Τα 500 φύλλα και η θεία Φιλίτσα

Τα 500 φύλλα και η θεία Φιλίτσα - Σύρος - Ερμούπολη -Το ευθυμογράφημα του logotypos.gr
Το ευθυμογράφημα του logotypos.gr
 
ΚΑΙ τους έχω πει «Μη δίνετε να διαβάζει η θεία Φιλίτσα την εφημερίδα. Δεν κάνει καλό στα νεύρα» «Μα, η θεία Φιλίτσα δεν έχει νεύρα» «Έχω νεύρα εγώ». Ακούει τον διάλογο η θεία Φιλίτσα και επεμβαίνει «Ξίδι» «Τι ξίδι;» «Για τα νεύρα. Δεν το έχεις ακούσει; Από πού σε φέρανε εσένα;»
 
ΤΗΣ δώσανε και διάβασε το προηγούμενο φύλλο. Ανάθεμα την ώρα. Τι το θέλανε; «Τι διαβάζω εδώ;» «Τι διαβάζεις εκεί;» «Πεντακόσα χρόνια έκλεισε το φύλλο; Καλά, πόσο χρονών είσαι εσύ και μου το έκρυβες;» «Πεντακοσίων εβδομήντα δύο, θεία» «Μπα! Φτάνει σε τέτοια ηλικία ο άνθρωπος;» «Βεβαίως, θεία. Ο Αβραάμ έφτασε κοντά στα εννιακόσα» «Αυτό να μου πεις, οπότε εσύ έχεις χρόνια ακόμα» «Πεντακόσα φύλλα κλείσαμε, θεία, όχι πεντακόσα χρόνια» «Σώ.ω.πα!». «Γιατί; Πού βλέπεις το περίεργο;» «Μου φαίνεται περίεργο που το θυμήθηκες» «Γιατί να μην το θυμηθώ;» «Γιατί εγώ σου έχω πει εκατό φορές μέχρι τώρα να μου φέρεις φύλλο μπακλαβά να κάνω γλυκό και όλο μου λες ότι το ξέχασες» «Άλλο, θεία Φιλίτσα, το φύλλο της εφημερίδας και άλλο το φύλλο του μπακλαβά. Καμία σχέση» «Πριτς» «Ορίστε;» «Λέω, πριτς, που δεν έχουνε σχέση. Έχουνε και παραέχουνε» «Δηλαδή;» «Δηλαδή και με τα δύο, φύλλα τυλίγουμε. Με την εφημερίδα τα αβγά για να μη σπάσουνε και με τον μπακλαβά τη γέμιση του γλυκού».
 
ΦΥΣΙΚΑ και δεν σταμάτησε σε αυτές τις διαπιστώσεις η θεία Φιλίτσα. «Τι είναι αυτό που βάλατε μέσα στην εφημερίδα;» «Ημερολόγιο, θεία. Φαίνεται να είναι ντομάτες γεμιστές;» «Πιο χρήσιμο θα ήταν αν βάζατε ντομάτες γεμιστές. Με την κρίση που υπάρχει, θα πιάνανε τόπο. Το ημερολόγιο τι να το κάνουνε;» «Τι κάνει κάποιος ένα ημερολόγιο, θεία;» «Δεν ξέρω. Όπως το βλέπω, το βάζει στον πάτο του κλουβιού με το καναρίνι να μην πέφτει στο πάτωμα το κανναβούρι» «Μπορεί να χρησιμοποιηθεί και διαφορετικά, θεία Φιλίτσα» «Σωστά. Μπορεί να το βάλει κάποιος σε ένα σπασμένο τζάμι παραθύρου, για να μην μπαίνει ο αέρας. Ξέρεις πόσο στοιχίζει σήμερα να αλλάξει κανείς ένα τζάμι παραθύρου;» «Όχι, θεία, δεν ξέρω» «Τι δημοσιογράφος είσαι εσύ, να μην ξέρεις πόσο κοστίζει η αλλαγή ενός τζαμιού στο παράθυρο;» «Είναι και αυτό ένα ζητούμενο, θεία Φιλίτσα».
 
ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΜΕ την ανάκριση. «Τι φωτογραφίες είναι αυτές που βάλατε;» «Τι έχουνε;» «Εδώ είσαι πενήντα χρόνια νεώτερος. Αυτά κάνετε εσείς οι δημοσιογράφοι και εξαπατάτε τον κόσμο. Το μικρό το κάνετε μεγάλο και το μεγάλο το κάνετε μικρό» «Δεν είμαι πενήντα χρόνια νεώτερος, θεία. Δέκα χρόνια είμαι, όσα και η κυκλοφορία της εφημερίδας» «Για πενήντα δείχνεις» «Δεν κυκλοφορεί πενήντα χρόνια η εφημερίδα, θεία» «Ποια εφημερίδας;» «Για ποια εφημερίδας μιλάμε τόση ώρα;» «Εσύ είσαι δημοσιογράφος, εσύ να μου πεις» «Ποιος σου είπε ότι είμαι δημοσιογράφος;» «Αυτή την εντύπωση μου έχεις δώσει» «Λάθος» «Και αφού δεν είσαι δημοσιογράφος, τι είσαι;» «Αν σου πω ότι είμαι ο Αλτσχάιμερ θα το πιστέψεις;» «Ποιος είναι ο Αλτσχάιμερ;» «Ο εκδότης της εφημερίδας» «Και έλεγα κι εγώ.. πού έχω ξανακούσει αυτό το όνομα… πού έχω ξανακούσει αυτό το όνομα... Τώρα που το είπες θυμήθηκα που το έχω δει γραμμένο» «Πού το έχεις δει γραμμένο;» «Στην ταυτότητά σου, φυσικά, πού αλλού;»
 
ΔΩΣΤΟΥ πάλι από την αρχή. «Ώστε πεντακόσα φύλλα» «Πεντακόσα» «Ξεπεράσατε δηλαδή και τον άλλονε» «Ποιον άλονε;» «Δεν θυμάμαι ποιος είναι ακριβώς, αλλά αυτό που θυμάμαι είναι που λένε “Αυτός τά’ χει τετρακόσα”. Γι’ αυτόν λέω» «Δεν έχει σχέση το ένα με το άλλο, θεία. Είναι σαν να συγκρίνουμε τη φάβα με το κοκκινιστό κρέας» «Προτιμώ τη φάβα» «Σχήμα λόγου ήτανε θεία. Αυτός που τα’ χει τετρακόσα είναι άλλος, από εμάς που τα έχουμε πεντακόσα» «Δε σε καταλαβαίνω. Πες μου ένα παράδειγμα» «Εσύ, ας πούμε, θεία και ο άλλος που τα έχει τετρακόσα» «Ε, τι;» «Καμία σχέση».
 
ΕΠΙΜΟΝΗ η θεία. «Είδα ότι πήρατε και δημοσιεύσατε ευχές από επώνυμους για τα πεντακόσα φύλλα» «Πήραμε» «Δεν είδα πουθενά τις ευχές του Δημάρχου» «Τις κρατάμε για έκπληξη στο επόμενο φύλλο, θεία» «Ε, καλά τώρα, εμείς δεν είμαστε ξένοι. Μπορείς να μου το πεις από τώρα. Τι σας ευχήθηκε για τα πεντακόσα φύλλα της έκδοσης;» «Να τα εκατοστίσουμε».