Μυσταγωγική ομιλία από την Λίτσα Χαραλάμπους – Μάγεψαν οι μουσικοί

Μυσταγωγική ομιλία από την Λίτσα Χαραλάμπους – Μάγεψαν οι μουσικοί - Πάρος - 13η Μικρασιατική Συνάντηση του Άσπρου Χωριού Πάρου

13η Μικρασιατική Συνάντηση του Άσπρου Χωριού Πάρου (Video-φωτο)

 

Παρουσία πλήθους κόσμου και εκπροσώπων των τοπικών πολιτικών και θρησκευτικών αρχών λαμβάνουν χώρα οι διήμερες εκδηλώσεις μνήμης - στο πλαίσιο του προγράμματος της 13ης Μικρασιατικής Συνάντησης του Άσπρου Χωριού Πάρου και του εορτασμού του Αγίου Ιερομάρτυρος Χρυσοστόμου Σμύρνης – στον αύλειο χώρο του Ιερού Ναού της Ζωοδόχου Πηγής από τον Πολιτιστικό Σύλλογο «Ατλαντίς».

του Γιώργου Αλβέρτη

Κεντρική ομιλήτρια της φετινής διοργάνωσης  η εκδότρια και δημοσιογράφος της εφημερίδας ο «Λόγος Των Κυκλάδων» - πρώην Αντιπρόεδρος του Συλλόγου Μικρασιατών Σύρου -  κα Λίτσα Χαραλάμπους,  η οποία  έχοντας ως  αντικείμενο την γενοκτονία των Ελλήνων της Μικράς Ασίας και βασισμένη σε προσωπικές αναφορές και βιώματα προκάλεσε ρίγη συγκίνησης στους παρισταμένους με την ομιλία της με τίτλο «Έχει και η σιωπή της φωνή της».

«Καλώς σας βρίσκω στον φιλόξενο τόπο σας. Είναι ιδιαίτερη η συγκίνηση για μένα που για μία ακόμη φορά θα αναφερθώ στις αλύτρωτες πατρίδες» είπε η κ. Χαραλάμπους στην έναρξη της ομιλίας της αναφερόμενη στον τραγικές συνθήκες θανάτου του πατέρα της και τις μνήμες της μοναδικής ζωντανής, εν Σύρω, παρουσίας της 98χρονης αδελφής του πατέρα της θεοδώρας Βόϊκου Αρβανίτη: «Κυρίες και κύριοι

Ο Σύλλογος Μικρασιατών Ερμούπολης -Σύρου δημιουργήθηκε το 2009 με αφορμή την από μέρους μου εκφώνηση του πανηγυρικού της ημέρας μνήμης της γενοκτονίας των Ελλήνων της Μ. Ασίας στον Ιερό Ναό του Αγίου Νικολάου της Ερμούπολης όπου μου δόθηκε η ευκαιρία να αναφερθώ στη ζωή  και στις τραγικές συνθήκες του θανάτου του πατέρα μου. Συνθήκες που έγιναν αιτία να γράψει ο συνάδελφος και φίλος Γιάννης Ρουσσουνέλος, τον οποίο φιλοξενήσατε πέρυσι τέτοιες μέρες,  το βιβλίο «και η ψυχή στη Σμύρνη…» ορμώμενος από αυτό το πραγματικό περιστατικό. Το θάνατο του πατέρα μου Γεωργίου Δημητρίου Βόικου, που ήλθε στη Σύρο το 1922, επτά χρόνων τότε, με τους γονείς του και τα τέσσερα άλλα αδέλφια του, με διακαή τον πόθο πάντοτε να επιστρέψει στη γειτονιά που γεννήθηκε και να προσκυνήσει τα χώματά της.    

Αυτό του το όνειρο έγινε πραγματικότητα τον Σεπτέμβριο του 1988, αλλά αποδείχτηκε μοιραίο.

Η καρδιά του –καθώς φιλούσε το χώμα, εκεί που έκανε τα πρώτα του βήματα- δεν άντεξε στη τόση συγκίνηση.

 Και είναι πάντα νωπή στη μνήμη μου η στιγμή που χτύπησε το τηλέφωνο, τρεις τα ξημερώματα, και άκουσα από την άλλη γραμμή τη σπασμένη φωνή της μητέρας μου να μου ανακοινώνει το συμβάν και να με καλεί να πάω άμεσα στη Σμύρνη στο νοσοκομείο που νοσηλευόταν στην μονάδα εντατικής παρακολούθησης.

Και όταν ο Τούρκος γιατρός, από ελληνίδα μητέρα, που τον παρακολουθούσε μας πληροφόρησε σε άψογα ελληνικά ότι ξεπέρασε το καρδιακό επεισόδιο και μπορούμε να τον μεταφέρουμε, η χαρά μας ήταν ανείπωτη.

Εκείνο το βράδυ υποσχεθήκαμε στον πατέρα μου ότι την επομένη το πρωί  θα τον μεταφέρουμε στο Τσεσμέ και από κει  Χίο – Αθήνα - Σύρο.

Ήταν όλα έτοιμα, όμως  ξημέρωμα  αυτής της ημέρας ο γιατρός χτύπησε την πόρτα του ξενοδοχείου και μας ανακοίνωσε ότι ο πατέρας μου υπέστη νέο και θανατηφόρο έμφραγμα.

 Έτσι, στη Σμύρνη, που πήρε την πρώτη αναπνοή, άφησε και την τελευταία του.

Από κει άρχισε  μια οδύσσεια  για τον μεταφέρουμε και να τον θάψουμε στη Σύρο- τη δεύτερη πατρίδα που τον αγκάλιασε τόσο.

Κυρίες και κύριοι,

Η σημερινή μου ομιλία είναι αφιερωμένη στην  αδελφή του πατέρα μου Θεοδώρα Βόικου-  Αρβανίτη 98 ετών που ζει κατάκοιτη στην περιοχή «Καμίνια» της Ερμούπολης.

Ήρθε 3 ετών το 1922 από τη Σμύρνη στη Σύρο  και είναι η τελευταία εν Σύρω  ζωντανή σελίδα από την Μικρασία.  Η παρακάτω αναφορά μου προέρχεται από μια συνέντευξη που μου έδωσε πριν πέντε περίπου χρόνια όπου διάχυτη ήταν η συγκίνηση με την οργή. Η μνήμη και το χαμόγελο με έντονη την τοπική διάλεκτο..

Η νόσος του Πάρκινσον την έκανε να συλλαβίζει σχεδόν, αλλά δεν στάθηκε εμπόδιο στον παιδικό της αυθορμητισμό. Η λεπτή φωνή της τη βοηθούσε να μιλάει με εκφραστικότητα. Ανάμεσα στις φωτογραφίες με αγαπημένα πρόσωπα περίοπτο θέση είχε η απονομή αναμνηστικής πλακέτας από το Σύλλογο Μικρασιατών Ερμούπολης Σύρου του 2011. «Στην κυρία Θεοδώρα Βόικου Αρβανίτη που είναι η ζωντανή μνήμη της Μικρασίας», γράφει. Την κοίταζε με βλέμμα λες κι ήταν εκεί χαραγμένος όλος ο βίος της στο μπλε με άσπρα γράμματα….

Με μεγάλη διαύγεια διηγείται αυτά που θυμάται και αυτά που τις περιέγραψαν οι γονείς της όταν ήλθαν κατατρεγμένοι από τη Σμύρνη.

Η  θύμηση παίρνει τους δρόμους και περπατά: Ελληνικές γειτονιές στη Σμύρνη που γεννήθηκε. Σπίτια όμορφα με τα περιβόλια τους. Κατατρεγμός και πτώματα. Προσφυγιά και προσβολές. Πόλεμος και απίστευτη φτώχεια. Όλα λογχίζουν τον αέρα, με το μόνιμο ερωτηματικό.

«Γιατί οι άνθρωποι του τόπου μας έπρεπε να τρέχουν κυνηγημένοι και να σκοτώνονται; Γιατί να καίγονται τα σπίτια μας , τα σπαρτά μας και οι ελπίδες μας; Γιατί να μη ζει ο καθένας στη γη των προγόνων του;»

 Η Θεοδώρα, κατέφυγε με την οικογένειά της (τους γονείς, τα τέσσερα αδέλφια της και τον παππού της Γιώργο) στην Σύρο.

 Τα άφησαν όλα στη Σμύρνη γιατί έπρεπε να δώσουν προτεραιότητα στο να σώσουν τις ζωές τους. Να μη χαθούν. Γιατί ήταν κάτι το αφάνταστο εκείνη η πορεία μέσα στη μαύρη νύχτα και στη βροχή. Ένα δάσος ήταν ο κόσμος που κινούταν και καιγόταν από δαδιά, από κεριά, από αφάνες αναμμένες, και τα κλάματα και οι κραυγές των μανάδων που χάνανε τα παιδιά, και μέσα σ’ εκείνη τη φωτισμένη κόλαση τα αναζητούσαν απεγνωσμένα, ενώ άλλοι χάνανε το δρόμο και το χέρι των δικών τους. Κι άκουγες σαν τα χαμένα αγρίμια να βγαίνουν ματωμένες από μέσα τους οι φωνές: «Βίκτωρα!! Αργυρώ!! από κάτω...πιο δεξιά....μ’ ακούς, παιδί μου;» «Η μητέρα μου μας έλεγε ότι με το κάψιμο της Σμύρνης πήρε μια ζώνη και μας πέρασε από κάτω για να μη μας χάσει.. ο ένας πίσω από τον άλλον.. Ο πατέρας μου ήταν αιχμάλωτος .. Οι Τούρκοι έβαζαν βενζίνη σε ένα- ένα σπίτι και το έκαιγαν… και όποιον έβρισκαν στο δρόμο τους τον σκότωναν.. Κρατούσαν τις ξιφολόγχες κι έσπερναν το θάνατο. Μου έλεγε η μητέρα μου.. «περπατούσαμε πάνω σε πτώματα και κομμένα κεφάλια.. Δεν περπατούσαμε στις πλάκες, πάνω σε πτώματα, περπατούσαμε …»

 «Πριν τον διωγμό έμπαιναν οι Τούρκοι στα σπίτια. Μπήκαν και στο δικό μας. Έστησαν τη μητέρα μου στον τοίχο και τη ρωτούσαν στα τουρκικά με ένα διερμηνέα αν είχαμε όπλα κάτω από την κλαβανή. .. Μου έλεγε η μητέρα μου ότι εκείνον τον καιρό δίπλα μας έμενε ένας αξιωματικός με την οικογένειά του.. Είχε κι εκείνος ένα ωραίο σπίτι με σκάλες και περιβόλι.. Μπήκαν οι Τούρκοι και τον πέταξαν αυτόν και τη γυναίκα του στο περιβόλι και την κόρη τους την γκρέμισαν στις σκάλες …έσπασαν τα πάντα κι έφυγαν..»

 Αλλάζει το βλέμμα της όταν μεταφέρει- πάντα με βάση τις διηγήσεις της μητέρας της Καλλιόπης – τη μέρα της καταστροφής της Σμύρνης και του μεγάλου διωγμού .. «Μας διηγιόταν συχνά η μητέρα μου τι τράβηξαν. Μας έλεγε ότι όλα τα σαπιοκάραβα μάζεψαν για να μας βάλουν μέσα και από τη θαλασσοταραχή μερικοί έπεφταν στη θάλασσα και πνιγόντοστε.. Μας ρωτούσαν “Πού θέλετε να βγείτε;” Μήπως ξέραμε; Κι όταν φτάσαμε εδώ μας ρώτησαν: “Θέλετε να βγείτε στη Σύρα;” Κι είπαν οι γονείς μου “Ας βγούμε..” Κι όταν βγήκαμε εδώ στην παραλία συναντήσαμε βράχια.. Δύσκολα περπατούσαμε.. και φτάσαμε στα Καμίνια.. Δεν είχαμε ούτε σεντόνια, ούτε κουτάλια.. τίποτα… γιατί έπρεπε να τ’ αφήσουμε όλα και να προσέχουμε ο ένας τον άλλον… Κι όταν φτάσαμε εδώ… άλλος μάς έδινε ένα μαξιλάρι, άλλος μια κουβέρτα.. δεν είχαμε.. Μας έδωσε μια γυναίκα ένα σπιτάκι, σαν χάλασμα ήταν, και κοιμόμαστε.. ήταν χάμω μάρμαρα… και σαν μην έφτανε αυτό ήλθε κι ο πόλεμος.. Άντε νταγιάντα.. Ο πατέρας μου ήταν παπουτσής… Κατάφερε να τον πάρουν στη σχολή που άνοιξαν για τα ορφανά προσφυγόπουλα . και έπαιρνε πολύ καλό μεροκάματο. Έλεγε στιχάκια.. με έναν άλλο φίλο του από τη Σμύρνη. Όταν συναντιόντουσαν μιλούσαν με στιχάκια.. Ήταν πονόψυχος.. Όταν έβλεπε κάποιον να υποφέρει τον βοηθούσε.. ήταν ψιλός και χαμογελαστός .. Χωρίς καπέλο και σακάκι- χειμώνα καλοκαίρι - δεν έφευγε από το σπίτι μας. Εδώ στη Σύρο η οικογένειά μας μεγάλωσε… Η Αργυρώ , ο Γιώργος, ο Βίκτωρας, εγώ, η Άννα στις φασκιές , ήρθαμε από τη Σμύρνη… Μετά πρώτη εδώ γεννήθηκε η Ειρήνη, η Γεωργία, η Ευστρατία, η Ζωή και ο Μιχάλης.. και μετά ο πατέρας μου πήρε κι ένα ψυχοπαίδι.. τι δέκα παιδιά έλεγε τι έντεκα..»

 Θαμπώνουν τα μάτια της όταν θυμάται το λόγο κάποιων που την πίκραναν.

«Τον κακό το λόγο με τα χρόνια τον ξεχνάς παιδί μου » θα πει, «αλλά όταν αυτός σε χτυπήσει στην καρδιά ε.. δυσκολεύεσαι…

Θυμάμαι όταν πήγα στον μπακάλη να ψωνίσω. Του είπα “Δώσε τούτο… δώσε το άλλο..” και κείνος μετά μου λέει: “Είστε Τουρκομερίτισσες”… Του είπα “Δεν ντρέπεσαι που το λες; Γιατί με πληγώνεις; Είχαμε τα καλά μας εκεί στη Σμύρνη, ζούσαμε πλούσια.. κι είμαστε Έλληνες. Εκεί που ζούσαμε μας λέγανε Έλληνες κι εδώ που ήλθαμε μας λέτε Τουρκομερίτες;” Μερικές φορές ο πατέρας μου έλεγε. “Ξένοι είμαστε και ξένοι μένουμε”.. Κακό ανθρώπου δε θέμε.. Φιλόξενοι είμαστε.. Σε ανθρώπους δίνουμε από αυτό που δεν έχουμε. Και πάντα συγχωρούμε, γιατί όλα είναι ανθρώπινα.. και μας έλεγαν οι γονείς μας να μάθετε να μη φοβούσαστε στα δύσκολα …να γελάτε.. έτσι είναι η ζωή… Αλλιώς πώς να την νταγιαντίσεις», λέει και δείχνει ότι η διάλεκτος αυτή κινδυνεύει να εξαφανιστεί, ακολουθώντας την ραγδαία υποχώρηση των νεοελληνικών διαλέκτων.

 Αλλά η γερόντισσα θυμίζει τη νοοτροπία των Μικρασιατών που είχαν πίστη πάντα στη χαρά και την ελπίδα. Ένα ήθος το οποίο ποτέ δεν εγκατέλειψαν, ακόμα και όταν βίαια ξεριζώθηκαν από την πατρίδα τους, και το οποίο μετέφεραν όπου και αν πήγαν. Ένα αναγνωρίσιμο ήθος που αποκαλύπτει ανθρώπους που ζούσανε σε μια κοινωνία που ήταν ανοικτή προς όλες τις κατευθύνσεις. Έναν κοσμοπολίτικο λαό που ήθελε να συνομιλεί με τις άλλες νοοτροπίες και κουλτούρες και που πίστευε ότι η ζωή θέλει καντάρια χαρά, καλοσύνη, και γέλιο.

Κυρίες και κύριοι,

Η ιστορία της θείας μου είναι άλλη μια ιστορία ζωντανής μνήμης σε όσους σήμερα προσπαθούν να μειώσουν τη σφαγή λέγοντας ότι έγινε συνωστισμός στην παραλία της Σμύρνης.

Ο ‘Ερνεστ  Χέμινγουέι, πολεμικός ανταποκριτής στην Τουρκία, της «Toronto Star» περιγράφει την Μικρασιατική καταστροφή τελειώνοντας με μια πρόταση που δεν θα την έγραφε ποτέ ένας απλός δημοσιογράφος, αν δεν είχε μέσα του το ταλέντο του μεγάλου νομπελίστα συγγραφέα: «Όλη μέρα περνούν δίπλα μου, λεροί, εξαντλημένοι, αξύριστοι, ανεμοδαρμένοι στρατιώτες που βαδίζουν στη γκρίζα γυμνή ύπαιθρο της Θράκης.

Χωρίς μπάντες, χωρίς ανθρωπιστικές οργανώσεις να τους ανακουφίσουν, χωρίς τόπο να ξαποστάσουν, παρά γεμάτοι ψείρες, με βρώμικες κουβέρτες και κουνούπια όλη τη νύχτα. Είναι οι τελευταίοι από αυτό που ήταν κάποτε η δόξα της Ελλάδας. Κι αυτό είναι το τέλος της δεύτερης πολιορκίας της Τροίας»:  Toronto Star, 3 Νοεμβρίου 1922.

Κυρίες και κύριοι

Οι νεκροί δεν μιλούν όταν τους βλέπουμε στα όνειρά μας. Δεν μιλούν. Αμίλητοι μας κοιτούν . βουβοί.  Σιωπηλοί. Κι όμως η σιωπή τους δεν είναι σιγή… Είναι λόγος απόκοσμος που θέλει και αυτός το κατάλληλο αυτί για να ακουστεί .  Έχει και η σιωπή τη φωνή της.  Πώς όμως αυτή η φωνή της σιγής των αγαπημένων νεκρών θα ακουστεί; Πώς θα γίνει λόγος η σιγή; Η σιωπή της ιστορίας, την οποία όλοι εμείς  αυτό το διήμερο εκδηλώσεων μνήμης της Μικρασίας αφουγκραζόμαστε με τόση ευαισθησία, μοιάζει με το φύσημα του αγέρα σε ένα πευκοδάσος. Ο κάθε σύλλογος μνήμης των χαμένων πατρίδων διαθέτει το σπάνιο εκείνο αυτί που του επιτρέπει να ακούει  τη σιωπή της ιστορίας, τη σιωπή των νεκρών, σαν σιγανό ήχο, σαν μουρμούρισμα, σαν θρόισμα .. και αυτό το θρόισμα  να το μεταμορφώνει σε λόγο ζωντανών ανθρώπων. Για να γίνει όμως αυτό, για να γίνει η σκληρή σιγή της ιστορίας ανθρώπινος λόγος, πρέπει πρώτα ο κάθε φορέας και έπειτα με τη σειρά του ο κάθε ομιλητής, να δώσουν στις βουβές  αυτές σκιές, ζωντάνια και μνήμη.  Για να μεταφερθεί  η κραυγή των αγαπημένων εκλιπόντων της Ιστορίας, πρέπει εμείς οι ζωντανοί, να τους δώσουμε την αγάπη μας, τη λαχτάρα μας, την τρυφερότητά μας, το χρόνο μας, την αγανάκτησή μας, την προσοχή μας, την σκέψη μας, την  συγκίνησή μας, τη δημιουργική μας φαντασία, ακόμη κα τη ζωή μας αν χρειαστεί .

Έχω την αίσθηση ότι τούτο το Διήμερο Εκδηλώσεων, κάθε χρόνο είναι η πεμπτουσία του θέματος γιατί παραπέμπει στην ελπίδα. Έχουμε ανάγκη  να μην ξεχνάμε πάνω σε ποιων τα χνάρια βαδίζουμε, συντηρώντας την εθνική μας μνήμη άσβεστη, αποτίνοντας παράλληλα φόρο τιμής στους αδικοχαμένους Έλληνες της Μικράς Ασίας και διατηρώντας την προσδοκία ότι πάλι με χρόνια με καιρούς πάλι δικά μας θάναι.

Σας ευχαριστώ πολύ»

Την κα Χαραλάμπους προλόγισε ο τέως Νομάρχης Κυκλάδων Δημήτρης Μπάιλας με την ανάγνωση ενός εκτενούς βιογραφικού, ενώ δεν παρέλειψε να αναφερθεί και στους στενούς δεσμούς φιλίας που τους συνδέουν.

«Ενενήντα πέντε χρόνια συμπληρώνονται φέτος από την Μικρασιατική Καταστροφή και τον ξεριζωμό του Ελληνισμού από τις προγονικές τους πατρίδες» τόνισε ο πρόεδρος του Πολιτιστικού Συλλόγου «Ατλαντίς» Νίκος Τριαντάφυλλος προσθέτοντας: «Ενενήντα πέντε χρόνια από τις φλόγες, το αίμα και τον αφανισμό της Σμύρνης. Ιερά χώματα, ελληνικότατες πατρίδες, σεπτοί βωμοί, θερμές εστίες στη Μικρασία, όλα χαμένα, αφανισμένα όλα.

Η πατρώα Γή, ολοκαύτωμα της μοίρας κι ολόγυρά της ο καπνός ακράτητος, το σκοτεινό του ξετύλιγε αδράχτι. Το όνειρο της μεγάλης υπερπόντιας 'Ελλάδος, θαμμένο στα φλογισμένα ερείπια της Ιωνικής πολιτείας.

Η μικρασιατική καταστροφή, είναι η μεγαλύτερη συμφορά στην ιστορία του ελληνισμού. Είναι η αποτυχία της ίδιας της Ιστορίας ενός λαού και μιας παράδοσης της οποίας τελολογικός φορέας υπήρξε ο Ελληνικός Μικρασιατικός Πολιτισμός.

Κι ευτυχώς ο Πολιτισμός αυτός είναι παιδί του θεού και της Μνήμης και οι εκδηλώσεις για την Μικρασία αποτελούν μνημόσυνο αυτής της μνήμης.

Με την αναβίωση των παραδόσεων και των εθίμων των αλησμόνητων πατρίδων η ψυχή μας γίνεται ψυχή της φυλής μας, καρδιά ενός λαού από αρχοντική φύτρα να μας χαρίζει το πνεύμα. Να μιλήσει μέσα μας ο αδούλωτος Ρωμιός που έχτισε έναν πολιτισμό τον χάρηκε με τρία χρόνια λευτεριάς και τον πλήρωσε με αίμα, δάκρυα και καταστροφή.

Είμαστε ένας λαός μνήμης. Κι oι μνήμες των καιρών πάντα θα μιλούν για ματωμένους θρύλους κι οδυνηρές τραγωδίες. Για δράματα και για κλάματα.

Έτσι λοιπόν κι εμείς σήμερα συνεχίζοντας να διατηρούμε και να διαφυλάττουμε στο ακέραιο αυτή την μνήμη και την παράδοση σαν φωτιά κάτω από την στάχτη προβάλλοντας την στους νεώτερους για να μη ξεχαστεί ποτέ η ιστορία μας διοργανώνουμε για 13η συνεχή χρονιά την Μικρασιατική συνάντηση αποδίδοντας φόρο τιμής στους Έλληνες Μικρασιάτες που βιαίως και κάτω από άθλιες συνθήκες θανατώθηκαν ή καταδιώχτηκαν μια θλιβερή ημέρα του 1922 από τις Πατρίδες της Μ. Ασίας βρίσκοντας καταφύγιο σε κάθε γωνιά της Ελλάδας».

Το πέρας του χαιρετισμού του και της ομιλίας της κας Χαραλάμπους σηματοδότησε την έναρξη του 2ου μέρους το οποίο επί της ουσίας επρόκειτο για  ένα φεστιβάλ αφιερωμένο στον μεγάλο Μικρασιάτη συνθέτη του 20ου αιώνα, Κώστα Γιαννίδη,  που υπηρέτησε με πάθος και συνέπεια δύο διαφορετικά είδη μουσικής.

Όλοι ανεξαιρέτως οι μουσικοί ήταν εξαιρετικοί και αξίζει να αναφερθούμε ονομαστικά στον καθένα από αυτούς: Βιολί: ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΑΝΙΩΤΗΣ, Πιάνο: ΣΟΦΙΑ ΜΟΣΧΟΓΙΑΝΝΗ και τραγούδι: ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Φιλική συμμετοχή: ΚΩΝ/ΝΑ ΑΝΔΡΕΑΚΟΥ.

Η εκδήλωση έκλεισε με την απονομή αναμνηστικών δώρων και πλακετών από τον δήμαρχο Μάρκο Κωβαίο όσο και τον Μητροπολίτη Παροναξίας Καλλίνικο.

Σήμερα, Κυριακή 10/9/2017, οι εκδηλώσεις συνεχίζονται με τον  Πανηγυρικό όρθρο και την Αρχιερατική Θεία λειτουργία (το πρωί), και την παράσταση «ΜΙΚΡΑΣΙΑ ΜΟΥ ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ» που περιλαμβάνει θεατρικό δρώμενο, τραγούδια, και χορούς της Ίμβρου, της Καππαδοκίας, της Θράκης και της Πάρου με την συμμετοχή του Mουσικοχορευτικού συγκροτήματος «ΝΑΟΥΣΑ ΠΑΡΟΥ», της χορωδίας Νάουσας Πάρου, και του  Συλλόγου Ιμβρίων, και χαιρετισμό για το νόημα της ημέρας από την Λίτσα Χαραλάμπους στις 8:00 μ,μ. στον αύλειο χώρο του Ιερού Ναού της Ζωοδόχου Πηγής.

 Περισσότερα στα Video που ακολουθούν, ενώ εκτενέστερο  ρεπορτάζ θα υπάρχει στο ΛΟΓΟ της Πέμπτης 14 Σεπτεμβρίου 2017.