Ανεζούλα η προληπτική!!

Ανεζούλα η προληπτική!! - Σύρος - Ερμούπολη - Μεταξύ σοβαρού κι αστείου…

Μεταξύ σοβαρού κι αστείου… 

 
ΓΙΑΤΙ παραπονιέσαι, κυρία Ανεζούλα μας, ότι «δεν σε κάνει κανείς παρέα, λες και έχεις ανθρωποδιώκτη»; Ανθρωποδιώκτη έχεις, αλλά δεν το έχεις καταλάβει ή δεν στο έχει πει κανένας μέχρι τώρα να σου ανοίξει τα μάτια. Διότι, όταν βρισκόσουνα σε παρέα, γιατί πλέον δεν βρίσκεσαι αφού σε έχουνε κάνει όλοι πέρα, είσαι ένα αντιδραστικό στοιχείο, καθόσον αντιδράς με τον χειρότερο τρόπο ό,τι και να κάνει κάποιος από την παρέα. Είμαι λάθος σ’ αυτά που λέω; Α, «είμαι λάθος» και «δεν ξέρω τι λέω, γιατί με χτύπησε ο ήλιος του Μάρτη κατακούτελα, επειδή δεν έβαλα βραχιολάκι με κόκκινη και άσπρη κλωστή στο χέρι την πρώτη του μήνα». Ε, βλέπεις; Ακόμα δεν πιάσαμε την κουβέντα και άρχισες τα δικά σου. Άσε που με έχεις φλομώσει η μυρωδιά του σκόρδου. Τι; «Έβαλες σκόρδο για να μη σε πιάνει το μάτι»; Τι να σου πω, κυρία Ανεζούλα μας, Εσύ δεν τρώγεσαι με τίποτα. Ούτε με σκορδομακάρονα τη Σαρακοστή!
 
ΜΑΛΙΣΤΑ, η κυρία Ανεζούλα. Χρυσή και άγια, αλλά όταν την πιάσουνε τα υστερικά της, κληρονομιά της μάνας της, θεός ‘σχωρέστηνε, δεν παίζεται με τίποτα η γυναίκα. Πήγε τις προάλλες στο γάμο της Κικίτσας και μόνο που δεν τη βγάλανε σηκωτή από το σπίτι όταν ντύνανε τη νύφη και η κυρία Ανεζούλα άρχισε τα δικά της. Πήρε ένα ψαλίδι και το έριξε πάνω στο νυφικό «για να κοπεί η κακοτυχία», είπε. Αλλά έλα που το ψαλίδι κατά τη ελλειπτική τροχιά του, προσγειώθηκε στο νυφικό ανοιχτό και το έσκισε.
 
Βάλανε τις φωνές οι κοπέλες που ντύνανε τη νύφη, αλλά η κυρία Ανεζούλα απτόητη «Πάρε το ψαλίδι, Κικίτσα και όταν γυρίσεις από το γάμο να το πατήσεις πριν μπεις στο σπίτι» «Να πατήσω το ψαλίδι;» «Ναι, γιατί είναι σιδερένιο και πρέπει να πατήσεις σίδερο για να είναι ο γάμος σου στέρεος και εσύ σιδερένια». «Τι λες, κυρία Ανεζούλα; Ποιος σου είπε ότι ο άντρας μου θέλει να παντρευτεί τον Ρομποκόπ;» Στο σημείο αυτό παρενέβη και η μάνα της νύφης. «Κόβει καλά το ψαλίδι, Ανεζούλα;» «Αν κόβει, λέει!» «Θαυμάσια. Γιατί έχω σκοπό να σε κουρέψω γουλί, που κατάστρεψες το νυφικό της κόρης μου, γρουσούζα!» «Γρουσούζα, εγώ; Μη με ξαναπείς γρουσούζα. Είναι γρουσουζιά».
 
ΑΣΕ πια που δεν τολμούσε κανείς να φταρνιστεί μπροστά της. «Φταρνίστηκες; Κάποια σε μελετάει. Ποια να σε μελετάει, άραγε τέτοια ώρα;» «Η Εφορία» «Ξύνεις κιόλας και το χέρι σου. Για να δω, ποιο χέρι είναι, το δεξί ή το αριστερό;» «Είσαι με τα καλά σου, κυρία Ανεζούλα;» «Βρε άκου που σου λέω. Αν σε τρώει το δεξί θα δώσεις χρήμα, αν σε τρώει το αριστερό, θα πάρεις χρήμα. Ποιο από τα δύο σε τρώει;» «Και τα δύο. Εγώ λέω, δεν πηγαίνεις μέχρι την παραλία να δεις αν κουνάνε οι βάρκες και να με αφήσεις να ξυστώ με την ησυχία μου; Άντε μπράβο!»
 
ΠΩΣ να την κάνεις παρέα, όταν κουβαλάει μαζί της τις προλήψεις τουλάχιστον εκατό γενεών. «Με την πεθερά σου πώς τα πας; Σου κουβαλιέται ακόμα στο σπίτι;» «Μου κουβαλιέται» «Και κάθεται με τις ώρες, όπως πρώτα;» «Κάθεται» «Να βάζεις τη σκούπα ανάποδα και να ρίχνεις αλάτι» «Γιατί να βάζω τη σκούπα ανάποδα και να ρίχνω αλάτι;» Γιατί έτσι θα φουρκίζεται η πεθερά σου και θα φεύγει πριν την ώρα της» «Είσαι σίγουρη;» «Σίγουρη δε θα πει τίποτα. Γιατί ρωτάς;» «Γιατί όταν πηγαίνω εγώ στο σπίτι της όλο ανάποδα βλέπω τη σκούπα και όλο χυμένα αλάτια στην είσοδο. Μα, λες…!»
 
ΔΕΝ θα μιλήσουμε για όλα τα υπόλοιπα, τα οποία η κυρία Ανεζούλα θεωρεί γρουσουζιά και πρέπει να αποφεύγονται σαν τον διάολο το λιβάνι. «Μα, τι κάνεις; Κόβεις τα νύχια σου;» «Τα κόβω. Δικά μου είναι, ό,τι θέλω τα κάνω» «Δεν κάνει να τα κόβεις Τετάρτη και Παρασκευή, είναι γρουσουζιά»  «Θα τα έκοβα χτες, κυρία Ανεζούλα, αλλά φοβήθηκα» «Γιατί;» «Γιατί, Τρίτη και 13, να κόβεις και νύχια, ούτε την πόρτα δεν θα προλάβαινε βγω» «Τι είναι αυτά που λες; Κουνήσου από τη θέση σου!» «Γιατί να κουνηθώ;» «Για να κουνηθεί και η γρουσουζιά. Και σταμάτα να πιάνεις το σαγόνι σου με τα δυο σου χέρια» «Γιατί; Και αυτό γρουσουζιά είναι;» «Βεβαίως, διότι έτσι δείχνεις πως θέλεις να πεθάνει η μάνα σου» «Αυτό αποκλείεται να γίνει, κυρία Ανεζούλα» «Μην το λες… Μην το λες… Όλα γίνονται» «Πώς γίνεται να πεθάνει η μάνα μου, πεθαμένη εδώ και δέκα χρόνια;» «Βρε, πώς περνάνε το χρόνια, σαν νερό!»
 
ΚΑΤΑ τα άλλα, απορεί που δεν την κάνει κανείς παρέα. «Πώς να σε πλησιάσει άνθρωπος, κυρία Ανεζούλα, αφού βρωμοκοπάς σκόρδο από ένα χιλιόμετρο μακριά» «Σου εξήγησα, βάζω σκόρδο για να μη με πιάνει το μάτι» «Υπάρχει κι άλλος τρόπος να ξορκίζεται το μάτι, κυρία Ανεζούλα, και απορώ πώς σου έχει διαφύγει» «Ποιος είναι αυτός;» «Το φτύσιμο, κυρία Ανεζούλα μας, το φτύσιμο. Να σε φτύνουνε και να παίρνει το μάτι μαύρο δρόμο».
 
Ο Ρίμος