Η κάρτα της κυρίας Τασούλας

Η κάρτα της κυρίας Τασούλας - Σύρος - Ερμούπολη - Μεταξύ σοβαρού και αστείου…

Μεταξύ σοβαρού και αστείου…

 
ΤΙ το θέλατε, κύριε Υπουργέ επί των Οικονομικών, το νομοσχέδιο για το «χτίσιμο» του αφορολόγητου και το πλαστικό χρήμα; Τι σας έχω κάνει και με σταυρώσατε σε δύο καρφιά, τα οποία δώσατε στην κυρία Τασούλα και της είπατε «Άρον άρον, σταύρωσον αυτόν»;  Ποιος σας είπε ότι μου πάει ο ρόλος του σταυρωμένου και δε με αφήνατε στην ησυχία μου; Και μη μου πείτε ότι δεν ξέρατε ότι υπάρχουμε κυρίες Τασίες, οι οποίες θα σταυρώνανε κόσμο και κοσμάκη, γιατί δεν πρόκειται να σας πιστέψει κανείς, πόσο μάλλον εγώ, ο «σταυρωμένος».
 
ΤΗΝ επομένη της εξαγγελίας για το «χτίσιμο» του αφορολόγητου με «πλαστικό χρήμα» η κυρία Τασία, απρόσκλητη ως συνήθως, μου κουβαλήθηκε στα γραφεία της εφημερίδας άγρια θάλασσα. «Τι διάβαζα στην εφημερίδα σας και τι άκουσα χτες το βράδυ στην τηλεόραση;» «Τι άκουσες, κυρία Τασία;» «Ότι η Κυβέρνηση, λέει, για να κάνει δεκτό το αφορολόγητο, πρέπει να χτίσουμε. Δηλαδή, με υποχρεώνει στο σπίτι που μένω να χτίσω σ’ αυτόν τον χτικιάρη τον σπιτονοικοκύρη μου τον πάνω όροφο; Μου λένε, δηλαδή, πως για να έχω αφορολόγητο πρέπει να προικίσω τον σπιτονοικοκύρη μου; Ε, δε σφάξανε» «Τι είναι αυτά που λες, κυρία Τασία; Ποιος σου είπε να χτίσεις; Είσαι με τα καλά σου ή να φωνάξουμε παπά να σε αγιάσει;» «Τον παπά να τον φωνάξεις για τον εαυτό σου, γιατί και εσύ έγραφες πως πρέπει να χτίσουμε για να έχουμε το αφορολόγητο, τρομάρα σου» «Δεν κατάλαβες καλά, κυρία Τασία. Μεταφορικά το είπανε οι άνθρωποι και εσύ το πήρες τοις μετρητοίς; Όταν λένε να ‘’χτίσουνε’’το αφορολόγητο, εννοούνε να κάνεις αγορές με πλαστικό χρήμα» «Τι; Θα τρέχω τώρα να πλαστικοποιώ τα πεντάευρα και τα δεκάευρα για να πηγαίνω να ψωνίζω από το Σούπερ Μάρκετ; Έλα Χριστέ και Παναγιά, τι άλλο θα ακούσουνε τα αφτιά μας, που κακώς τα καθάρισα το πρωί με μπατονέτες και δεν τα άφηνα με το κερί, να μην ακούω τίποτα».
 
ΕΙΔΑ κι έπαθα να της εξηγήσω και να καταλάβει (κυρίως το δεύτερο) τι σημαίνει «χτίσιμο» και τι σημαίνει «πλαστικό χρήμα». Έκανα και ένα ολέθριο λάθος, καθότι δεν μου κόβει και πολύ ούτε παίρνω πάνω από τη βάση στην εξυπνάδα. «Εξάλλου, κυρία Τασία, τι σε νοιάζει εσένα; Αφού αυτή η διάταξη του νόμου δε σε πιάνει» «Μπα! Λέει η διάταξη του νόμου ότι ισχύει για όλο τον κόσμο εκτός της κυρίας Τασίας;» «Όχι, αλλά λέει πως το μέτρο δεν ισχύει για άτομα πάνω από εβδομήντα ετών» «Και τι σχέση έχει αυτό με μένα;» «Εσύ τι λες; Ποια σχέση μπορεί να έχει;» «Δηλαδή, τι θέλεις να πεις; Πως εγώ είμαι πάνω από εβδομήντα;» «Βουλωμένο γράμμα διαβάζεις, κυρία Τασία» «Βρε, άμε στο διάολο, που θα μου πεις εμένα ότι είμαι πάνω εβδομήντα, όταν δεν έχω κλείσει καλά καλά τα εξήντα πέντε!» «Τα εξήντα πέντε; Καλά, δεν είσαι συνομήλικη με την κυρία Ανθούλα που είναι εβδομήντα δύο;» «Τον κακό σου τον καιρό. Όταν αυτή πήγαινε στην έκτη δημοτικού, εγώ δεν είχα πάει ούτε στην πρώτη τάξη» «Ποια πρώτη τάξη; Του γυμνασίου;»
 
ΚΑΙ να πω ότι το «σταύρωμα» σταμάτησε εκεί, με την κυρία Τασούλα να μου πετάει το σταχτοδοχείο και μόνο από τύχη δεν το έφαγα στο δόξα πατρί να μείνω στον τόπο; Μπα, είχε και συνέχεια. Δεν πέρασε ούτε μια ώρα και ξαναγύρισε φουριόζα και πιο αγριεμένη από την πρώτη φορά. «Δεν ντρέπεσαι, να με κοροϊδεύεις;» «Εγώ;» «Εσύ, ποιος άλλος; Εσύ δεν μου είπες πως μπορώ να πηγαίνω στον μανάβη και να ψωνίζω με κάρτα;» «Εγώ το είπα» «Ντροπή σου και φτου σου» «Σιγά, κυρία Τασία, άσε ήσυχο το καταβρεχτήρι σου και πες μου τι έγινε;» «Πήγα στον μανάβη και ψώνισα» «Λοιπόν;» «Του έδωσα την κάρτα» «Λοιπόν;» «Τι λοιπόν; Με κοίταξε παράξενα, λες και είχα κατέβει από το φεγγάρι» «Γιατί σε κοίταξε παράξενα; Δεν σου είπε;» «Μου είπε» «Τι σου είπε;» «Μου είπε “Τι είναι αυτό” και του είπα εγώ “Δεν βλέπεις τι είναι αυτό; Κάρτα είναι. Σου φαίνεται να είναι καλτσοδέτα;”» «Και τι σου είπε εκείνος; Μη μου πεις ότι σου είπε ότι είναι καλτσοδέτα;» «Όχι, μου είπε “Ποιος σου είπε ότι μπορείς να πληρώνεις με κάρτα;” Και του είπα “Αυτός που γράφει στην εφημερίδα «Ο ΛΟΓΟΣ ΤΩΝ ΚΥΚΛΑΔΩΝ»” και μου είπε “Να πας να του πεις χαιρετίσματα” και πως “γι’ αυτό πάει κατά διαόλου η εφημερίδα, γιατί άλλα λέει ο Υπουργός και άλλα καταλαβαίνει αυτός”» «Αυτά σου είπε ο μανάβης, κυρία Τασία; Είναι με τα καλά του ο άνθρωπος; Αντί να τα βάλεις μαζί του ήρθες εδώ και τα έβαλες με μένα; Μήπως η κάρτα που του έδωσες, κυρία Τασία, δεν είχε τίποτα μέσα;» «Πώς δεν είχε; Αφού μου την είχε στείλει ο αδελφός μου από την Αθήνα και έγραφε μάλιστα με καλλιτεχνικά γράμματα στο εσωτερικό της “Καλά Χριστούγεννα, αδελφή και ευτυχισμένος ο καινούργιος χρόνος”».
 
Ο Ρίμος