κι αν είναι, όσο μακριά κι αν είναι... Ο χρόνος, ο τόπος, η απόσταση, η απουσία, λυγάνε μπροστά στη δύναμή αυτής της ματιάς... γεννούν αγάπη… δυνατή.

   «Πολλές φορές, δεν είναι κοντά οι άνθρωποι, και μακριά οι καρδιές; Ή μακριά οι άνθρωποι… και… πόσο… μα πόσο κοντά οι καρδιές; Κοίτα μέσα σου… μια σπίθα λάμπει… η αγάπη, δεν λυπάται, δεν κλαίει, δεν διαμαρτύρεται, υπομένει, παρατηρεί… έτσι είναι, λέει… δεν μπορεί να είναι αλλιώς… όλα ήτανε να ‘ρθουν, όπως ήρθαν, γιατί εμείς, θέλαμε έτσι, να ‘ρθουν… ναι, εμείς, όταν θέλουμε, όλα αλλάζουν, όλα είναι διαφορετικά… είναι δικά μας βήματα… στους δρόμους… της καρδιάς!» του είπε…

   Ήταν έτοιμη… για την επιστροφή. Το φλογερό φιλί του αποχαιρετισμού θα τη συνόδευε σ’ όλο το ταξίδι… - σ’ όλη τη ζωή της…- η κάθε στιγμή… γεμάτη από ‘κεινον… θα ήταν.

   Έφτασε στην Αθήνα. Συνάντησε μια φίλη που είχε καιρό να δει. Το καράβι θα έφευγε το απόγευμα. Κουβέντιασαν.

 Ο Κωστής ετοιμαζόταν για τα  μουσικά του μαθήματα, στη σχολή. Τη σκεφτόταν. Κάθε φορά που κάπνιζε ένα τσιγάρο… ξαναζούσε τις στιγμές που τον μάγεψε, τυχερός ένιωθε, δώρο αναπάντεχο της ζωής του, τη Σοφία. Το γρηγορότερο θα πήγαινε κοντά της να την ξαναδεί, κι αργότερα μόνιμα στο νησί θα ήθελε να ζήσει, σκεφτόταν… η ζωή όμως, όσο δύσκολα χαρίζει, τόσο εύκολα παίρνει πίσω… πριν σκεφτεί πάλι με φειδώ… να ξαναδώσει… Στην περίπτωση του Κωστή, θα του ‘παιρνε «βίαια» πίσω… το δώρο… (!).

   Τέλειωσε τα μαθήματα αφοσιωμένος πάντα στη διδασκαλία του μπουζουκιού, τα λάτρευε τα παιδιά του, τη μουσική, το ύφος της τέχνης του, την τεχνική που τους μάθαινε, δεν τους τη μάθαινε απλά, «έδινε τέχνη, έδινε ψυχή… πολλά χρόνια» με τρόπο, με κόπο, με αγάπη, με πίστη! Ήταν χαρούμενος και με την παραμικρή πρόοδό τους, τα ενθάρρυνε, «κρατούσε καλό τιμόνι»! Παρόλη την πληρότητα και  την χαρά που ‘νιωθε, ένας πονοκέφαλος άρχισε, ανεπαίσθητα στην αρχή, πιο δυνατά αργότερα, να τον ενοχλεί. Ένα περίεργο προαίσθημα σκοτείνιασε τη σκέψη του, μα δεν του έδωσε και τόση σημασία.

   Το βράδυ τον βρήκε λίγο χλωμό, να παίζει μπουζούκι. Αποφάσισε, πριν πάει για ύπνο, να τηλεφωνήσει στη Σοφία να δει αν έφτασε, πως ήταν το ταξίδι της…

   Η Σοφία αντίκρισε τη Σύρα με χαρά, σαν να είχε πολύ καιρό να τη δει, της είχε λείψει, κιόλας… ευτυχώς, όχι η θάλασσα, αφού στο Βόλο, μπορούσε να τη βλέπει… συνήθως όταν έλειπε καιρό, της έλειπε πολύ η θάλασσα, αν δεν την έβλεπε, λυπόταν, νοσταλγούσε. Είχε γίνει πια ζωτικό κομμάτι της ζωής της, καθημερινή, οικεία εικόνα, απαραίτητη της ήταν, η στιγμή, που θα την αντίκριζε, έστω  και για λίγο... Έτσι ζωντανή, την ένιωθε κοντά της, πώς… θέλεις πάρα πολύ να δεις έναν άνθρωπο, και δεν αντέχεις να μη τον δεις… τέτοια χαρά έπαιρνε όταν την έβλεπε, σαν να έβλεπε έναν αγαπημένο…

   Τα φώτα της Ερμούπολης, μικρά λαμπιόνια χρυσαφιά, σκεπασμένα μ’ ένα χλωμό φως, γλυκά, θαμπά, της χαμογελούσαν – θαρρείς κάποιο μυστικό της έκρυβαν... το επιβλητικό λευκογάλαζο καμπαναριό της «Κοίμησης» την προϋπαντούσε πάντα. Ήταν το πρώτο κτίσμα που ξεχώριζε, κι εκεί καρφωνόταν το βλέμμα της, στο έμπα του λιμανιού, στην είσοδο της πόλης. Το λιμάνι με τους απαλούς χρωματισμούς παρέπεμπε σε μιαν άλλη εποχή, σε έκανε να θέλεις να τα φανταστείς όλα… όπως… ήταν παλιά, με τους χωματόδρομους, τους φτωχούς εργάτες, τους αχθοφόρους, τους ταξιδιώτες, λιτό σκηνικό… ξεθωριασμένη πόλη, ρομαντική, σιωπηλή, παραμυθένια ζωγραφιά κάτω απ’ το λευκό φως του Αιγαίου, ψηφιδωτό περίτεχνο ακουμπισμένο με προσοχή και φροντίδα, δίπλα στη βαθυγάλαζη θάλασσα… σαν θησαυρός ανεκτίμητος επάνω στον γκριζόλευκο, γυμνό, βράχο… Ο αέρας χτυπούσε το πρόσωπο της λυτρωτικά, παγωμένος, υγρός, καθαρός, οικείος. Κατέβηκε. Περπάτησε ως το σπίτι της- πάντα της άρεσε να περπατά, ακόμα και μετά από ταξίδι, όσο κι αν ήταν κουρασμένη, για να μυρίσει, ν’ «ανασάνει» ξανά την αγαπημένη πόλη που είχε κιόλας νοσταλγήσει- ξεμακραίνοντας απ’ τη βουή του λιμανιού.

   Είχε ανάγκη τώρα από ξεκούραση. Η εικόνα του σπιτιού της, η μυρωδιά του, της φάνηκε τώρα πιο ζεστή, πιο δική της, της είχε λείψει. Θα τον περίμενε… Χτύπησε το τηλέφωνο, ο Κωστής θα είναι… σκέφτηκε, ναι, ο Κωστής ήταν. «Έφτασες Σοφία;» «Είμαι στο σπίτι μου… Σ’ αγαπώ Κωστή…» « Κι εγώ σ’ αγαπώ Σοφία…» « Ξεκουράσου τώρα γλυκιά μου, θα τα πούμε αύριο…».

   Δεν είχε όμως… την ίδια διάθεση κι η μοίρα… δεν θα τα «έλεγαν… αύριο…» Η ζωή αλλιώς είχε αποφασίσει… Κάθε μέρα θα «έλεγαν…» ό,τι θα έλεγαν, μ’ έναν δικό τους τρόπο… ο καθένας από ‘κει που θα βρισκόταν. Αυτές ήταν οι τελευταίες λέξεις που θα άκουγε από τα χείλη του Κωστή η Σοφία, πριν αυτά σιωπήσουν για πάντα, θα έφευγε… για… το μεγάλο ταξίδι… στο δικό τους αστέρι θα την περίμενε, παντοτινά δική του θα έμενε, καρφωμένη στα δύο υπέροχα μάτια του, που αγάπησε…

   Ξάπλωσε στο κρεβάτι σιωπηλός, μόνος, όμως μαγεμένος από ‘κεινη, γεμάτος, χαρούμενος, με ζεστή καρδιά, σχεδόν ευτυχισμένος…

   Αυτή η καρδιά, η ζεσταμένη, η τρυφερή, η άλλοτε μόνη θ’ αποφάσιζε να σταματήσει, χωρίς να ρωτήσει κανέναν… χωρίς να την ρωτήσει κανείς... Ένιωσε μια δυσφορία, ανησύχησε, σοβάρεψε το πρόσωπό του, σαν μια κρυφή διαίσθηση να φανερωνόταν ξαφνικά μπροστά του. Άναψε ένα τσιγάρο που δεν πρόλαβε να το καπνίσει όλο, ένας δυνατός πόνος τον χτύπησε στην πλάτη, δοκίμασε να σηκωθεί, έμεινε ακίνητος για μερικά δευτερόλεπτα με κομμένη την ανάσα, ίσα που πρόλαβε να σβήσει «το τελευταίο τσιγάρο…» ίσως… το φονιά του. Είχε προηγουμένως τηλεφωνήσει στην αδερφή του, τη Μίρκα. Η Μίρκα έτρεξε, κατάλαβε, ότι κάτι σοβαρό συνέβαινε, γιατί, ίσα-ίσα της είπε…  «…αν μπορείς έλα γρήγορα... »

   Έτρεξε, άνοιξε με το κλειδί που φύλαγε πάντα. Τον βρήκε καθισμένο, ήσυχο, με τα μάτια κλειστά, αγκαλιά με το μπουζούκι… μ’ ένα αχνό χαμόγελο σχηματισμένο στο πρόσωπό του, ήταν ακόμη ζεστός…

   Η ζεσταμένη καρδιά σταμάτησε να χτυπά… Ο Κωστής έφυγε… Η Μίρκα τον αφουγκράστηκε, ήταν πια αργά, ωστόσο, κάλεσε ασθενοφόρο σαν τελευταία ελπίδα της. Προσπάθησε να είναι ψύχραιμη, μα δεν το μπορούσε, απίστευτο της φαινόταν. Έξω είχε αρχίσει να βρέχει, έφτασε το ασθενοφόρο, δεν κατάφερε κανείς να τον επαναφέρει. Η βροχή εξακολουθούσε να πέφτει δυνατή. Τόσο δυνατή θα ‘πρεπε να είναι κι εκείνη... η Σοφία…  Πώς θα της το ’λεγε… Τα μάτια της δάκρυσαν, βουβά δάκρυα κυλούσαν… «γιατί…» ψιθύρισε, «ήταν μόνο σαράντα πέντε… κι ήταν χαρούμενος…δεν άντεξε τη χαρά του(;)… »

   Η Σοφία κοιμόταν βαθιά, ανυποψίαστη για ό,τι του συνέβαινε. Πολύ πρωί χτύπησε το τηλέφωνο… ήταν ένα αλλιώτικο χτύπημα… Ταράχτηκε, διαισθάνθηκε στιγμιαία… δεν περίμενε κανένα τηλεφώνημα, τόσο πρωί… θα έπαθε κάτι ο πατέρας της… «Σοφία… είμαι η Μίρκα, ο Κωστής…» Η Σοφία κοκάλωσε, σαν έτοιμη, κατάλαβε αμέσως ότι συνέβη κάτι σοβαρό… «Πες μου Μίρκα, τι συμβαίνει;» « Η καρδιά του… χωρίς λόγο… έτσι καθώς καθόταν ήσυχος… ανακοπή… έφυγε Σοφία, κουράγιο… έφυγε ευτυχισμένος… έφυγε νέος… θέλω να ‘ρθεις… ήταν τόσο καλά, σ’ αγαπούσε… » Η καρδιά της Σοφίας σπαρτάρισε, πόνεσε… λύγισε… κρατήθηκε, μάζεψε όλη της τη δύναμη… «γιατί;… τώρα που τον βρήκα;… τώρα που ήταν χαρούμενος;… θα… πάρω αεροπλάνο… »

 Έκλεισε το τηλέφωνο, κοίταξε για λίγο έξω απ’ το παράθυρο, ο ουρανός ήταν γκρίζος, η θάλασσα γαλήνια… νοερά τον έσφιξε στην αγκαλιά της… ταξίδεψαν τα μάτια της λίγο στον ορίζοντα… συνάντησαν τα δικά του, χαμογελαστός την κοίταξε… «γιατί… μόλις σε βρήκα, γιατί μου έφυγες;» Κάτι μέσα της, της έδινε δύναμη… την είχε καταλάβει τη ζωή… ό,τι ήθελε έκανε, άνω-κάτω μπορούσε να τα κάνει όλα… την ήξερε καλά... Παρόλα αυτά δεν την φοβόταν. Έσφιξε τα δόντια, ήταν δυνατή μέσα της, και ψύχραιμη, γεμάτη από στιγμές και όνειρα, ταξίδια και βλέμματα, χαμόγελα, ζεστή καρδιά… ένιωθε ότι την είχε νικήσει! Η ζωή, όπως της τον έφερε, έτσι της τον πήρε, απρόσμενα, απροσδόκητα, αναπάντεχα, σαν τη χαρά της, ο πόνος τώρα, ξεχείλιζε, πικρός, αδιάφορος, κυρίαρχος ενός περίεργου παιχνιδιού συμπαίκτης, άδικου κι άνισου… μα η Σοφία ήταν μαθημένη στον πόνο, μαθημένη στα λίγα, μαθημένη στα καθόλου… μπορούσε να τον βαστάξει… Ο θάνατος στυγνός, ανελέητος ήρθε να σκιάσει την αγάπη… Δεν θα τα κατάφερνε…

   Κλαίγοντας ετοίμασε τα πράγματά της που δεν είχε προλάβει να βγάλει απ’ το σακίδιό της. Ο ορίζοντας θολός και γκρίζος, σαν τη γκρίζα μέρα που χάθηκε ο Κωστής… «Καλό ταξίδι Κωστή… στο μεγάλο δρόμο… » ο ουρανός δάκρυζε όπως δάκρυζαν τα μάτια της, «Κωστή μου, αστέρι μου…»  Όσο δυνατή κι αν ήταν, έτρεμε απ’ το κρύο και τον ψυχικό πόνο, τούτες τις στιγμές… ξάφνιασμα σκληρό της μοίρας, λαβωματιά βαθιά… θόλωναν κάθε λίγο τα μάτια της, ο χωρισμός αυτός ήταν βίαιος, αποκαρδιωτικός, είχε μέσα του μια  τεράστια, απάνθρωπη, τραγική, ειρωνεία...

Συνέχισε να ψιθυρίζει :

« … γιατί…» ξανά και ξανά. Δεν μπορούσε να το πιστέψει… αυτή που είχε τόση εμπιστοσύνη στη ζωή, να την προδώσει  έτσι… αυτή που δεν τη φοβόταν… και να… τώρα στα δύσκολα, θα φαινόταν πόσο δυνατή ήταν… αν την φοβόταν ή όχι, αναρωτήθηκε…

   Το  ταξίδι της στο Βόλο επαναλαμβανόταν για δεύτερη φορά - με αεροπλάνο- πριν προλάβει να φτάσει καλά-καλά στη Σύρα. Ειδοποίησε το σχολείο για την απουσία της, το επείγον της κατάστασης.

   Εκεί ψηλά έβλεπε τα σύννεφα πολύ κοντά της, τεράστια, κυρίαρχα και γκρίζα… μηδαμινή αισθανόταν την ύπαρξή της, ασήμαντη χωρίς εκείνον… κι ο κόσμος… πόσο μικρός και ψεύτικος φαινόταν από ’κει πάνω… «ψεύτης ντουνιάς…» σκεφτόταν, « τι είμαστε; οι στιγμές μας είμαστε… ό,τι προλάβαμε να ζήσουμε… τίποτα δεν είμαστε… κι είμαστε τα πάντα… τα πάντα ήταν ο Κωστής για ‘κεινη… (!). Ό,τι πιο όμορφο είχε, μετά τον πατέρα της που λάτρευε… πόσο άδικη γινόταν η ζωή… ό,τι προλάβαμε είμαστε, Κωστή, ό,τι ζήσαμε… δεν ήταν λίγο… γιατί ήταν αληθινό!» Καθόταν άφωνη, σιωπηλή, βουβή, βυθισμένη σ’ έναν αψηλάφητο, δυσδιάκριτο πόνο, γιατί ακόμα δεν είχε ποτίσει το είναι της… όμοιό του δεν είχε ξανανιώσει κι η συνέχεια της ζωής, θα είχε τις σκληρές πλευρές αυτού του «αστείου» στην αρχή απίστευτου, μαύρου πόνου. Τι της έφταιξε της ζωής της και της πήγαινε έτσι κόντρα…

   Έτρεχαν βρύσες τα μάτια της… κατακλυσμός… έξω από το αεροδρόμιο, μόλις έφτασε... κλαίγανε μαζί με τη βροχή… είχε βαλθεί να τη συντροφέψει… Η μοναξιά της μεγάλωνε, η υγρασία άπλωνε τον πόνο μέσα της με περίτεχνα πλοκάμια, βουβό μα μεγάλο, ανέκφραστο, απροσδιόριστο, άγνωστο… πικρό… Βροχερός κι ο Βόλος, όταν κατέβηκε από το δεύτερο αεροπλάνο που πήρε από την Αθήνα για Βόλο. Μουντή ήταν η υποδοχή του, πικρή η όψη του, μυστηριακή ομίχλη τον σκέπαζε, μέσα εκεί βρισκόταν η ψυχή του Κωστή εξανεμισμένη, ταξιδεύτρα, πλάνα… για να ‘ρθει ξανά σαν σκιά να την ακολουθεί σ΄ όλη τη ζωή της - είχαν σκοτεινιάσει τα χρώματα του, που πριν λίγες μέρες γενναιόδωρα της χάρισε.

  Ζήτησε από το ταξί να την αφήσει δίπλα στην παραλία, ήθελε να δει τη θάλασσα… να μιλήσει μαζί της, τη μάνα που γαληνεύει τον πόνο, που «ακούει…», που συμπονά… να ξαναζήσει τις στιγμές τους, το βελούδινο πρώτο φιλί του, το ζεστό κράτημα των χεριών, το βαθύ βλέμμα... Ήταν γεμάτη εικόνες, συναισθήματα, αισθήσεις ξυπνημένες για πάντα, αληθινές... Η βροχή έπεφτε ρυθμικά στην ήρεμη θάλασσα… κάθε σταγόνα ενωνόταν με τα γαλήνια, διάφανα νερά της, κάθε σταγόνα χάιδευε την ψυχή της, όπως τη χάιδευαν πριν δυο μέρες τα χέρια του, ξαναζούσε τις στιγμές, ολοζώντανες, κομμάτι της ψυχής… έτσι θα «ξαναζούσε» κι εκείνον… ολοζώντανο, όμορφο, αγαπημένο. Οι σταγόνες της βροχής, δάκρυα της θάλασσας γίνονταν… απάλυναν τον πόνο, τον σιωπηλό της πόνο, σαν το βάλσαμο. Πάντα εκείνη,  η μάνα… ήξερε… μάνα της την είχε κάνει… την ήξερε… ήξερε να τη γαληνεύει, να την παρηγορεί τρυφερά, να της μιλά… μιλούσαν σαν δυο άνθρωποι, την ίδια γλώσσα, είχαν την ίδια καρδιά. Την καταλάβαινε η θάλασσα, «άκουγε» την ψυχή της, όπως η μάνα άκουγε το παιδί της. Παιδί της θάλασσας… ήταν η Σοφία, έτσι ένιωθε... είχε από καιρό παραδοθεί στη θερμή αγκαλιά της, όταν της έλειψαν οι δύο αγαπημένες της μάνες. Εκείνες τις στιγμές ολόδικιά της την ένιωθε, ολόδικιά της ήταν.

 «Η ζωή, η πραγματικότητα», σκέφτηκε, «ξεπερνάει ακόμα και τους ίδιους μας τους εφιάλτες, γίνεται πιο εφιαλτική κι απ’ τους εφιάλτες… και.. δεν απαλάσσεσαι ξυπνώντας, από την αγωνία, τη φρίκη, τον πόνο τους, αλλά τη ζεις θέλεις δεν θέλεις, όσο φρικτή κι αν είναι, όσο απίστευτη κι αν είναι, την υπομένεις… την αποδέχεσαι, με πόνο βουβό.» 

   «…Ήθελε να φύγει; ήθελε να ζήσει; ποιος δεν θέλει να ζήσει; ποιος θέλει να φύγει;». Κάποιος της είχε πει κάποτε, « ένας άνθρωπος φεύγει, όταν ζήσει και χορτάσει, ολοκληρώσει τη ζωή του, το σκοπό… γι’ αυτόν, που ήθελε να ζήσει, όταν δώσει όλα όσα έχει να δώσει…» μα… ήταν τόσο νέος… γεύτηκε τη χαρά, την ειλικρίνεια, την αγάπη… - καμιά φορά, υπάρχουν άνθρωποι που περνάει μια ζωή και δεν τη ζουν - έζησε στιγμές που άξιζαν, μια ζωή που άξιζε να τη ζήσεις… απορούσε με την ψυχραιμία της να τα σκέφτεται όλα αυτά, είχε συνηθίσει να χάνει αγαπημένους. Εκείνοι όμως, όπως λένε, ήταν «πλήρεις ημερών», ο Κωστής… ήταν νέος… είχε δικαίωμα να ζήσει…κάτι τέτοιες ώρες αμφισβητούσε βαθιά μέσα της τον Θεό, δεν είναι δυνατόν να υπάρχει και ν’ αφήνει να φεύγουν νέοι άνθρωποι… αν και πίστευε μ’ ένα δικό της τρόπο… σ’ αυτόν, κάνοντας έναν προσωπικό εσωτερικό διάλογο – αυτός ήταν ο Θεός για ‘κεινη, η εσωτερική φωνή της συνείδησής της, μιας άλλης δικαιοσύνης… ανθρώπινης, οικείας, τρυφερής όχι απόκοσμης, άπιαστης, ανεξήγητης, αόρατης, θεϊκής, απρόσωπης… όλα τ’ άλλα δεν ήταν τίποτα για ‘κεινη, τα σεβόταν, ήξερε όμως, ότι εξυπηρετούσαν άλλες σκοπιμότητες…

   Τηλεφώνησε στη Μίρκα, ήταν συντετριμμένη, «Θα έρθω κοντά σου, ξέρω πόσο πονάς, όλοι πονάμε για ‘κείνον, τον αγαπούσαμε…» της είπε.  Πήγε στο σπίτι συντετριμμένη, δεν είχε τη δύναμη να τον αντικρίσει, έτρεμε όταν τον πλησίασε και χάιδεψε το κρύο του πρόσωπο… στάλες δάκρυα έπεφταν στο πάτωμα, αυλάκωναν το πρόσωπο, έβρεχαν τα ρούχα της, τα μαλλιά της, ποτάμια θλίψης, οργής, λέξεις παρηγοριάς, λέξεις που τη μαστίγωναν σαν μαστίγια προκαλώντας πόνο- χρυσές σταγόνες αγάπης…

   Οι μαθητές του, το μπουζούκι, η γκρίζα, συννεφιασμένη Κυριακή, θα τον αποχαιρετούσαν... για ‘κεινη δεν είχε φύγει ο Κωστής, δεν θα έφευγε ποτέ, δίπλα της θα τον ένιωθε πάντοτε, θα τον κρατούσε φυλαχτό μέσα στην καρδιά της… η καρδιά της θα χτυπούσε, και για ‘κεινον… θα ένιωθε την ανάσα του πάντα κοντά της, θα άκουγε καθαρά τη φωνή του, θα έβλεπε βαθιά μέσα… όπως έβλεπε τότε από παιδί… βαθιά μέσα… στο αγαπημένο βλέμμα, δεν θα έφευγε ποτέ ο Κωστής, πιο έντονη θα γινόταν η παρουσία του, πιο συνειδητή και πλέρια… άλλη η αγάπη… παντοτινή αφοσίωση, όρκος!

   Τον αποχαιρέτησε… ανάσα απ΄ την ανάσα της, πνοή απ΄ την πνοή της, στο δικό του ταξίδι, προσωρινά δεν θα τον ακολουθούσε, θα συνέχιζε το ταξίδι της ζωής, όπως το είχε ορίσει η μοίρα… ο θάνατος… πριν τον συναντήσει εκεί… στο μεγάλο δρόμο του… που δεν έχει γυρισμό…

   Με μια σκέψη του θα έμενε για πάντα… μ’ ένα κομμάτι δικό του που θα κουβαλούσε στα σπλάχνα της- έτσι συνηθίζει να κάνει η ζωή, κάτι να παίρνει, κάτι να δίνει… ή τίποτα να μη δίνει… και τότε εμείς ψάχνουμε να το βρούμε… Στην περίπτωση της Σοφίας, αποφάσισε να της δώσει. Το δικό του παιδί θα γεννούσε η Σοφία, καρπό της αγάπης τους, που άργησε, που ήρθε… που δεν πρόλαβε να ζήσει… να χαρεί… ούτε να μεγαλώσει τον καρπό της.     Έφυγε άλλα θα έμενε για πάντα εδώ(!) της άφησε συντροφιά αυτό το πολύτιμο παιδί, όπως όλα τα πολύτιμα παιδιά του κόσμου… στο φως του ήλιου του Αιγαίου να μεγαλώσει, δίπλα στη μάνα θάλασσα, τον ουρανό τους, τους γλάρους, το νησί, το αγαπημένο, που εκείνος δεν πρόλαβε να χαρεί μαζί της…  Η Σοφία όμως ήξερε καλά να ταξιδεύει… ήταν καλός καπετάνιος… χέρι με χέρι θα ήταν, θα την ακολουθούσε στο ταξίδι τους, εκείνη ήξερε καλά να κρατά τις στιγμές της, πυξίδα στην πορεία… μέχρι να συναντηθούν… ξανά… στο μεγάλο δρόμο… που δεν έχει γυρισμό…     

«Δρόμοι…» (δέκατη πέμπτη συνέχεια αφηγήματος)

Ερμούπολη, 13-02-2017         Μαρία Π. Κρόντη