Το χαμόγελο της μάνας

Το χαμόγελο της μάνας - Σύρος - Ερμούπολη - Σχολιάζει η Μαρία Κρόντη
Σχολιάζει η Μαρία Κρόντη

 

Άρχισε να γράφει… : «Καλή μου μάνα, μια ζωή πέρασε χωρίς να σου πω, όλα όσα θα ήθελα… Τώρα θέλω να σου τα πω…Ίσως αυτό  να με κάνει πιο δυνατή ν’ αντέχω ακόμα…Τώρα έμαθα πια ν’ αντέχω κι όσα δεν άντεχα πριν, να καταλαβαίνω περισσότερα, να μου φτάνουν όσα έχω, χωρίς να ζητάω άλλα, να είμαι έτσι… καλά… Θα είμαι καλά. Να με «βλέπεις», να είμαι καλά. Το χαμόγελο…εκείνο, το πλατύ,  το ζεστό, χαμόγελο σου, θα με συντροφεύει σε όλη μου τη ζωή. Οι στιγμές που μου το χάριζες, αξίζουν όσο όλη η ζωή μου». Τα μάτια της είχαν βαρύνει, η ανάσα της βαθιά και ήρεμη. Ξεκουραζόταν έτσι.  Κοιτούσε τη θάλασσα κι έγραφε…ένα όνειρο όλο μπλε… έγραφε και  τη θυμόταν… μόνο ένα “όνειρο” ήταν για ‘κεινη. Ας ήταν. Κι εκείνη… της απάντησε… διάβαζε τώρα το γράμμα της…- το γράμμα που είχε γράψει η Σοφία, αντί για ‘κείνη, την ακριβή της (!) - μπροστά στη γαλάζια θάλασσα – σαν να της το χρωστούσε – καθώς ανέπνεε τον καθαρό αέρα… Κι η θάλασσα, μάνα κι αυτή, την καταλάβαινε. Ήξερε…ήθελε να της μιλήσει κι έψαχνε να βρει τρόπο. Για τη Σοφία δεν ήταν απλά ένα πένθος, δεν ήταν μια «απώλεια». Η απώλεια υπήρχε πολύ πριν έρθει. Τώρα ποια  την είχε χάσει οριστικά…εκείνη που ποτέ δεν «έζησε». Μια ζωή πέρασε…Τα είχε ανάγκη αυτά τα λόγια η Σοφία. Δεν της τα είχε πει όταν έπρεπε. Της τα είχε πει με τη σιωπή της…Τώρα ήθελε να τ’ ακούσει, ν’ ακούσει τον εαυτό της, ν’ ακούσει εκείνη, να της τα πει…να μιλήσει…Εκείνη που δεν την άφησε κανείς να μιλήσει, ούτε ο ίδιος της ο εαυτός !  

«Σοφία μου, αν μπορούσα από ‘κει που είμαι, θα σου έλεγα τόσα…αν μπορούσα να σ’ αγκαλιάσω, να «σβήσω» τα άδεια, τα σκληρά για μένα χρόνια που πέρασαν…θα σε ζέσταινα με όλη του κόσμου τη ζεστασιά…Για πάντα θα ήμουν δίπλα σου να σε κρατώ στην αγκαλιά μου, όπως δεν σε κράτησα. Να μη σε χορταίνω…όπως δε σε χόρτασα, όπως τότε που σ’ αγκάλιαζα για λίγα δευτερόλεπτα…κι ήταν όλα μαγικά…Ήσουν εσύ ! Ήμουν εγώ ! Πιο πολύ δεν μπορούσα να σε κρατήσω… Όποιες φορές  μου δινόταν η ευκαιρία –συνήθως όταν σε χαιρετούσα πριν φύγω - αυτό γινόταν πολύ γρήγορα, να προλάβω μη μου φύγεις, να προλάβω τη στιγμή, την τόσο πολύτιμη για μένα… Εσύ δεν ήξερες…εγώ «πονούσα»…. Ευχόμουν να είσαι καλά. Να μεγαλώνεις στα χέρια της… - αφού έτσι αποφασίσαμε. Ήσουν πια παιδί μιας άλλης. Άλλη φώναζες μάνα, άλλη σε χαιρόταν και σε φρόντιζε. Εγώ δεν είχα κανένα δικαίωμα πια να σε χαρώ. Κι ήσουν παιδί μου…(!). Σε χάρισα όμως Σοφία, σε χάρισα στον πιο αγαπητό μου, στο δικό μου άνθρωπο, στον αδερφό μου, στον καλό μου Θωμά. Το λάθος το είχα κάνει. Πώς το έκανα αυτό… Δεν μπορούσα να σε χαρώ πια όπως ήθελα. Ποια μάνα δεν θέλει να χαρεί το παιδί της, ποια μάνα στερεί από τον εαυτό της αυτή τη χαρά… Είχα μετανιώσει, όχι γιατί δεν του άξιζες. Αυτό με το παραπάνω. Του άξιζες. Αλλά, ήσουν παιδί μου. Σε καλά χέρια σε άφηνα, όσο αφορά εκείνον. Η «μάνα σου» όμως  ήταν μια σκληρή γυναίκα. Πάντα με ταπείνωνε κι ας της είχα κάνει το πιο μεγάλο καλό που εκείνη δεν αξιώθηκε να ‘χει δικά της παιδιά. Ήσουν καλά. Μεγάλωνες. Ήσουν χαρούμενη.  Δεν ήξερες τίποτα που θα μπορούσε να σκιάσει τη καθημερινότητά σου. Όλα τα δεχόμουν πια. Πάντα σε σκεφτόμουν. Να είσαι ευτυχισμένη ήθελα κι ας μην μπορούσα να κάνω κάτι παραπάνω. Ήμουν «εκτός παιχνιδιού», «εκτός ιστορίας», «εκτός της ζωής μου, της ίδιας…». Πάντα σ’ αγαπούσα. Ήθελα κάθε μέρα να είσαι καλά, σε παρακολουθούσα από μακριά…πολύ άδικο για μένα… για σένα… Σοφία μου».

   Πιο καθαρό και γλυκό όνειρο δεν είχε είδε ποτέ… Την κοιτούσε ώρα πολύ χαμογελαστή. Την ονειρευόταν συνέχεια. Παντού πρόβαλε η μορφή της. Η ζεστή μάνα… που δεν είχε ζήσει...Κι αυτό το πρωί ξύπνησε με τη γλυκιά αίσθηση της παρουσίας της. Ερχόταν στον ύπνο της να της χαμογελάσει, σιωπηλή…

   Η Σοφία έγραφε, έτσι… για να εξιλεωθεί, να ξεθυμάνει, να ζωντανέψει ό,τι «μέσα της έζησε…» κι όχι, στη ζωή της. Της το ‘χε πει και ψυχολόγος πώς η γραφή είναι γιατρικό. Θεραπεύει την ψυχή…

   Η μνήμη. Την καθήλωνε η μνήμη. Κρατούσε στα δύο της χέρια το μολύβι με τόσο κυρίαρχο τρόπο, ήθελε να γράφει ατέλειωτα... Ήταν τόσο έντονη η εσωτερική ανάγκη της αυτή. Τα πρόσωπα της ζωής της, ό,τι δικό της γίνονταν γράμματα χωρίς προορισμό... Γράμματα στη μάνα της που δεν ζούσε πια… Γλυκά τη θυμόταν…Τη συντρόφευαν αυτά τα γράμματα…Απάντηση λάβαινε… (;) μέσα από την ίδια της την πένα, έτσι… σαν να της τα υπαγόρευε εκείνη, σαν να της τα ‘λεγε εκείνη όλα αυτά, μ’ ένα μυστικό, εσωτερικό, παράξενο, θαρρείς… εξωπραγματικό τρόπο. Σαν να είχε περάσει μέσα της τόσο δυνατά η θέληση της μάνας να της μιλήσει…, σαν να είχε γίνει ένα με τη δική της θέληση να την «ακούσει». Σκέψη που δεν ομολογήθηκε ποτέ, που δεν ειπώθηκε ποτέ και έπρεπε να ειπωθεί, τη στροβίλιζε. «Μυστικές συναντήσεις» μέσα στη σκέψη…Τι της συνέβαινε άραγε ; Ίσως ήταν ένας τρόπος να ξεπεράσει το πένθος. Παραλογιζόταν ; Ήταν καλά ; Δεν την ένοιαζε. Τόση λαχτάρα κρυβόταν  μέσα της ν’ ακούσει κάτι από ‘κεινη. Πόσο τραγικό…μα πόσο όμορφο. Αυτό αναζητούσε…κάτι δικό της…έψαχνε να βρει κάτι δικό της…κι όλα εκείνα τα όμορφα που ακούει κανείς από τη μάνα του, όλα εκείνα τα αυτονόητα...τα καθημερινά ! Για τη Σοφία… δεν ήταν δεδομένα !  Μόνο ότι την αγαπούσε της είχε πει…και τ΄ όνομά της πρόφερε πάντα γλυκά, βάζοντας στη φωνή της όλη τη ζεστασιά που μπορούσε η ψυχή της να βάλει... Λόγια που δεν ειπώθηκαν ποτέ τα λόγια της  ζωντάνευαν…  Σ’ έναν κόσμο εσωτερικό, σαν κουβέντα με την ψυχή εκείνης, σαν κουβέντα με τον εαυτό της, τον τραυματισμένο. Βγαλμένο από μια ζωή που δεν έζησε. Με πρόσωπα που αγάπησε μ’ έναν παράδοξο τρόπο, τον τρόπο που της είχε ορίσει η μοίρα…

   Η Σοφία ζούσε βυθισμένη στον εσωτερικό της κόσμο. Εκεί όπου μιλούσαν τα βλέμματα… και οι λέξεις σώπαιναν…- τον είχε μάθει καλά αυτόν τον κόσμο σ’ όλη της τη ζωή - και να τώρα… οι λέξεις ζωντάνευαν από μόνες τους,  περιέγραφαν εκείνη τη μαγική επικοινωνία…που μόνο η μάνα και το παιδί μπορούσαν να έχουν…Ήθελε να «ζήσει» στιγμές ίδιες με εκείνες…τις στιγμές που θα ήθελε να είχε ζήσει… ήθελε να τις «πλάσει» μόνη της - γινόταν αυτό (;)-  αφού… εκείνες… δεν υπήρξαν…ή υπήρξαν λίγες…Ήθελε να  «γεννήσει» στιγμές μέσα από τις λέξεις… (!). Να «εξηγήσει» τις «σιωπές» της μάνας…τις πληγές τις δικές της, κι εκείνης, να γλυκάνει τον πόνο που ένιωσε από τότε που έμαθε…Ήθελε ν’ «ακουμπήσει» κάπου. Πιο σίγουρο, πιο ασφαλές “μέρος” δεν υπήρχε άλλο… απ’ το χαμόγελο της μάνας…

          Τη Φωτεινή την «έδεσαν» για πάντα τα δεσμά της «γραπτής συμφωνίας των ανθρώπων»…Δε μπόρεσε να της χαρίσει τίποτα άλλο περισσότερο. Άλλη θα ήταν η μάνα της. Δε  θα γνώριζε το μητρικό χάδι. Άλλο θα γνώριζε…Εκείνο που θα της έδινε μια άλλη πονεμένη ψυχή που τόσο λαχταρούσε να κρατήσει στην αγκαλιά της ένα παιδί - πώς διάλεγαν οι άνθρωποι να ζουν με τόσο πόνο, σκέφτηκε… Δεν το χρειάστηκε (;) το χάδι της μάνας της. Το έδωσε  η Στεφανία. Δεν της έλειψαν (;). Μέσα της όμως πάντα ζητούσε τη μάνα της, τη γλυκιά της μάνα ! Παιδί δεν ήξερε…καταλάβαινε όμως ότι κάτι συμβαίνει... Εκείνη η «θάλασσα»… η αγκαλιά της…όλα τα χάδια του κόσμου… Καμιά δύναμη δεν θα τη σταματούσε να φτάσει σ’ εκείνη. Η Σοφία τα καταλάβαινε όλα μα δεν μπορούσε να τα εξηγήσει…Ήξερε…ήταν πολύ ευαίσθητη, εύθραυστη…κι ας ήταν όλο γέλια και ζωηράδες. Η λαχτάρα της μάνας τη διαπερνούσε σαν ρεύμα…τα αγγίγματά της φανερώνονταν καθαρά, πηγαία…έρχονταν σ’ εκείνη σαν μηνύματα άγνωστα, ανεξιχνίαστα, απρόσιτα, όμως δυνατά. Τα θυμόταν… Ακόμα και τώρα που δεν ήταν κοντά της. Ήταν «θάλασσες»… πάντα θα τα θυμόταν τα σφιχταγκαλιάσματά της… Τότε την προβλημάτιζαν ασύνειδα. «Τι παράξενα γλυκιά γυναίκα…» σκεφτόταν. Μα κάτι συνέβαινε…δεν ήξερε όμως τι ! Όταν ερχόταν, όταν έφευγε…το βλέμμα της…Ένας κόσμος ολόκληρος χωρούσε σ’ εκείνο το βλέμμα, ένας κόσμος σιωπηλός, βουβός μα εύγλωττος, κραυγαλέος, γεμάτος αγάπη. Πάντα έτσι θα τη θυμόταν και θα την αγαπούσε η Σοφία. Ήξερε πόσο την αγαπούσε κι εκείνη, ήξερε πόσο πόνεσε... Της έφτανε να λέει πως είχε έναν άνθρωπο που την αγάπησε πολύ, τόσο, όσο εκείνη η μάνα. Κάποτε δεν το είχε καταλάβει. Την είχε μισήσει κάποιες στιγμές. Τώρα το ήξερε. Ο πόνος της την πλημμύριζε…

   Το ποτάμι πίσω δεν γύριζε πια, πίσω δεν θα γυρνούσε ποτέ ! Όμως τα μάτια της ήταν οι πιο βαθιές θάλασσες αγάπης που γνώρισε ! Τα χέρια της - η πιο δική της αγκαλιά- αχόρταγα πάντα την κρατούσαν, κι αρκούνταν πάντα στα λίγα, στα ελάχιστα. «Πόσο πόνεσες καλή μου μάνα…», μονολόγησε, «τα χέρια σου μιλούσαν τη δική μας γλώσσα. Τίποτα δε μπόρεσε να τα σταματήσει. Κανείς δε μπόρεσε να τα καταλάβει. Μονάχα εμείς οι δύο. Τους δικούς μας κώδικες κανείς δε μπόρεσε να διαβάσει, καμιά σύμβαση να  τους απαγορεύσει» (!). Η Φωτεινή της έδινε κι η Σοφία έπαιρνε, χωρίς κανείς να καταλάβει τίποτα, χωρίς κανείς να το ξέρει… Υπήρξε δίπλα της μ’ όση δύναμη ψυχής μπορεί να έχει ένας άνθρωπος  εκείνη η μάνα – το ήξερε-  με αξιοπρέπεια στάθηκε και αρχοντιά, διακριτικότητα, σεμνότητα, ηρεμία, πραότητα, γλυκύτητα. Διαισθανόταν πάντα τις δύσκολες στιγμές της και της τηλεφωνούσε. Αντίθετα, η  Στεφανία την πολέμησε πολύ τη Φωτεινή, χωρίς να το θέλει – ήταν σίγουρη γι’ αυτό η Σοφία. Η ανασφάλειά της, ο εγωισμός της τη σκότωναν κάθε μέρα. Το μίσος για τον εαυτό της  είχε γίνει μίσος για ό,τι απειλούσε αυτούς που «αγαπούσε» και εξαρτούσε την ευτυχία της. Η Φωτεινή είχε περάσει στο περιθώριο της ζωής της. Σε μιαν άκρη στεκόταν, θεατής κι έβλεπε τη Σοφία να μεγαλώνει. Την ανακούφιζε το γεγονός ότι μεγάλωνε κοντά στο Θωμά, θα την πρόσεχε…το ήξερε αυτό καλά. Ήξερε τον αδερφό της. Δεν είχε κάνει λάθος. Μα ήταν δική της, χωρίς να μπορεί να την πάρει στην αγκαλιά της…Ήταν παιδί της! Αυτό δεν θα μπορούσε να το αλλάξει κανείς και τίποτε…

 

(Τρίτη συνέχεια του αφηγήματος «Δρόμοι»), Ερμούπολη, 14-10-2016

 Μαρία Π. Κρόντη