Η Βασιλόπιττα και πως προέκυψε να αποτελεί παράδοση αιώνων

Η Βασιλόπιττα και πως προέκυψε να αποτελεί παράδοση αιώνων - Σύρος - Ερμούπολη - Κυκλάδες -Γράφει ο Παναγιώτης Κουλουμπής
Γράφει ο Παναγιώτης Κουλουμπής
 
Ένα άρθρο που αξίζει να διαβάσετε είναι αυτό που ακολουθεί για το έθιμο της Βασιλόπιτας, την αληθινή ιστορία πίσω από τον μύθο, τους συμβολισμούς και την ορθόδοξη θρησκευτική παράδοση. Γιατί, άραγε, βάζουμε φλουρί στη Βασιλόπιτα;
 
Μια ιστορία χιλιάδων χρόνων που δεν πρέπει να χαθεί στον βωμό των κοινωνικοπολιτικών και τεχνολογικών εξελίξεων, καθώς αποτελεί μέρος της ζωντανής μας παράδοσης.
 
Η άγνωστη ιστορία της Βασιλόπιτας
Η προέλευση του  εθίμου της Βασιλόπιτας είναι πολύ παλαιά. Προέρχεται από την αρχαία εορτή των «Κρονίων» (των ρωμαϊκών «Σατουρναλίων») που παρέλαβαν οι Φράγκοι, από τους οποίους και προήλθε η συνήθεια της τοποθέτησης νομίσματος μέσα στη πίτα και της ανακήρυξης ως «Βασιλιά της βραδιάς» αυτού που το έβρισκε. Κατά άλλο έθιμο, αντί νομίσματος, έβαζαν φασόλι και αυτόν που το έβρισκε τον αποκαλούσαν «φασουλοβασιλιά».
 
Το κόψιμο στις Βασιλόπιτας είναι από τα ελάχιστα αρχέγονα έθιμα που επιβιώνουν. Σύμφωνα με τον καθηγητή Δημήτρη Λουκάτο, αποτελεί εξέλιξη του γνωστού και λαϊκού εθίμου στις πρωτοχρονιάτικης πίτας. Στην αρχαιότητα υπήρχε το έθιμο του εορταστικού άρτου, τον οποίο σε μεγάλες αγροτικές γιορτές οι αρχαίοι Έλληνες πρόσφεραν στις θεούς. Τέτοιες γιορτές ήταν τα Θαλύσια και τα Θεσμοφόρια. Χαρακτηριστικό στοιχείο στις Βασιλόπιτας είναι ότι ο άνθρωπος δοκιμάζει την τύχη του με το κέρμα, προσπαθώντας να μαντέψει πώς θα του έρθουν τα πράγματα στη νέα χρονιά. Σε όποιον πέσει το φλουρί, θα είναι ο τυχερός και ευνοούμενος του νέου έτους!
 
Η σύνδεση της Βασιλόπιτας με την ορθόδοξη παράδοση
Η χριστιανική θρησκευτική παράδοση συνδέει το έθιμο της Βασιλόπιτας με την προσωπικότητα του Μεγάλου Βασιλείου, ο όποιος φυσικά και ηταν υπαρκτό πρόσωπο  και μεγάλη προσωπικότητα της εποχής του.
 
Στα χρόνια του Ιουλιανού του Παραβάτη, όταν το Βυζάντιο κήρυξε τον πόλεμο στην Περσία, ο Ιουλιανός πέρασε με τον στρατό του από την Καισαρεία της Καππαδοκίας στη Μικρά Ασία. Τότε διέταξε να φορολογήσουν όλη την επαρχία και τα χρήματα αυτά θα τα έπαιρνε επιστρέφοντας για την Κωνσταντινούπολη.
 
Έστειλε, λοιπόν, έναν Έπαρχο ο όποιος στην πραγματικότητα δεν ήθελε απλά να φορολογήσει τους κατοίκους αλλά να τους λεηλατήσει. Και αυτό έκανε αναγκάζοντας κάθε  κάτοικο να δώσει ότι είχε ο καθένας από χρυσαφικά, νομίσματα και ό,τι πολύτιμο είχε.
Εκείνη την εποχή, Επίσκοπος στην περιοχή αυτή ήταν ο Μέγας Βασίλειος. Ο Μέγας Βασίλειος, προκείμενου να μην χυθεί άλλο αίμα, ζήτησε από τους πλούσιους της πόλης του να μαζέψουν όσα χρυσαφικά μπορούσαν για να τα παραδώσει στον Έπαρχο. Πράγματι συγκεντρώθηκαν πολλά τιμαλφή.
 
Όμως, ο Ιουλιανός σκοτώθηκε άδοξα σε μια μάχη στον πόλεμο με τους Πέρσες, έτσι δεν ξαναπέρασε ποτέ από την Καισάρεια. Έτσι, λοιπόν, τα τιμαλφή δεν παραδόθηκαν ποτέ. Προκειμένου όμως ο Μέγας Βασίλειος να επιστρέψει τα τιμαλφή στους δικαιούχους, μη γνωρίζοντας σε ποιόν ανήκει τι, σκέφτηκε το εξής έξυπνο.
 
Έδωσε εντολή τα μισά από τα μαζεμένα χρυσαφικά να δοθούν στους φτωχούς, ένα μικρό μέρος κράτησε για τις ανάγκες των ιδρυμάτων και τα υπόλοιπα τα μοίρασε στους κατοίκους με ένα πρωτότυπο τρόπο:
Έδωσε εντολή να ζυμώσουν ψωμιά και σε κάθε ψωμί έβαλε από ένα νόμισμα ή χρυσαφικό μέσα, και κατόπιν τα μοίρασε στα σπίτια στους κατοίκους την επομένη του εκκλησιασμού. Έτσι, τρώγοντας οι κάτοικοι τα ψωμιά όλο και κάτι έβρισκαν μέσα.
 
Το γεγονός της αποφυγής της καταστροφής της πόλης με το «φλουρί» συνεχίσθηκε ως παράδοση στη μνήμη της ημέρας του θανάτου του Αγίου και Μεγάλου Βασιλείου, που γιορτάζεται την 1η Ιανουάριου κάθε Νέου Έτους.
 
Παραλλαγές και συνταγές
Στην Ελλάδα, η συνταγή που συνηθίζεται είναι η λεγόμενη «πολίτικη» Βασιλόπιτα που  παρασκευάζεται κυρίως από αλεύρι, αυγά, ζάχαρη και γάλα. Τη συναντάμε σε διάφορα μεγέθη και είδη με χαρακτηριστικό της να είναι φουσκωτή, αφράτη και γλυκιά.
 
Ωστόσο, σε άλλα μέρη, όπως στη δυτική Μακεδονία η σε χωριά της Ηπείρου, φτιάχνουν αλλά είδη Βασιλόπιτας με μπαχαρικά, κρασί, χορταρικά, τυριά ή ακόμα ως πασπάτα.
 
Το κοινό, όμως, γνώρισμα είναι ότι στο εσωτερικό όλων τοποθετείται νόμισμα, συνήθως χρυσό (κωσταντινάτο) ή ασημένιο.
Στην ελληνική επαρχία, ανάλογα με το έθιμο, τοποθετείται στο εσωτερικό της βασιλόπιτας μικρό κομμάτι άχυρου, κληματόβεργας ή ελιάς ή ένα μικρό κομμάτι τυρί, για να φέρουν καλή τύχη στην παραγωγή.
 
Σε άλλα μέρη, αντί αυτού κατασκευάζουν μικρό στεφάνι από κληματόβεργες που όποιος το βρει στα χωράφια θα είναι τυχερός στα σπαρτά ή στην ελαιοπαραγωγή ή στο κρασί κλπ.
 
Στη συνήθως στολισμένη λεύκη – κάτι που συμβολίζει την αγνότητα και όχι το χιόνι (όπως πολλοί νομίζουν) - επιφάνεια της βασιλόπιτας, γράφεται ο αριθμός του νέου έτους, με σειρές αποφλοιωμένων αμυγδάλων ή με ζάχαρη ή με γλάσο.
 
Ο νοικοκύρης του σπιτιού, αφού την σταυρώσει με το μαχαίρι τρεις φορές, αρχίζει να τη κόβει σε τριγωνικά κομμάτια, προσφέροντας σε κάθε ένα παρευρισκόμενο από ένα. Πρώτα, όμως, κόβει ένα του Χριστού, της Παναγίας και του Άι Βασίλη), και μετά ακολουθούν όλοι οι άλλοι, κατά σειρά ιεραρχίας και συγγένειας. Τα δυο τελευταία κομμάτια είναι του σπιτιού και του φτωχού.
 
Η Βασιλόπιτα κόβεται σε οικογενειακή συγκέντρωση, αμέσως μετά τον ερχομό του νέου έτους και μετά από φαγοπότι.Μετά ακολουθούν τα παιχνίδια τύχης με χαρτοπαιξία ή το παραδοσιακό σβουράκι  «για το καλό του καινούργιου χρόνου». Ένα έθιμο που προϋποθέτει το «άνοιγμα» της τύχης για τον νέο χρόνο.
 
Το κόψιμο της Βασιλόπιτας μπορεί να συνεχιστεί για δώδεκα ημέρες για την ευλογία του νέου έτους.
 
Σε πολλά νησιά, με το ξημέρωμα της 1ης μέρας του Νέου Έτους, αναλαμβάνει ο σπιτονοικοκύρης να καθαγιάσει την οικία κρατώντας είτε τμήμα της Βασιλόπιτας και ένα κερί, μπαινοβγαίνοντας στη πόρτα τρεις φορές λέγοντας «έξω τα κακά, μέσα τα καλά».