Όταν η Χαβανέζικη μουσική συνάντησε το Ρεμπέτικο (Pt1)

Όταν η Χαβανέζικη μουσική συνάντησε το Ρεμπέτικο (Pt1)- Σύρος - Ερμούπολη - Γράφει ο Παναγιώτης Κουλουμπής

Γράφει ο Παναγιώτης Κουλουμπής

 
Τον τελευταίο καιρό ακούμε σε γνώστη διαφήμιση ένα "χαβανέζικο" τραγούδι με ελληνικούς στίχους και σατυρικό στυλάκι "εποχής" Αττίκ.
 
Όταν το ακούσει κάποιος για πρώτη φορά, δύσκολα μπορεί να φανταστεί ότι είναι γραμμένο από έναν τραγουδοποιό του ρεμπέτικου. Συγκεκριμένα, τον «αριστοκράτη μάγκα» Κώστα Μπέζο, ο οποίος - παράλληλα με τα ρεμπέτικα - διατηρούσε ένα project χαβανέζικης ορχήστρας με χαβάγιες, ένα οκταμελές συγκρότημα που, επειδή έπαιζε πάντα με άσπρα ρούχα, ονομαζόταν «Τα άσπρα πουλιά» ή αλλιώς "Μπέζος Hawaiian Orchestra".
 
Γέννημα θρέμμα της Μάντρας του Αττίκ, έγραψε μεταξύ άλλων δημοφιλών σήμερα τραγουδιών, την «Παξιμαδοκλέφτρα», μετακινούμενος με άνεση από το βαρύ ρεμπέτικο στο νοτιοαμερικανικό στιλ της χαβάγιας. Και ενώ τα ρεμπέτικα τα υπέγραφε ως Α. Κωστής και τα ηχογραφούσε για την Columbia και τη His Master’s Voice, τον αμερικανικό ρυθμό του «Πάμε στη Χονολουλού» τον ηχογράφησε στην Αθήνα.
 
Σήμερα, 80 χρόνια μετά, η γνωστή εταιρεία σκέφτηκε αυτό το τραγούδι να το βάλει στη διαφήμιση, θυμίζοντάς μας ένα ακόμα πολύ σημαντικό και ξεχασμένο κεφάλαιο της ελληνικής ευφυίας.
 
Το τραγούδι αυτό υπήρξε τεράστια επιτυχία στην προπολεμική Ελλάδα και ο ρεμπέτης αυτός μουσικός ήταν διάσημος στην εποχή του μαζί με τον Μάρκο Βαμβακάρη.
 
 
 
Ο_Κώστας Μπέζος γεννήθηκε στο Μπολάτι της Κορινθίας, το 1905.
Υπήρξε πολύ αγαπητός, εκλεκτός λαϊκός τραγουδοποιός, τραγουδιστής, κιθαρίστας, μαέστρος αλλά και σκιτσογράφος και αρθρογράφος του Μεσοπολέμου, ένας από τους γνησιότερους "αριστοκράτες μάγκες".
 
Έζησε μια ζωή στα πρότυπα του μποέμ, του ρεμπέτη, του "ανυπότακτου" κοινωνικά. Όμορφος, ψηλός, λεπτός, χιουμορίστας, περιζήτητος από τον "γυναικείο πληθυσμό" του χώρου του.
 
Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, ήταν ο συνθέτης του πολύ γνωστού τραγουδιού "Παξιμαδοκλέφτρα" ("Ήσουνα ξυπόλητη"), που "κατακεραύνωσε" σε δημοσίευμά της η Σοφία Σπανούδη ("Μουσική Ζωή"-1.10.1931) θεωρώντας την ως "υπόδειγμα ταπεινού, χυδαίου και γαιώδους κομματιού, που χαμοσέρνει την τέχνην των ήχων στα βρωμερώτερα επίπεδα της σαρκικής μουσικής ρυπαρογραφίας".
 
Ο Κώστας Μπέζος, καλός μαθητής στο σχολείο αλλά ανυπάκουος μετά το γυμνάσιο, πήγε στην Αθήνα και έδωσε στη Σχολή Καλών Τεχνών. Πέρασε, αλλά δεν τελείωσε ποτέ, αφού στράφηκε στη μουσική, μαθαίνοντας κιθάρα.
 
Το πληθωρικό του ταλέντο στη ζωγραφική εκφραζόταν συνέχεια και στις αρχές της δεκαετίας του 1930 συνεργάστηκε με την καθημερινή και μεγάλης κυκλοφορίας εφημερίδα "Πρωία", της οποίας έγινε ο βασικός σκιτσογράφος, ενώ συχνά αρθρογραφούσε και ήταν και συνάδελφος του Κώστα Βάρναλη.
 
Εργάστηκε, επίσης, και στην εφημερίδα "Ακρόπολη".
 
Τα πρώτα τραγούδια του τα ηχογράφησε με το ψευδώνυμο Α. Κωστής, το 1930, σε ηλικία 25 ετών. Ο πρώτος του δίσκος ρεμπέτικου περιεχομένου περιείχε τα τραγούδια "Στην Υπόγα" και "Ήσουνα Ξυπόλυτη". Παραμένει, επίσης, ανεξήγητο πώς ένα τόσο νεαρό μέλος της μουσικής οικογένειας μπόρεσε να γράψει "βαρέως ύφους" ρεμπέτικα και να τα ερμηνεύσει τόσο καλά.
 
 
Οπωσδήποτε πρέπει νωρίς να "ενεπλάκη" στην παρέα του ρεμπέτικου, αφού γνώριζε τον Ιωάννη Δραγάτση, τον Κώστα Σκαρβέλη και άλλους. Το 1932, ηχογράφησε έξι ακόμη τραγούδια, που ήταν και η τελευταία δισκογραφική ενασχόληση με το ρεμπέτικο, αφού ήδη από το 1931 πιστοποιείται -από τα στοιχεία της δισκογραφικής- η δημιουργία της πρώτης ορχήστρας με χαβάγιες (από την κιθάρα χαβάγια -γνωστό και ως yodelling), που πήρε το όνομα "Άσπρα Πουλιά".