Η Ραπτομηχανή και η κατάρα

Η Ραπτομηχανή και η κατάρα - Σύρος - Αλεξανδρούπολη - (H αληθινή ιστορία μιας προσφυγοπούλας στα 1922)… με την πένα της Ουρανίας Πανταζίδου

(H αληθινή ιστορία μιας προσφυγοπούλας στα 1922)… με την πένα της Ουρανίας Πανταζίδου

 
«Η γιαγιά μας η καλή
έχει (Singer) ραπτομηχανή
κι όλο ράβει και μπαλώνει
του παππού το παντελόνι».
 
Μετά την απελευθέρωση το Μάιο του 1920 το Δεδέαγατς μετονομάστηκε σε Αλεξανδρούπολη. Ομοίως και τα γύρω από αυτήν χωριά  Δογάν Χισάρ , Μπάτουρεν και Dikiltas μετονομάστηκαν αντίστοιχα σε Αισύμη, Πάταρα και Δίκελλα.
 
Βρισκόμαστε στο χωριό Πάταρα, λίγο μετά την ανταλλαγή. Σ΄ αυτό το καταπράσινο χωριό, 30 περίπου χιλ. βόρεια από την Αλεξανδρούπολη κατέφυγαν πρόσφυγες από περιοχές του Πόντου και της Ρωσίας μετά το 1920-1922.  Από αυτό το μικρό προσφυγοχώρι, ξεκινά η περιπλάνηση της ραπτομηχανής μας.
 
…..Ο Δημήτρης κατάκοπος έφτασε στην αυλή του σπιτιού τους. Το σώμα του είχε γύρει εμπρός από το βάρος που κουβαλούσε στην πλάτη του. Η Δέσποινα εκείνη την ώρα καθόταν κοντά στο παράθυρο και βύζαινε το μωρό τους.  Η μικρή Μαγδαληνή δεν είχε ακόμη χρονίσει.
 
Ομορφος άντρας ήταν ο Δημήτρης, λεπτός, με μαύρο μουστάκι . Ηρθε ορφανό προσφυγόπουλο από της Σάντας τα βουνά και κατέληξε σ΄ αυτήν εδώ τη γη, μαζί με τη μητέρα του. Και η Δέσποινα όμως δεν πήγαινε πίσω. Λυγερόκορμη με μακριά μαύρα μαλλιά , άλλοτε πλεγμένα σε μακριά πλεξούδα και άλλοτε πλεγμένο στεφάνι γύρω από το μέτωπό της.
 
Η οικογένεια της Δέσποινας είχε έρθει από τη Ρωσία. Εκεί εργαζόταν ο κύρης της. Είχαν τον τρόπο τους, ζούσαν καλά.  Μέχρι που η Οκτωβριανή επανάσταση άλλαξε τα πάντα στη μεγάλη εκείνη αυτοκρατορία. Η οικογένεια της Δέσποινας γνώρισε το σκληρό πρόσωπο του μπολσεβικισμού και έτσι μόλις τους δόθηκε η ευκαιρία το 1922 , μάζεψαν τα πράγματά τους και ήρθαν στην Ελλάδα.
 
Της μοίρας ήταν γραμμένο να καταλήξουν και οι δυο σ΄ αυτό το χωριό. Εδώ είδε τη Δέσποινα ο Δημήτρης και την αγάπησε. Την έκλεψε και την οδήγησε στην εκκλησιά, παρά της αντιρρήσεις του πατέρα της. Πήγε στην εκκλησία χωρίς την ευχή του. Λέγεται πως ο πατέρας της την καταράστηκε, να μην προλάβει να χαρεί το νυφικό…
 
Δεν ήταν στρωμένη με ροδοπέταλα η ζωή της Δέσποινας σε τούτον τον τόπο. Μόλις παντρεύτηκαν με το Δημήτρη μετακόμισαν σε ένα από τα άδεια πλινθόκτιστα σπίτια στην άκρη του χωριού. Νέα παιδιά ήταν και οι δυο τους, στρώθηκαν αμέσως στη δουλειά. Εχωσαν κουρέλια κάτω από τις χαραμάδες για να περιορίσουν την είσοδο των ποντικιών που τριγυρνούσαν γύρω από το σπίτι και σφάλισαν με κουρελού το ανοιχτό χωρίς παράθυρο.
 
Το πρώτο βράδυ έστρωσαν κατάχαμα και κοιμήθηκαν αγκαλιά. Το φως του φεγγαριού ζέστανε την πονεμένη ψυχή της Δέσποινας και αφέθηκε με λαχτάρα στην αγκαλιά του άνδρα της. Σίγουρα το νέο σπιτικό της Δέσποινας δεν είχε καμία σχέση με το σπίτι τους στη Ρωσία  αλλά τουλάχιστον ήταν ζωντανοί. Θα πάλευαν να επιβιώσουν και να στήσουν το δικό τους σπιτικό.
 
- Δέσποινα έλα βοήθα με να κατεβάσω τη μηχανή από την πλάτη, ακούστηκε η φωνή του Δημήτρη.
 
Εκείνη , στο κάλεσμα του άντρα της πετάχτηκε από το κρεβάτι. Το μωρό γουργούρισε παραπονιάρικα  που έχασε το βυζί της μάνας του.
Απώθησε το μωρό στην αγκαλιά της πεθεράς της και βιάστηκε να  τρέξει για να βοηθήσει τον άνδρα της .
 
- Τι είναι αυτό που κουβάλησες , πως το φορτώθηκες; Πως ήρθες έως εδώ;
 
- Σώπασε γυναίκα , μη ρωτάς πως ήρθα ως εδώ. Βοήθα με να κατεβάσω τη μηχανή από την πλάτη. Δεν μπορώ να κάνω ένα δώρο στη γυναίκα μου;
 
Η Δέσποινα δεν πίστευε με όσα της έλεγε ο Δημήτρης. Ο άνδρας της αγόρασε την ραπτομηχανή από την Αλεξανδρούπολη. Από την πόλη έως το διπλανό , από το χωριό τους κεφαλοχώρι  (Αισύμη ) την έφερε με κάποια άμαξα. Από εκεί την φορτώθηκε στην πλάτη και περπατώντας ανάμεσα στα χωράφια έφτασε έως το χωριό τους.
 
Η ραπτομηχανή στεκόταν τώρα μπροστά στη Δέσποινα. Αρχισε να την περιεργάζεται.  Απλωσε τα χέρια και άγγιξε το τραπεζάκι επάνω στο οποίο ήταν στερεωμένη η μηχανή. Τράβηξε το μικρό συρταράκι που βρισκόταν από κάτω και αντίκρισε  μέσα διάφορα μασούρια με κλωστές , βελόνες και μια ασημένια δαχτυλήθρα. Κάτω από το τραπέζι , δίπλα στη  μεγάλη ρόδα  υπήρχε μια ταμπέλα χαραγμένη με  σιδερένια γράμματα.
 
- Το όνομά της είναι  Σίνγκερ, της είπε ο Δημήτρης. Για σένα πουλόπομ , να ράβεις κανένα φουστάνι και ότι άλλο τραβάει η ψυχή σου.
 
Η Δέσποινα  αγκάλιασε με λαχτάρα τον άνδρα της για να τον ευχαριστήσει , μα σαν είδε την πεθερά της που πλησίαζε με το μωρό στην αγκαλιά , αποτραβήχτηκε αμέσως από την αγκαλιά του με κατακόκκινο το πρόσωπο.  
 
Η ραπτομηχανή-έπιπλο κατείχε περίοπτη θέση στο σπίτι της Δέσποινας  και του Δημήτρη. Όμως το νιόπαντρο ζευγάρι δεν ευτύχησε να ζήσει για πολύ μαζί. Δεν είχαν καλά - καλά παντρεμένοι ούτε τρία χρόνια όταν ο Δημήτρης αρρώστησε βαριά και πέθανε.
 
Η Δέσποινα όταν πέθανε ο άνδρας της έμπαινε στο δεύτερο μήνα της εγκυμοσύνης της. Περίμενε το  δεύτερο παιδί τους. Στον Δημήτρη δεν το είχε πει ακόμη, περίμενε πρώτα να το σιγουρέψει.
 
Μαυροφόρεσε και κάλυψε τα μαλλιά της κάτω από τη μαύρη μαντίλα η Δέσποινα. Δεν ήταν ούτε είκοσι χρονών όταν  έμεινε χήρα με ένα βυζανιάρικο στην αγκαλιά και ένα μωρό στην κοιλιά.
 
Η πεθερά της αφού έκλαψε και κήδεψε το γιο της χάθηκε  από το χωριό. Κανείς δεν την ξαναείδε από τότε. Μόνο έλεγαν, πως όταν ο άνεμος ερχόταν από το μικρό νεκροταφείο  του χωριού , ακουγόταν το μοιρολόι μιας γυναίκας 
 
-       Ρίζα μ΄ εκίνησες  να πας στον κάτω κόσμο. Πουλίμ’ ,σουκ ,  έβγα από το ταφίν να εμπαίνω εγώ απές …
 
Το θρόισμα του ανέμου ανάμεσα στα κλαδιά των δέντρων έφερνε την κραυγή ως τα παραθυρόφυλλα  των σπιτιών .  Ανατρίχιαζαν οι μεγάλοι. Οι  μανάδες έσφιγγαν  στην αγκαλιά  τα παιδιά τους που μέσα στον ύπνο τους  στριφογύριζαν  ανήσυχα. Τα σκυλιά γάβγιζαν μονότονα , παράξενα…
 
Ο θάνατος όμως καιροφυλακτούσε σε κάθε βήμα της Δέσποινας. Ένα πρωινό πήραν τη Μαγδαληνή μέσα από την αγκαλιά της. Το μικρό κορμάκι δεν άντεξε. Πνευμονία είπαν.
 
Εκλαψε και ξερίζωσε τα μαλλιά της  η Δέσποινα. Τα δάχτυλά της σημάδεψαν τα μάγουλα, λες και ήθελε να εξαφανίσει κάθε ίχνος ομορφιάς από το πρόσωπό της. Μεγάλος ο πόνος. Εχασε άνδρα αγαπημένο και μονάκριβη θυγατέρα, δεν ήταν λίγο.
 
 - Τόσος θάνατος μαζεμένος… Η κατάρα σου πατέρα σημάδεψε τη ζωή μου, μονολογούσε η Δέσποινα. Λίγους μήνες μετά έφερνε στον κόσμο το μικρό της γιο…
 
Πέρναγαν τα χρόνια και η Δέσποινα έβλεπε το γιο της να μεγαλώνει. Μα η ζωή τους πάλι έμελλε να αλλάξει. Δεκατετράχρονο παλικάρι ήταν ο Γιώργος όταν ξέσπασε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Γερμανοί και Βούλγαροι κατακτητές έφτασαν στην περιοχή.
 
Η Δέσποινα φοβόταν για το γιο της μήπως καταλήξει ντουρντουβάκι στην αντίπερα όχθη. Από το φόβο μην  της πάρουν το παιδί , σε κάθε επιδρομή των Κομιτατζήδων , τον έντυνε με γυναικεία ρούχα. Πόσο όμως θα μπορούσε να συνεχιστεί αυτό το κρυφτούλι;
 
Πήρε το γιο της, φόρτωσε και τη ραπτομηχανή στο κάρο και έφυγαν από το χωριό. Ταξιδιάρα η μηχανή, ταξίδεψε σε δύσκολους καιρούς. Οπου η Δέσποινα και αυτή μαζί. Περιπλανήθηκαν μάνα, γιος και ραπτομηχανή… Κατέληξαν στα Δίκελλα , ένα παραθαλάσσιο χωριό κοντά στην Αλεξανδρούπολη. Δύσκολα χρόνια.
 
Κάποτε τέλειωσε ο πόλεμος. Εφυγαν και οι Βούλγαροι. Όμως ο κόσμος δε βγήκε έξω χαρούμενος να πανηγυρίσει το τέλος του πολέμου γιατί μια νέα τραγωδία εξελισσόταν στην πατρίδα μας. Ο αδελφοκτόνος πόλεμος.
 
Κάθε πόλεμος είναι μια ανοικτή πληγή για τους ανθρώπους και τους τόπους που τον βιώνουν . Η πιο βαθειά πληγή όμως είναι αυτή που προξενεί ένας εμφύλιος πόλεμος. Αδελφός να σκοτώνει αδελφό. Μέσα  σ΄ αυτή τη δίνη του εμφυλίου βρέθηκαν η Δέσποινα με το γιο της. Καινούριος φόβος φώλιασε στην καρδιά της Δέσποινας. Φοβόταν, όχι για τον εαυτό της – αυτή συνηθισμένη ήταν - μα για το Γιώργο αλλά και τη ραπτομηχανή της. Οι αντάρτες στρατολογούσαν , άρπαζαν με τη βία πρόσωπα και πράγματα, σκότωναν.
 
 
Στις 27 Οκτωβρίου ομάδα σαμποτέρ επιχείρησαν τη νύχτα να ανατινάξουν γέφυρα στα Δίκελλα. Τους καταδίωξε ο στρατός. ΟΙ εφημερίδες έγραψαν ότι σκοτώθηκαν 10 αντάρτες και βρέθηκαν 14 τραυματίες, ανάμεσα στους οποίους και ο καπετάν Τάκης. (Παντελής Αθανασιάδης).
 
Εκείνο το βράδυ ο Γιώργος, από το φόβο μην τον πάρουν οι αντάρτες κίνησε να φύγει για την πόλη. Είχαν κάτι συγγενείς εκεί. Θα κρυβόταν για ένα διάστημα έως ότου καταλαγιάσουν τα πράγματα.
 
Το ίδιο βράδυ πήγε στο σπίτι της Δέσποινας ο γείτονάς τους ο Κωνσταντίνος με τη γυναίκα του και τα παιδιά του. Ηταν ταραγμένες εποχές και οι άνθρωποι είχαν ανάγκη από συντροφικότητα.
 
Τα ξημερώματα ένα δυνατό κτύπημα στην πόρτα τους έκανε να πεταχτούν αλαφιασμένοι από τα κρεβάτια τους.  Η Δέσποινα έτρεξε με αγωνία να ανοίξει. Στην πόρτα στεκόταν ένας αντάρτης οπλισμένος. Ηταν συγχωριανός τους, ξάδελφος του Κωνσταντίνου.
 
-       Ετοιμάσου Κώτσο να σε πάρω μαζί μας στο βουνό, είπε στον Κωνσταντίνο ο αντάρτης.
 
Ο Κωνσταντίνος  τον κοίταξε με θυμό.   
 
-       Ακου να σου πω  ξάδελφε, ξέρεις πολύ καλά ότι εγώ συντηρώ τέσσερις  οικογένειες. Ακόμη και τη μάνα σου , για να μπορείς εσύ να είσαι στο βουνό . Ετσι και φύγω και εγώ τι θα απογίνουν οι γυναίκες και τα παιδιά;  Αντρας στην οικογένεια δεν υπάρχει.
 
Ο αντάρτης γύρισε και κοίταξε τον Κωνσταντίνο. Μετά από σκέψη του είπε
 
-       Εντάξει ξάδελφε, τώρα δε σε παίρνω αλλά την επόμενη φορά δε ξέρω ποιος θα χτυπήσει την πόρτα σου… 
 
Η Δέσποινα , μόλις που γλυκοχάραξε,  φόρτωσε στο κάρο λίγα πράγματα και τη ραπτομηχανή της και κίνησε για την πόλη. Ηθελε να είναι κοντά στο γιο της. Εφτασε στην Καλλιθέα .  Εμεινε λίγες ημέρες στο συγγενικό σπίτι και στη συνέχεια μάνα και γιος  κατευθύνθηκαν προς τη Νέα Χηλή. Ένα  μικρό προσφυγοχώρι , λίγο πιο έξω από την πόλη.  
 
Και ήρθε η ώρα και τα πράγματα ηρέμησαν. Επαψε ο αδελφοκτόνος σπαραγμός. Η Δέσποινα με το γιο της έστησαν το σπιτικό τους. Πήραν την απόφαση να ριζώσουν στο χωριό. Η ραπτομηχανή είχε γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής της. Όλα αυτά τα χρόνια όπου αυτή και η ραπτομηχανή μαζί. Πορεύτηκαν αντάμα σε δύσκολους καιρούς.
 
Ο Γιώργος έγινε άνδρας της παντρειάς. Νέο πρόσωπο μπήκε στη ζωή και στο σπιτικό τους. Και η ραπτομηχανή πέρασε στα χέρια της νύφης της Δέσποινας. Το ένιωσε από την πρώτη στιγμή  εκείνη πως  ο γιος και η μηχανή της ΄΄έπεσαν΄΄ σε καλά χέρια. Αν είναι  όμως ποτέ δυνατόν μια μάνα να θεωρεί οποιαδήποτε γυναίκα καλή για το γιο της. Στην αρχή έκανε τα δικά της, διεκδικώντας την πρώτη θέση στην καρδιά του γιου της.
 
Μα μετά η Δέσποινα ηρέμησε. Τώρα μπορούσε να φεύγει από το σπίτι. Χανόταν για ώρες. Αλλοτε την έβρισκες να σεργιανίζει της θάλασσας τα κύματα και άλλοτε να περιδιαβαίνει τα βουνά  και τα λαγκάδια.     
 
Και η ραπτομηχανή Singer συνέχισε να καταλαμβάνει περίοπτη θέση στο σπιτικό της Δέσποινας. Τώρα έγινε το δεξί χέρι της νύφης της. Και η νιόπαντρη το πρώτο ρούχο που έραψε ήταν για την πεθερά της. Και το φόρεσε η Δέσποινα και καμάρωνε στη γειτονιά. Τις ώρες του φευγιού της , εάν έστηνες αυτί θα την άκουγες να μιλάει  στο Δημήτρη τον άνδρα της και να του εξιστορεί τη ζωή της , να του μιλά για τα χρόνια που πέρασαν μα και για  τα ρούχα και τ΄ άλλα προικιά που  ράβει η νύφη τους στη ραπτομηχανή. Τη ραπτομηχανή που όλα αυτά τα χρόνια την κουβαλούσε μαζί της, δώρο του ακριβό.
 
Πέρασαν ενενήντα τόσα χρόνια. Η ραπτομηχανή είναι ακόμη εκεί,  στο σπίτι της νύφης της Δέσποινας και περιμένει  τον επόμενο ιδιοκτήτη.
 
Με εκτίμηση
 
Υποπλοίαρχος(ε.α.)
Ουρανία Πανταζίδου Π.Ν.