Το ταξίδι…

Το ταξίδι… Σύρος - Ερμούπολη - Βόλος - Η 8η συνέχεια του αφηγήματος της Μαρίας Κρόντη
Η 8η συνέχεια του αφηγήματος της Μαρίας Κρόντη

 

Το φως του φεγγαριού έλουζε μιαν αγάπη μέσα της… Την αγάπη που κάποτε θέλησε να γνωρίσει και δε γνώρισε. Ήθελε να τον δει έστω και τώρα, να του μιλήσει, να του πει…  Υπήρχε ένας κοινός γνωστός που θα μπορούσε να την πληροφορήσει που ακριβώς θα τον έβρισκε. Θα τον έβρισκε όπου κι αν ήταν… Πόσες σκέψεις, πόσες αναβολές, τι να του έλεγε τώρα… Τη λάτρευε εκείνη τη ματιά του, παρέλυε το είναι της, της έκοβε τα πόδια. Και τι δε θα ‘δινε να είχε ζήσει λίγες στιγμές μαζί του. Να τον αγγίξει - γίνεται ποτέ κανείς ν’ αγγίξει τ’ όνειρο (!) όνειρο ήταν για ‘κεινη – να βρεθεί μέσα στην αγκαλιά του, να νιώσει τη γεύση του φιλιού του, την αίσθηση εκείνη που δεν τόλμησε ποτέ της να σκεφτεί, πάντοτε όμως λαχταρούσε. Κρυφόκαιγε η φλόγα του έρωτα, χρόνια πολλά… Ήταν στη μέση αυτή η «απόρριψη»… που τα σταμάτησε όλα, πριν καλά-καλά αρχίσουν, ήταν όμως απόρριψη; Δεν το ήξερε. Θα το μάθαινε ποτέ… ήθελε να το μάθει οπωσδήποτε. Ήθελε να σβήσει τις αμφιβολίες μέσα της, είχε μάθει πια να ζει με αλήθειες, να μη τις φοβάται, είχε πονέσει τόσο να τις αποδεχτεί, να εξηγήσει πρόσωπα σημαντικά της ζωής της, τη μοίρα, τις ανατροπές της. Ήθελε να ξορκίσει το «κακό» που τη βρήκε, να πάψει να βασανίζεται. Αν του μιλούσε τουλάχιστον θα το μάθαινε. Ο έρωτας… ο γλυκός, ο ευλογημένος έρωτας των εφηβικών χρόνων, ακόμα μέσα της ζωντανός, δυνατός! Το υπέροχο ουράνιο ταξίδι του… δρόμος ανοιχτός στα πέλαγα και τις ομορφιές, κύμα γαλάζιο στο υπερπέραν, φως, λάμψη, αστραπή στη ματιά… άπιαστο όνειρο μέσα στα τρυφερά φύλλα της καρδιάς φυλαγμένο, αλώβητο,  φλόγα ζεστή και σιωπηλή, πανί λευκό που ο άνεμος το φυσά κι αυτό φεύγει… φεύγει… στ’ όνειρο πάει και ξαναγυρνά στη χαρά, δίχως ποτέ το δάκρυ να γίνεται πόνος πικρός, δίχως ποτέ ο πόνος να είναι αβάσταχτος κι αυτός ακόμα γίνεται γλυκός… Αχ να τον έβλεπε και τι δε θα ‘δινε να τον έβλεπε…

   Τα φώτα της αρχόντισσας, της Σύρας, λαμπύριζαν χρυσαφένια στολίδια ακριβά μεσ’ το σκοτάδι, φώτιζαν την ψυχή της, τα φώτα της Ερμούπολης λαμπρά, απέραντα… την ταξίδευαν εκεί κοντά του, μακριά  εκεί όπου βρισκόταν… κοντά στην αγκαλιά που ονειρεύτηκε, στην «άπιαστη» αγκαλιά του απροσπέλαστου, του άγνωστου, του χαμένου εφηβικού ονείρου... Πόσο τυχερή ένιωθε που ζούσε εκεί στο  μακρινό αλλά όχι χαμένο παιδικό της αίσθημα, που ανέπνεε το θαλασσινό αέρα αυτού του νησιού, βάλσαμο στην ψυχή, μελωδία ευτυχίας, τραγούδι ζεστό μιας παρέας, αέρας με τη φρεσκάδα της νιότης. Στο νησί αυτό…  -σαν ένα όνειρο χτισμένο στο βράχο, το θαύμα αυτής της πόλης, με ιστορία, με μεγαλείο, με πολιτισμό...- αναθάρρησε, άλλο ένα όνειρο ν’ αγγίξει θέλησε. 

   Το αποφάσισε. Θα πήγαινε να τον δει. Ο Θωμάς, ο πατέρας της, την είχε νιώσει –πάντα τη σκεφτόταν- την παρότρυνε να το κάνει. Δεν την ένοιαζε τίποτα, ας μην ήξερε πως θα ’βρισκε τη ζωή του, τον ίδιο, σε ποια πορεία θα βρισκόταν, πως θα ένιωθε, αν θα τη δεχόταν. Θα πήγαινε. Θα του τηλεφωνούσε. Θα έτρεμε η φωνή της στο τηλέφωνο, θα ήταν χαρούμενος που θα την άκουγε μετά από τόσα χρόνια… όπως και να ‘χε, εκείνη θα πετούσε από χαρά… Έτσι θετικά, σκεφτόταν. Θα πήγαινε.

   Έμαθε πως βρισκόταν στο Βόλο. Τηλεφώνησε μερικές φορές… χωρίς απάντηση. Η καρδιά της πήγαινε να σπάσει. Τολμούσε ν’ ανοίξει αυτή την πόρτα που τόσα χρόνια θεωρούσε κλειστή; Έτρεμε στη σκέψη της νέας «απόρριψης», της νέας ακύρωσης της προσπάθειάς της. Θα ξαναπροσπαθούσε τις επόμενες μέρες στο τηλέφωνο. Δεν θα παραιτούνταν τόσο γρήγορα, θα τον έβρισκε. Μετά από αρκετές προσπάθειες  τις επόμενες μέρες το τηλέφωνο απάντησε. «Είμαι η Σοφία…» «Είσαι καλά;» Χάρηκε που τη γνώρισε αμέσως. «Που βρίσκεσαι; Πόσα χρόνια έχω να σε δω; »  «Τι θα ‘λεγες να βρισκόμασταν. Σε λίγες μέρες σκέφτομαι να επισκεφτώ το Βόλο… Τώρα βρίσκομαι στη Σύρο, εδώ κατοικώ χρόνια.»  «Θα χαρώ πολύ να σε δω. Πότε ακριβώς έρχεσαι;» Η Σοφία δεν πίστευε στ’ αυτιά της. Ένιωθε ότι ονειρευόταν. Ήταν αδύνατο να φανταστεί τον εαυτό της τη στιγμή που θα τον αντίκριζε. Θα κατέρρεε, θα ήταν μια ακόμα όμορφη στιγμή της ζωής της, όπως εκείνες οι μοναδικές, που τον έβλεπε από μακριά, παιδί ακόμα…  Έχουν μείνει όλες καθαρά στο μυαλό της -η μνήμη- στιγμές ανεξίτηλες, στιγμές παράξενες…όταν ένα βλέμμα – το βλέμμα της- ακολουθούσε το βλέμμα του, χωρίς να μπορεί να κάνει αλλιώς. Άραγε θα επαναληφθούν ποτέ…

σκεφτόταν...

  Ετοιμάστηκε…Το ταξίδι ήταν καλό, καλός ο καιρός, ηλιόλουστη μέρα, «καλοσύνη»! Θα έφτανε το βράδυ, θα του τηλεφωνούσε αύριο. Μια καινούργια μέρα αύριο, ίσως με κάτι καινούργιο στη ζωή της. Κοίταζε τα δέντρα  – ήταν χαρούμενη, τα κοίταζε σαν να τα χαιρετούσε, σαν να μιλούσε μαζί τους, σαν να μην ήταν δέντρα, σαν να ήταν άνθρωποι - στην εθνική οδό. Για μια στιγμή νόμισε πως ζούσε ένα παραμύθι, τόσο όμορφη της φάνηκε η ζωή κι όλα γύρω της,  κι ότι η ζωή της μόλις τώρα άρχιζε, ότι μόλις τώρα αποκτούσε νόημα. Ο έρωτας…πόσο τα ομορφαίνει όλα ο έρωτας…ο μάγος της καρδιάς!

   Ο ήλιος παιχνίδιζε στο τζάμι…το πρόσωπό της φωτιζόταν από τη σοφία της ζωής που είχε ως τώρα αποκτήσει, δεν ήταν πια παιδί όσο κι αν είχε την καρδιά μικρού παιδιού – ουσιαστικά μόνη τόσα χρόνια - ασκώντας το επάγγελμα της καθηγήτριας, αυτό τη συντρόφευε. Ήταν φιλόλογος, αγαπητή στα παιδιά της γιατί νοιαζόταν πάντα γι΄ αυτά, να τα βοηθήσει ν’ ανοίξουν τα φτερά τους, να τους δώσει πληροφορίες για τη ζωή τους, το ξεκίνημά τους, να τα κάνει ν΄ αγαπήσουν τη μουσική, την τέχνη, το διάβασμα, να τα προβληματίσει, να μοιραστεί στιγμές μαζί τους, σαν να ήταν δικά της παιδιά, όλη η ενέργειά της είχε ξοδευτεί όλα αυτά τα χρόνια, σ΄ αυτά τα παιδιά, ήταν η παρηγοριά της, η ζωή της. Δεν την πείραζε που δεν είχε δικά της. Ίσως μια μέρα…αλλά όμως δεν την πείραζε καθόλου. Το είχε αποδεχτεί συνετά.

   Η σταθερή ταχύτητα του λεωφορείου στην ατέλειωτη ευθεία της εθνικής τη νανούριζε, όλως παραδόξως ο οδηγός ήταν ένα νέο παιδί που άκουγε ωραία μουσική και δεν “μαρτύρησε” ακούγοντας τη μουσική που συνήθως ακούνε οι οδηγοί λεωφορείων. Ταξίδευε με το μυαλό της κοντά του, φανταζόταν τις στιγμές που θα ‘ρθουν, το βλέμμα του, εκείνη τη ματιά, την καθαρή ματιά του  – πόσα χρόνια… μετά από τόσα χρόνια, πόσο τρυφερά τον είχε αγαπήσει, πόσο διακριτικά είχε αποσυρθεί χωρίς ποτέ να τον ενοχλήσει, το είχε πάρει βαριά τότε – δεν ήθελε να κοιμηθεί, ήθελε μόνο να σκέφτεται και να το ζήσει, να το ζήσει αυτό που αποφάσισε να ζήσει… έτσι ένιωθε ότι ο χρόνος δεν πήγαινε χαμένος, ότι πραγματικά υπήρχε, συντονισμένη στους παλμούς της καρδιάς της… με όλη της την ουσία… Ένα βιβλίο ο μόνιμος σύντροφός της, ο πιστός και πολύτιμός φίλος της! Είχε συνηθίσει στη μοναξιά, είχε μάθει να την απολαμβάνει, να την αποδέχεται, να μη τη φοβάται, όσο κι αν κάποιες στιγμές ήταν αληθινά σκληρή μαζί της, την έκαναν τα χρόνια, που πέρασαν έτσι, να βαρύνει πιο πολύ, δεν άφηνε όμως τον εαυτό της να σκεφτεί πολλά, ούτε και απαιτούσε τα πράγματα να ήταν διαφορετικά, ίσως καλύτερα απ’ ότι είναι, κι έτσι καλά ήταν...

Όγδοη συνέχεια του αφηγήματος «Δ ρ ό μ ο ι…»

Ερμούπολη, 09-12-2016                         Μαρία Π. Κρόντη