Σ’ ένα λιβάδι… στον ουρανό…

Σ’ ένα λιβάδι… στον ουρανό…Σύρος - Ερμούπολη - Ένα διήγημα από την Μαρία Κρόντη

Ένα διήγημα από την Μαρία Κρόντη

 

   Πέρα απ’ τα όρια τ’ ουρανού σ’ ένα καταπράσινο λιβάδι έλαμπε ανοιξιάτικη μια άλλη ζωή, εκείνων που διάλεξαν να είναι κάτι, στην συνηθισμένη ζωή τους, δεν μετάνιωσαν για τις δύσκολες επιλογές τους, κουβάλησαν στα χρόνια τους, στην πλάτη τους, λίγη… αγάπη.

   Κινήθηκε σχεδόν χαρούμενος προς τη μεριά της… «ήρθες… σε περίμενα…» της είπε δειλά, «μια ζωή μαζί και δεν κατάλαβες πόσο σ’ αγαπούσα;»

« Δεν την καταλάβαινα την αγάπη, ήμουν καχύποπτη, δεν πίστευα πως υπάρχει, μόνο… όταν έμεινα μόνη… μου έλειπες πραγματικά, κατάλαβα πόσο πολύτιμος ήσουν για μένα και… πόσο σε αδίκησα, πως σου φέρθηκα, πόσο σε πλήγωσα…»

« Πόσο όμορφη ήσουν, μου είχες κλέψει την καρδιά, μου είχες πάρει το μυαλό… αχ αυτό το μυαλό, όταν το ορίζει η καρδιά, θολώνει, χάνεται, δεν βλέπει τίποτα μπροστά του.»

   Λευκές ολόδροσες μαργαρίτες ακουμπούσαν στα πόδια τους, το άρωμα τους σκορπιζόταν στον αέρα… άνοιξη…  όπως τότε, νέοι ακόμα, κάθονταν στο πράσινο βελούδινο πέπλο της γης, σφιχτά αγκαλιασμένοι, ανέμελοι. Το πρόσωπό τους έλαμπε μέσα στην φωτιά της νεότητας που ξαναγεννήθηκε, εκεί πάνω… Ένα ρυάκι έτρεχε πιο πέρα, ο ήχος τους, μουσική μελωδική στ’ αυτιά τους. Εκείνος αιώνια ερωτευμένος μαζί της, εκείνη, τώρα πια, ζεστά δοσμένη στην αγκαλιά του. Το καθαρό νερό του ρυακιού ξέπλενε πρόσωπα, χέρια και ψυχές. Σώματα εξαϋλωμένα, φωτεινά, νοερά υπαρκτά στο καλούπι το ίδιο της ζωής τους που είχαν ζήσει και στην πιο τέλεια μορφή τους, της πιο τέλειας ηλικίας τους,  της χαρούμενης, που… μάλλον είναι η νιότη! Μέσα στο σύννεφο αυτού του λιβαδιού συναντήθηκαν, αφού είχε ο καθένας τους «φύγει» από τη ζωή τους τη συνηθισμένη…

    Ο γερο- Στρατής κι η κυρα-Μάρθα είχαν πια ησυχάσει κει πάνω, ιδίως ο γέρος, τώρα πια, ήταν ευτυχισμένος, ημέρεψε η Μάρθα του, ημέρεψε επιτέλους η ψυχή της η πολυταραγμένη, η άστατη, που τάραζε τα πάντα, κατάλαβε… Μια ζωή δεν έφτασε όμως… έπρεπε να φτάσει στο τέλος, να καταλάβει… Της τα ‘λεγε πάντα, την μάλωνε, ποτέ της δεν τον άκουγε, τον είχε σκάσει το γέρο, του ‘βγαζε την ψυχή… «Τι ήξερε η Μάρθα από αγάπη;» μ΄ αυτό το παράπονο έφυγε ο γέρος, μ΄ αυτόν τον καημό…

   «Δεν είχες καταλάβει ποτέ τις σιωπές μου, ούτε τα λόγια μου, μια αγανάχτηση ήσουν πάντα, τι να σου πω βρε παιδάκι μου, πιο αναίσθητο άνθρωπο από σένα δεν ξανασυνάντησα σ’ όλη μου τη ζωή! Αμ τι νόμιζες κυρά- Μάρθα πως η ζωή είναι ‘παίξε, γέλασε’ κάνουμε ό,τι θέλουμε, λέμε ότι θέλουμε, βασανίζουμε όποιον θέλουμε;        >Όχι κυρα- Μάρθα η ζωή δεν είναι εύκολη υπόθεση… είναι για τους ικανούς, τις «ψυχές»… όχι για τους άχρηστους, τους αναίσθητους, γι΄ αυτούς  που νιώθουν είναι… στα ‘λεγα πάντα, αλλά εσύ που ν’ ακούσεις κυρα- Μάρθα, ξερό κεφάλι και μεγάλη συμφεροντολόγα και πολυλογού και πονηρή και ψεύτρα κι ανακατώστρα… (!). Τώρα δεν έχεις τι να πεις… ας μην ήμουν εγώ να μεσολαβήσω και τώρα θα ήσουν στ’ άλλο το χωράφι το άγονο, το γυμνό, το κρύο… στο σύννεφο το μαύρο, το απέναντι… με τις σαύρες και το φίδια, τα ερπετά και τους δαιμόνους… εγώ σ’ έσωσα και… το μετάνιωμά σου, επιτέλους, μια φορά το παραδέχτηκες!

   >Μια ζωή μου ‘ψησες το ψάρι στα χείλη κυρά- Μάρθα, όχι νόμισες ότι θα στην χαρίσω… όχι, νόμισες πως δεν θα στα πω ένα χεράκι… Θα τ΄ ακούσεις τώρα, θες δεν θες, θα στα πω… να ξαλαφρώσω… θα τα βγάλω από μέσα μου να ξεθυμάνω, να σ΄ «εκδικηθώ», τώρα που ημέρεψες θα καταλάβεις, πόσες φορές με πρόσβαλες, με υποτίμησες, πόσες φορές με αγνόησες, με μίσησες, με εξευτέλισες… γιατί κυρα- Μάρθα τι σου έκανα; Επειδή σ’ αγαπούσα; Γι΄ αυτό; Αυτό το έγκλημα έκανα στη ζωή μου, που σ΄ αγάπησα κυρά-Μάρθα και… δεν σου άξιζε!

 > Αλλά την αγάπη τη δίνουμε εκεί που δεν αξίζει… Όπου αξίζει δεν θέλουμε ή μάλλον δεν χρειάζεται ν’ αγαπούμε; Γιατί αυτοί που το αξίζουν να μην αγαπιούνται… (;) δεν το έχουν ανάγκη θα μου πεις… καλά- καλά, λέγε εσύ, ποιος σε ακούει εσένα… καθόμουνα μια ζωή και σ’ άκουγα και σου ‘δινα σημασία και πληγωνόμουν, αντί να σηκωθώ να φύγω μακριά σου, να ησυχάσω ή να σε διώξω τέλος πάντων, κάτι να κάνω… Δεν έκανα όμως τίποτα. Σε αγαπούσα, τυφλά υποταγμένος στην τρέλα σου, την αδιαφορία σου, την ξεδιαντροπιά σου, και την ανάγκη σου «να δείχνεσαι» και να «περνιέσαι για σπουδαία»… δεν ήσουν όμως κυρά- Μάρθα, και το πλήρωσες ακριβά.

   >Σ’ έβλεπα εγώ από ‘κει πάνω… έφυγα πρώτος βλέπεις… τυχερός… (!), ησύχασα… γλίτωσα τα χειρότερα- καλά που ‘κανα- ησύχασα  κυρά-Μάρθα…»

   Τον κοιτούσε μες τα μάτια… εξουθενωμένη απ’ το ταξίδι, κουρασμένη από τα χρόνια, τη δουλειά και… τα τελευταία «βασανιστήρια» που βάραιναν στην πλάτη της. Παρόλα αυτά η κυρά- Μάρθα, γελούσε, ευχαριστημένη που πλήρωσε ακριβά και… που τον βρήκε πια… Δεν μπορούσε χωρίς αυτόν! Πήγε κοντά του, κράτησε τα δυο σκαμμένα από τις ρυτίδες και τα χρόνια, δυνατά χέρια του.

   «Πριν φύγω δεν ήθελα καν να μου κρατάς το χέρι στη δύσκολη ώρα, τη στερνή… ήθελα να ‘μαι μόνος και δυνατός, δεν σε είχα ανάγκη τότε… σε είχα ανάγκη όταν ήθελα να ζήσω, να δώσεις νόημα στη ζωή μου, κι εσύ δεν το ‘δινες. Ποτέ δεν μου το ‘δωσες κυρά- Μάρθα, δεν μου έδωσες ποτέ τίποτα, ούτε ύστερα από εκείνη την ανίατη ασθένεια που προκάλεσα μόνος μου στον εαυτό μου, για να φύγω… δεν σε άντεχα πια, έκανα κακό στον εαυτό μου, δεν είχα άλλο τρόπο να φύγω… αποφάσισα να σε αφήσω πια, αφού αλλιώς δεν μπορούσα να σε αφήσω, αποφάσισα να φύγω, για να ησυχάσω!

   >Καιρός να πούμε τις αλήθειες μας, τώρα ιδίως που μπορείς να τις ακούσεις... πρώτα “ούτε από το ένα έμπαιναν, ούτε από το άλλο έβγαιναν… ούτε καν…” Κυρα- Μάρθα… με παίδεψες πολύ! Γι’ αυτό σ’ αγάπησα άραγε; Κι εσύ; Μ’ αγαπούσες και με παίδευες… (;), τι να πω... Αυτό δεν είναι αγάπη, αυτό είναι μίσος μεγάλο!

   >Όποιος αγαπάει παιδεύει;» , έτσι δε λένε; Στα είχα μαζεμένα λοιπόν, αμ τι νόμιζες, θα μου τη γλίτωνες; Η αγάπη μου σ’ έσωσε από την ερημιά και τον πόνο, τη δυστυχία, την  αιώνια τιμωρία… εδώ πάνω στον ουρανό.

   >Το λιβάδι μας καταπράσινο απ΄ την αγάπη… σ’ όλη μου τη ζωή,  να, σαν εδώ, σ’ ένα τέτοιο όμορφο λιβάδι ήθελα να σε φέρω και δε μ’ άφηνες… Να τι έχανες κυρα- Μάρθα, να τι έχανες… τώρα αέρινη, άυλη ψυχή, χωρίς το υπέροχο σώμα σου που τόσο πόθησα, μόνο η ζωγραφιά του στη μνήμη έχει μείνει, το φάγανε τα σκουλήκια, το σάπισε η γη, το κατάπιε.

   > Ούτε κι εκείνο μου το ΄δωσες, ούτε στα νιάτα μας, ούτε στα γηρατειά μας. Μέχρι που μ΄ έβαλες να κοιμάμαι χώρια, επειδή ροχάλιζα, επειδή δεν με ήθελες κοντά σου, από την αναποδιά σου, την ιδιοτροπία σου, την καλοπέρασή σου... καμία θυσία για μένα, πάνω απ΄ όλα η καλοπέρασή σου! Τα καψόνια που μου ‘κανες… τα φχαριστιόσουν!  Δε μ’ αγάπησες κυρά- Μάρθα. Δεν κατάλαβες τη λαχτάρα της ψυχής μου, δεν με ένιωσες, απαρατήρητος πέρασα σ’ όλη τη ζωή. Αλλά κι όταν ήμουν νέος μελαχρινός, ομορφόπαιδο λυγερόκορμο, ούτε και τότε μ’ άφηνες να σ’ αγγίξω, ζόρικη και ψυχοβγάλτρα ήσουν από τότε… πολύ ζόρικη! Αφού τα ‘βλεπα γιατί δεν έφευγα; “Ας όψεται η αγάπη…” αυτή μ’ έφαγε!»

 Η Μάρθα δε μιλούσε, μόνο τον κοιτούσε. Τα είχε πει όλα στη ζωή της με την ατέρμονη πολυλογία της, το στόμα της πάντοτε «πήγαινε ροδάνι…» άλλο τίποτα από γκρίνια, παράπονα, κατηγόριες, σχέδια δικά της που έπρεπε “απαξάπαντος” να υλοποιηθούν και υποδείξεις… κριτικές, ψέματα “ κατά το δοκούν”… άσε τα “ κατά συνθήκη (!)”τώρα πια δεν την «έπαιρνε»… να πει, τίποτα!

   Κι ύστερα από ‘κεινους τους «εφιάλτες» της… στον ύπνο και στον ξύπνιο… διαλύθηκε, έπεσε «το κάστρο το άπαρτο» της κυρά- Μάρθας. Με απόγνωση και μοναξιά πλήρωσε την σκληρή καρδιά της…την άπονη! Κυνηγούσε δαίμονες και φίδια, ερπετά ερχόταν στο κρεβάτι  της και την έπνιγαν… ποντίκια την τρόμαζαν με το άσκημο πρόσωπο τους και τα τεράστια μουστάκια τους, τη δάγκωναν με τα σουβλερά τους δόντια... Όλα αυτά τα κυνηγούσε με μανία κι ολάνοιχτα μάτια, τα ‘βλεπε ολοζώντανα μπροστά της. Κι ήταν… ανύπαρκτα. Μόνο μέσα στο αρρωστημένο, χαμένο της μυαλό γεννιόνταν. Όταν συνερχόταν για λίγο, έβλεπε την πλάτη του καναπέ σπασμένη… την καρέκλα… το πιάτο… κι ούτε ένα τέρας δίπλα της, ούτε ένα φρικαλέο ζώο,  τότε συνειδητοποιούσε πως είχε χάσει τα λογικά της… Ερημιά και φρίκη, τρόμος, έγινε το μίσος μέσα της, την σκότωνε η άδεια, θυμωμένη της ψυχή… «Όλα εδώ πληρώνονται»… που λένε…

   Ο καημένος ο γερό- Στρατής είχε φάει τη γκρίνια της ζωής του, την αδιαφορία, την ξεροκεφαλιά, την ελαφρότητα της… στη μάπα. Η ευαίσθητή του ψυχή υπέφερε στη συνηθισμένη του ζωή. Και τώρα εξιλεωνόταν, την «βρήκε» επιτέλους τη γυναίκα του, βρήκε την ψυχή της, βαριά μετανιωμένη, βαλαντωμένη στο κλάμα- σ’ αυτό πάντοτε είχε «ειδικότητα»… ήταν αξεπέραστη! Όμως ήρεμη ήταν πια, επιτέλους συνειδητοποιημένη και ήσυχη! Πόση χαρά για το γέρο…

   Συνέχισε να της λέει: «Αααα θα στα πω όλα, θα στα ψάλω κυρά- Μάρθα να το φχαριστηθώ… τα πλήρωσες καλά τα λάθη σου, σε ρήμαξαν τα τέρατα, τα τρωκτικά κι οι φαντασίες, οι αράχνες, τα ποντίκια, οι σαύρες, τα φίδια, τα άγρια όρνια, σε τσάκισε η μοναξιά… τιμωρήθηκες όπως σου έπρεπε… »

   Η  κυρά-Μάρθα καθόταν αμίλητη και σκεπτική… «συγχώρεσέ με Στρατή, σε πίκρανα, σ’ εξευτέλισα… με τη συμπεριφορά μου. Μέχρι και πιστή δεν σου έμεινα, το είχες καταλάβει… όταν ξεπόρτιζα, και μάλιστα στα γεράματα, τότε που ακόμα πιο πολύ με χρειαζόσουν. Σ’ εξευτέλιζα, σε μείωνα με την πρώτη ευκαιρία. Δεν σε σεβάστηκα. Δεν σε υπολόγισα ποτέ μου, σε έκανα ότι ήθελα, μ΄ όποιο τρόπο ήθελα! Και… νόμισα πως δεν θα το πληρώσω; Γελούσα, σίγουρη για τη ζωή, δεν φοβόμουν κανένα, ούτε το Θεό- αυτόν τον καλόπαιρνα με κάτι προσευχούλες- μόνο το θάνατο, αυτός όμως δεν ήταν τίποτα, όλα τα άσκημα συνέβησαν, πριν έρθει αυτός, όσο ζούσα ακόμα… ανήμπορη και άδεια…»

 Ήταν χαρούμενος ο γερό- Στρατής, άστραφταν τα μάτια του, έλαμπε το πρόσωπό του. «Έπρεπε ν’ ανέβουν οι ψυχές μας στον ουρανό για να μου το πεις… αρκεί που μετάνιωσες… χωρίς να ξέρεις ότι το μετάνιωμά σου αυτό θα σε βοηθούσε να ‘ρθεις στο «λιβάδι μας», το ξεχωριστό, σ’ όλο τον ουρανό! Αλλιώς δεν υπήρχε περίπτωση… θα ήσουνα απέναντι, στο… άλλο, και τότε να σ’ έβλεπα…

   >Στο λιβάδι των καλών και ήσυχων ψυχών και… των μετανιωμένων, έχουμε την επιλογή να φέρουμε κοντά μας, με τη θέλησή μας, τους αγαπημένους μας, εκείνους που δεν ήρθε η ψυχή τους από μόνη της, αλλά μετάνιωσε, και  γι’ αυτό μπόρεσε να ξαλαφρώσει από το βάρος της για να μπορέσει να ‘ρθει. Αν δεν μετάνιωνες δεν θα ‘ρχόσουν ποτέ… Μεγάλη υπόθεση η συνείδηση κυρά- Μάρθα, αλλά, αν δεν την έχεις… που να το καταλάβεις… κι εσύ δεν την είχες ποτέ.

Ø Πώς μπόρεσες εμένα που σ’ αγαπούσα τόσο να μου φερθείς σκληρά κι αχάριστα; Κυρά- Μάρθα δεν είχες φιλότιμο, δεν είχες καρδιά! Τώρα που είμαστε μόνο ψυχές, ξαλαφρωμένες κι οι δύο- κυρίως η δικιά σου, γιατί εγώ ξαλαφρωμένος έφυγα- χωρίς τα σώματά μας, θα στα λέω κάθε μέρα ένα χεράκι, όπως μου τα ‘λεγες  κι εσύ κι ήσουνα μέρα- νύχτα μες τη «γρίνα» και την αναποδιά. Δε φχαριστήθηκα τη ζωή μαζί σου… για όλα σε παρακαλούσα, σε όλα υπέφερα μαζί σου, με πρόσβαλες παντοιοτρόπως. Τι ζωή! Μαύρη ζωή!

Ø Κι ήθελα να κρατήσω το κρουστό σου το κορμάκι, να σου φερθώ τόσο τρυφερά και δε με άφηνες… με χίλια ζόρια… τι έχασες κυρά- Μάρθα! Αυτά δεν επαναλαμβάνονται! Μια φορά μονάχα ζούμε σου λέωωωω… το κατάλαβες τώρα… άλλα, είναι αργά! Πολύ αργά κυρά- Μαρθούλα! Χα,χα,χα… άμα δεν υπάρχει φιλότιμο κυρά μου, άστα να πάνε…

 

 

   Ερμούπολη, 04-03-2017                                          Μαρία Π.Κρόντη